Η πόλη του Τόκιο, γνωστή ως η παγκόσμια πρωτεύουσα της «στολής γραφείου» με κοστούμι και γραβάτα, ενθαρρύνει πλέον τους εργαζομένους της να προσέρχονται στη δουλειά με βερμούδα, προκειμένου να μειωθεί η χρήση του κλιματισμού. Όπως δήλωσε αξιωματούχος της μητρόπολης, η πρωτοβουλία αυτή έρχεται σε μια περίοδο αυξανόμενων ανησυχιών για την άνοδο των τιμών ενέργειας λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Η χαλάρωση του ενδυματολογικού κώδικα εντάσσεται σε μια ενισχυμένη εκδοχή του προγράμματος "Cool Biz", μιας δράσης εξοικονόμησης ενέργειας που ξεκίνησε το 2005 από το ιαπωνικό υπουργείο Περιβάλλοντος. Το πρόγραμμα ενθάρρυνε τους υπαλλήλους να αποφεύγουν τη γραβάτα και το σακάκι κατά τους θερινούς μήνες, συμβάλλοντας στη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης.
Η απειλή μιας νέας ενεργειακής κρίσης, που αποδίδεται στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, αποτέλεσε «έναν από τους παράγοντες» που ώθησαν την ιαπωνική πρωτεύουσα να επιτρέψει στους εργαζομένους να φορούν βερμούδα από αυτόν τον μήνα, σύμφωνα με αξιωματούχο του Δήμου του Τόκιο που μίλησε στο Γαλλικό Πρακτορείο υπό καθεστώς ανωνυμίας.
Ήδη, αρκετοί εργαζόμενοι έχουν εμφανιστεί με βερμούδα και απλό μπλουζάκι, όπως δείχνουν εικόνες που δημοσιοποιήθηκαν αυτή την εβδομάδα από τοπικά μέσα ενημέρωσης.
«Ενθαρρύνουμε ρούχα ‘cool’ που δίνουν προτεραιότητα στην άνεση, όπως μπλουζάκια πόλο, T-shirts και αθλητικά παπούτσια και –ανάλογα με τις επαγγελματικές υποχρεώσεις—σορτς», δήλωσε η κυβερνήτις του Τόκιο Γιούρικο Κόικε. Η ίδια είχε ξεκινήσει την εκστρατεία "Cool Biz" πριν από 20 χρόνια, όταν ήταν υπουργός Περιβάλλοντος.
Η διεύρυνση της πρωτοβουλίας περιλαμβάνει επίσης την προώθηση της τηλεργασίας και την έναρξη της εργασιακής ημέρας νωρίτερα το πρωί, ώστε να περιοριστεί περαιτέρω η κατανάλωση ενέργειας, πρόσθεσε η Κόικε.
Πέρυσι, η Ιαπωνία βίωσε το πιο θερμό καλοκαίρι που έχει καταγραφεί από το 1898, σύμφωνα με την Ιαπωνική Μετεωρολογική Υπηρεσία. Οι θερμοκρασίες που φτάνουν ή ξεπερνούν τους 40°C έχουν γίνει τόσο συχνές, ώστε η υπηρεσία καθιέρωσε νέο όρο για τις ημέρες ακραίας ζέστης, χαρακτηρίζοντάς τες «αφόρητα ζεστές».