Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έδωσε εντολή στο υπουργείο Άμυνας να προμηθεύεται ηλεκτρική ενέργεια από μονάδες που καίνε άνθρακα, στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να αναζωογονήσει τη βιομηχανία αυτή. Ο τομέας του άνθρακα θεωρείται δαπανηρός και σε παρακμή, ενώ συμβάλλει σημαντικά στην κλιματική αλλαγή και την υπερθέρμανση του πλανήτη.
Ο ρεπουμπλικάνος δισεκατομμυριούχος υπέγραψε προεδρικό εκτελεστικό διάταγμα σε τελετή στον Λευκό Οίκο, παρουσία ανθρακωρύχων με τα κράνη ασφαλείας τους. Το διάταγμα δίνει εντολή στο Πεντάγωνο να συνάψει μακροπρόθεσμες συμφωνίες για την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας παραγόμενης από την καύση άνθρακα, «για να εξασφαλιστεί ότι οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις και εγκαταστάσεις απαραίτητες για την άμυνα θα έχουν αδιάκοπη τροφοδοσία».
Η κυβέρνηση Τραμπ διατηρεί αρνητική στάση απέναντι στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, με έμφαση στην αιολική, την οποία θεωρεί αναξιόπιστη. Κατά την υπογραφή του διατάγματος, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι ο άνθρακας είναι «απόλυτα απαραίτητος για την εθνική ασφάλειά μας». Εκπρόσωποι της βιομηχανίας τον χαρακτήρισαν ως τον μεγαλύτερο «υπερασπιστή του άνθρακα».
Η καύση άνθρακα εξακολουθεί να παράγει περίπου το ένα τρίτο της παγκόσμιας ηλεκτρικής ενέργειας, συμβάλλοντας ωστόσο σημαντικά στις εκπομπές CO2 και στην υπερθέρμανση του πλανήτη. Από την επιστροφή του στην εξουσία τον Ιανουάριο του 2025, ο Τραμπ επιδιώκει να στηρίξει ενεργά τον κλάδο, φτάνοντας στο σημείο να υποχρεώσει εταιρείες να διατηρήσουν σε λειτουργία σταθμούς που επρόκειτο να κλείσουν.
Η νέα πολιτική έρχεται σε αντίθεση με τις πρωτοβουλίες προηγούμενων κυβερνήσεων για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και με τη γενικότερη τάση της ενεργειακής αγοράς. Στις ΗΠΑ, η παραγωγή άνθρακα βρίσκεται σε πτώση τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, καθώς αντικαθίσταται από φθηνότερες και καθαρότερες μορφές ενέργειας, όπως το φυσικό αέριο και οι ανανεώσιμες πηγές.
Το 2023, ο άνθρακας κάλυπτε λίγο πάνω από το 16% του ενεργειακού μείγματος των ΗΠΑ, έναντι 50% το 2000. Παράλληλα, η κυβέρνηση Τραμπ ετοιμάζεται να ακυρώσει κείμενο-πλαίσιο που αποτέλεσε θεμέλιο για σειρά πολιτικών με στόχο τη μείωση των εκπομπών αερίων και την αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη, γεγονός που αναμένεται να επηρεάσει το κανονιστικό πλαίσιο των ηλεκτροπαραγωγικών μονάδων.