Ο Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ανώτατος ηγέτης του Ιράν, ο θάνατος του οποίου επιβεβαιώθηκε από την Τεχεράνη, υπήρξε για δεκαετίες η προσωποποίηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας και της ιδεολογικής της αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Δακρυσμένος παρουσιαστής της κρατικής τηλεόρασης ανακοίνωσε νωρίς το πρωί τον θάνατο του 86χρονου ηγέτη, του γηραιότερου αρχηγού κράτους στη Μέση Ανατολή. Δεν έγινε αναφορά στα ισραηλινά και αμερικανικά αεροπορικά πλήγματα που εξαπολύθηκαν χθες Σάββατο εναντίον της κατοικίας του στην Τεχεράνη.
Οι Φρουροί της Επανάστασης δεσμεύθηκαν «να τιμωρήσουν σκληρά» τους «δολοφόνους» του, κατονομάζοντας το Ισραήλ και τις ΗΠΑ ως υπευθύνους.
Με το χαρακτηριστικό μαύρο τουρμπάνι των «σαγιγίδων», την πυκνή λευκή γενειάδα και τα γυαλιά, ο Χαμενεΐ ηγήθηκε του θεοκρατικού συστήματος του Ιράν, ασκώντας σχεδόν απόλυτη εξουσία σε θρησκευτικά, πολιτικά και στρατιωτικά ζητήματα. Τα πορτρέτα του δεσπόζουν σε δημόσιους χώρους, ενώ το ζήτημα της διαδοχής του δεν είχε τεθεί ποτέ δημόσια.
Άνοδος και προκλήσεις
Τον Ιούνιο του 1989, λίγο πριν συμπληρώσει τα 50 του χρόνια, ο Αλί Χαμενεΐ διορίστηκε ανώτατος ηγέτης του Ιράν μετά τον θάνατο του αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, ιδρυτή της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Η άνοδός του υπήρξε ομαλή, καθώς είχε ήδη διατελέσει πρόεδρος του Ιράν επί οκτώ χρόνια, σε μια περίοδο που σημαδεύτηκε από τον καταστροφικό πόλεμο με το Ιράκ (1980-1988). Οι συχνές εμφανίσεις του στην πρώτη γραμμή, με στρατιωτική στολή, συνέβαλαν στη διαμόρφωση της εικόνας του ως ηγέτη κοντά στις ένοπλες δυνάμεις.
Κατά τη διάρκεια της τριακονταετούς ηγεσίας του, το Ιράν βίωσε αλλεπάλληλες κρίσεις και κοινωνικές αναταραχές. Το 2009 ξέσπασε το «Πράσινο Κίνημα» μετά την αμφισβητούμενη επανεκλογή του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, ενώ το 2022 το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» συγκλόνισε τη χώρα μετά τον θάνατο της Μαχσά Αμινί υπό κράτηση.
Πιο πρόσφατα, τον Ιανουάριο, σημειώθηκαν νέες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις λόγω της οικονομικής κρίσης, τις οποίες ο αγιατολάχ χαρακτήρισε «πραξικόπημα».
Φειδωλή ζωή και πορεία
Γιος ιμάμη, ο Χαμενεΐ γεννήθηκε στις 19 Απριλίου 1939 στη Μασχάντ, σε φτωχή οικογένεια από το Αζερμπαϊτζάν. Σπούδασε στη Νατζάφ και στην Κομ, τα κύρια κέντρα του σιιτικού Ισλάμ, και φυλακίστηκε επανειλημμένα λόγω της αντίθεσής του προς τον σάχη.
Από το 1958 ήταν πιστός ακόλουθος του Χομεϊνί και το 1980 ανέλαβε βασικό ρόλο στις προσευχές της Παρασκευής στην Τεχεράνη. Το 1981 εξελέγη πρόεδρος του Ιράν, λίγους μήνες μετά από απόπειρα δολοφονίας που άφησε παράλυτο το δεξί του χέρι.
Γνωστός για τη ρητορική δεινότητα και τη λιτή ζωή του, ταξίδευε σπάνια στο εξωτερικό. Ως πρόεδρος επισκέφθηκε τις ΗΠΑ το 1987 για να μιλήσει στον ΟΗΕ. Ζούσε σε απλή κατοικία στο κέντρο της Τεχεράνης και οι δημόσιες εμφανίσεις του είχαν περιοριστεί μετά τον πόλεμο του Ιουνίου 2025 μεταξύ Ισραήλ και Ιράν.
Πολεμική ρητορική και διεθνείς σχέσεις
Κατά τη διάρκεια της ηγεσίας του, συνεργάστηκε με έξι προέδρους διαφορετικών πολιτικών τάσεων, από τους μετριοπαθείς Μοχαμάντ Χαταμί και Χασάν Ροχανί έως τους συντηρητικούς Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ και Εμπραχίμ Ραϊσί.
Υπό την καθοδήγησή του, οι Φρουροί της Επανάστασης ενίσχυσαν την επιρροή τους εντός και εκτός συνόρων, ιδίως σε Λίβανο, Ιράκ και Συρία. Το 2018 χαρακτήρισε το Ισραήλ «κακοήθη όγκο» που πρέπει να «αφαιρεθεί», ενώ είχε αποκαλέσει «μύθο» την εξόντωση των Εβραίων κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η πολεμική του ρητορική κορυφώθηκε τον Φεβρουάριο, όταν απείλησε να βυθίσει το αμερικανικό αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν θα κατάφερνε να καταστρέψει την Ισλαμική Δημοκρατία.
Ο Χαμενεΐ είχε έξι παιδιά, εκ των οποίων μόνο ο 56χρονος Μοζτάμπα κατείχε δημόσιο αξίωμα. Ο ίδιος θεωρείται από ορισμένους πιθανός διάδοχος του πατέρα του, αν και έχει διαψεύσει το ενδεχόμενο αυτό.