Αγωγή κατά της αμερικανικής κυβέρνησης υπέβαλαν οι οικογένειες δύο ανδρών από το Τρινιντάντ και Τομπάγκο, οι οποίοι σκοτώθηκαν από πυραυλικό πλήγμα των ΗΠΑ σε πλοιάριο κοντά στη Βενεζουέλα. Όπως υποστηρίζουν, πρόκειται για «θάνατο από αδικοπραξία» σε μια στρατιωτική επιχείρηση που χαρακτηρίζουν «προδήλως παράνομη», με στόχο πολιτικά σκάφη.
Η αγωγή κατατέθηκε στο ομοσπονδιακό δικαστήριο της Βοστώνης από δικηγόρους που ειδικεύονται σε θέματα πολιτικών δικαιωμάτων. Πρόκειται για την πρώτη προσφυγή στην αμερικανική δικαιοσύνη σχετικά με τα 36 πυραυλικά πλήγματα των ΗΠΑ σε πλοία στην Καραϊβική και τον Ειρηνικό, τα οποία ενέκρινε η κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Από τον Σεπτέμβριο έχουν χάσει τη ζωή τους περισσότεροι από 120 άνθρωποι.
Σύμφωνα με την αγωγή, τα θύματα, Τσαντ Τζόζεφ και Ρίσι Σαμάρου, εργάζονταν στην αλιεία και σε καλλιέργειες στη Βενεζουέλα και επέστρεφαν στα σπίτια τους στο Λας Κουέβας του Τρινιντάντ όταν δέχτηκαν την επίθεση. Συνολικά, έξι άνδρες σκοτώθηκαν στο πλήγμα της 14ης Οκτωβρίου.
Ο δικηγόρος του Κέντρου Συνταγματικών Δικαιωμάτων, Μπάζερ Άζμι, τόνισε ότι πρόκειται για «παράνομες, εν ψυχρώ δολοφονίες», ζητώντας από το δικαστήριο να αποτρέψει αντίστοιχες παρανομίες στο μέλλον.
Το Κέντρο Συνταγματικών Δικαιωμάτων και η Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών (ACLU) επικαλούνται στη σχετική αγωγή τον Νόμο περί Θανάτου στην Ανοιχτή Θάλασσα (DOHSA) και τον Νόμο περί Αδικοπραξίας Αλλοδαπών του 1789. Οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν σε συγγενείς θυμάτων να διεκδικούν αποζημιώσεις για θανάτους σε διεθνή ύδατα και σε μη Αμερικανούς πολίτες να προσφεύγουν στα αμερικανικά δικαστήρια για παραβιάσεις διεθνούς δικαίου.
Την αγωγή υπέβαλαν η μητέρα του Τζόζεφ, Λενόρ Μπάρνλεϊ, και η αδελφή του Σαμάρου, Σαλικάρ Κορασίνγκ, ζητώντας αποζημίωση από την αμερικανική κυβέρνηση. Δεν απαιτούν, ωστόσο, διακοπή των στρατιωτικών επιχειρήσεων, αν και η υπόθεση μπορεί να οδηγήσει σε δικαστική κρίση για τη νομιμότητα του πλήγματος της 14ης Οκτωβρίου.
Το Πεντάγωνο δεν σχολίασε το θέμα μετά από σχετικό αίτημα.
Η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα πλήγματα αποτελούν μέρος του πολέμου κατά των καρτέλ ναρκωτικών και στοχεύουν ομάδες ενόπλων, διαβεβαιώνοντας ότι οι επιχειρήσεις είναι σύμφωνες με τους διεθνείς κανόνες πολέμου. Ωστόσο, πολιτικοί κύκλοι στις ΗΠΑ εκφράζουν αμφιβολίες, καθώς το Κογκρέσο δεν έχει εγκρίνει τις ενέργειες αυτές, ενώ νομικοί επισημαίνουν ότι τα καρτέλ ναρκωτικών δεν πληρούν τα κριτήρια για να χαρακτηριστούν ένοπλες οργανώσεις κατά το διεθνές δίκαιο.
Η αγωγή των οικογενειών υποστηρίζει ότι οι θάνατοι των Τζόζεφ και Σαμάρου, χωρίς να υπάρχει ένοπλη σύγκρουση και χωρίς συμμετοχή σε εχθροπραξίες κατά των ΗΠΑ, αποτελούν φόνο και πρέπει να θεωρηθούν θάνατοι από αδικοπραξία σε ανοιχτή θάλασσα και εξωδικαστικές εκτελέσεις με βάση το διεθνές δίκαιο.
Όπως ανέφερε η Κορασίνγκ σε ανακοίνωσή της, «αν η αμερικανική κυβέρνηση πίστευε ότι ο Ρίσι έκανε κάτι κακό, θα έπρεπε να τον συλλάβει, να του ασκήσει δίωξη και να τον φυλακίσει, όχι να τον δολοφονήσει». Τόνισε επίσης ότι οι ΗΠΑ «πρέπει να λογοδοτήσουν».