Η Ουγγαρία βιώνει μια ιστορική πολιτική αλλαγή μετά την ήττα του Βίκτορ Όρμπαν στις εκλογές της Κυριακής, καθώς η χώρα ετοιμάζεται να αποκτήσει νέα κυβέρνηση για πρώτη φορά έπειτα από το 2010.
Παρότι οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ξεκάθαρο προβάδισμα για το αντιπολιτευόμενο κόμμα Τίσα του Πέτερ Μάγιαρ, η αβεβαιότητα παρέμεινε μέχρι το τέλος. Για πολλούς Ούγγρους, η αποχώρηση του Όρμπαν έμοιαζε με αλλαγή εποχής.
Ο συγγραφέας και ποιητής Αντράς Πετέτς περιέγραψε στο CNN ότι το κλίμα του θύμισε την περίοδο της πτώσης της Σοβιετικής Ένωσης. Όπως είπε, ένιωσε ξανά το ίδιο συναίσθημα που είχε όταν κατέρρευσε το κομμουνιστικό καθεστώς.
Σύμφωνα με την ανάλυση του CNN, παραμένουν αρκετά ανοιχτά ζητήματα, όπως το εύρος της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας του Τίσα και ο τρόπος με τον οποίο θα επιχειρήσει να αποδομήσει το σύστημα εξουσίας που δημιούργησε το Fidesz. Ωστόσο, η ήττα του Όρμπαν θεωρείται ένδειξη ότι ακόμη και ο ισχυρός λαϊκισμός έχει όρια.
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα είναι ότι ο εθνικισμός δύσκολα μπορεί να αποκτήσει διεθνή διάσταση. Ο Όρμπαν κυβέρνησε επί χρόνια ως υπερασπιστής της εθνικής κυριαρχίας, παρουσιάζοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη φιλελεύθερη ιδεολογία ως απειλές. Ωστόσο, στην τελική ευθεία της προεκλογικής περιόδου βασίστηκε σημαντικά στη στήριξη ισχυρών συμμάχων από το εξωτερικό, όπως οι ΗΠΑ και η Ρωσία.
Παρά τις δημόσιες παρεμβάσεις του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς και του Αμερικανού προέδρου υπέρ του Όρμπαν, αυτές δεν φαίνεται να επηρέασαν το εκλογικό αποτέλεσμα. Όπως σημειώνει το CNN, υπάρχει αντίφαση στο να ζητά ένας εθνικιστής πολιτικός τη στήριξη ξένων δυνάμεων για να πείσει τους πολίτες να τον ψηφίσουν.
Ο πολιτικός επιστήμονας Ιβάν Κράστεφ σχολίασε μάλιστα ότι, αν ο Όρμπαν έχανε, θα έχανε τελικά ως «υποστηρικτής της παγκοσμιοποίησης», αφού αναζήτησε βοήθεια από ισχυρούς συμμάχους εκτός Ουγγαρίας.
Κατά την ανάλυση του CNN, η έμφαση της εκστρατείας του Όρμπαν στην εξωτερική πολιτική αντανακλούσε κυρίως τα προβλήματα που αντιμετώπιζε στο εσωτερικό. Ο λαϊκισμός, σημειώνεται, χρειάζεται συνεχώς νέους αντιπάλους και νέες συγκρούσεις. Ο Όρμπαν κατά καιρούς στοχοποίησε ΜΚΟ, φιλελεύθερα πανεπιστήμια, τον Τζορτζ Σόρος, το ΛΟΑΤΚΙ κίνημα, την Ευρωπαϊκή Ένωση και, πιο πρόσφατα, την Ουκρανία.
Η καμπάνια του επιχείρησε να παρουσιάσει την Ουκρανία ως απειλή για την ουγγρική κυριαρχία, με αφίσες του Βολοντίμιρ Ζελένσκι και συνθήματα φόβου. Ωστόσο, χωρίς ισχυρές επιδόσεις στην οικονομία ή στο σύστημα υγείας, αυτή η στρατηγική φάνηκε σε πολλούς υπερβολική ή και αναποτελεσματική.
Αντίθετα, ο Πέτερ Μάγιαρ επικεντρώθηκε περισσότερο στην καθημερινότητα και στα εσωτερικά προβλήματα της χώρας, προβάλλοντας την εικόνα μιας Ουγγαρίας που δεν ικανοποιεί πλέον μεγάλο μέρος των πολιτών της.
Η ήττα του Όρμπαν προσφέρει μαθήματα και για όσους επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν τον λαϊκισμό. Παρότι αρκετοί φιλελεύθεροι και αριστεροί ψηφοφόροι δεν ταυτίζονται ιδεολογικά με τον Μάγιαρ, ο οποίος προέρχεται από το Fidesz και διατηρεί συντηρητικές θέσεις, τον στήριξαν επειδή τον είδαν ως τη μοναδική ρεαλιστική επιλογή απέναντι στον Όρμπαν.
Όπως παρατήρησε ο πολιτικός επιστήμονας Πέτερ Κρέκο, οι ψηφοφόροι δεν επέτρεψαν στο «τέλειο» να γίνει εμπόδιο για το «αρκετά καλό».
Στην ομιλία του μετά τη νίκη, ο Μάγιαρ αναγνώρισε ότι η μετάβαση δεν θα είναι εύκολη και κάλεσε τον Όρμπαν να συμβάλει ομαλά στη μεταβατική περίοδο. Το αν το κόμμα Τίσα θα μπορέσει πράγματι να αποδομήσει το σύστημα εξουσίας του Fidesz και να κυβερνήσει αποτελεσματικά παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα.
Όπως κατέληξε ο Κρέκο, θα ήταν μια σημαντική εξέλιξη αν η Ουγγαρία μετατρεπόταν από παράδειγμα ανελεύθερης δημοκρατίας και αυταρχισμού σε παράδειγμα δημοκρατικής ανανέωσης.