Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι το πρωτόκολλο συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου με το Ιράν «έχει τελειώσει», προειδοποιώντας πως η Ουάσιγκτον ενδέχεται να εξαπολύσει νέα πλήγματα μετά τις ιρανικές επιθέσεις σε αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο.
Οι εχθροπραξίες αναζωπυρώθηκαν, προκαλώντας άνοδο στις τιμές του πετρελαίου. Το Ιράν ανέφερε ότι έβαλε στο στόχαστρο αμερικανικές βάσεις στο Μπαχρέιν και το Κουβέιτ, ενώ οι ΗΠΑ απάντησαν με πλήγματα σε ιρανικούς στόχους, σε αντίποινα για τις επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια στα Στενά του Ορμούζ.
Οι επιθέσεις υπονόμευσαν τη συμφωνία εκεχειρίας και τις ελπίδες μετατροπής του «μνημονίου συνεννόησης» της 17ης Ιουνίου σε μόνιμη ειρηνευτική συμφωνία, με στόχο τον τερματισμό του πολέμου που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου.
«Εάν κάνουμε συμφωνία με το Ιράν, δεν είμαι βέβαιος ότι θα κρατήσει (…) επειδή τους θεωρώ πολύ άτιμους ανθρώπους», δήλωσε ο Τραμπ, χωρίς να επιβεβαιώσει αν η Ουάσιγκτον θα επιστρέψει σε πόλεμο πλήρους κλίμακας.
Άνοδος στις τιμές του πετρελαίου και πτώση στο Χρηματιστήριο
Πριν από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, ο Τραμπ απάντησε σε ερώτηση για το μνημόνιο συνεννόησης λέγοντας: «Για εμένα, έχει τελειώσει. Δεν θέλω να ασχολούμαι μαζί τους». Παράλληλα, ανέφερε ότι επιτρέπει στους διαπραγματευτές να συνεχίσουν τις συνομιλίες, αν το επιθυμούν.
Σύμφωνα με πηγή που γνωρίζει τις συνομιλίες στην Άγκυρα, ο Τραμπ δεν επανέλαβε τα σχόλιά του στους ηγέτες του ΝΑΤΟ, αλλά πριν από τη συνάντησή του με τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι, προειδοποίησε για νέα πλήγματα: «Θα σας δώσω μια μικρή προειδοποίηση: Θα τους πλήξουμε σκληρά απόψε».
Η ένταση στα Στενά του Ορμούζ οδήγησε τέσσερα δεξαμενόπλοια να αλλάξουν πορεία, αποφεύγοντας τη διέλευση. Οι επενδυτές αντέδρασαν με ανησυχία, καθώς η τιμή του πετρελαίου Μπρεντ ξεπέρασε τα 80 δολάρια το βαρέλι, σημειώνοντας άνοδο 8%, ενώ το αμερικανικό αργό (WTI) αυξήθηκε κατά 7,65%, στα 75,83 δολάρια.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε ότι το αμερικανικό πετρέλαιο θα έπρεπε να πωλείται ακριβότερα διεθνώς. Την ίδια στιγμή, οι δείκτες του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης κατέγραψαν πτώση, με τον Dow Jones να υποχωρεί στις 52.410,73 μονάδες (-0,97%) και τον S&P 500 στις 7.469,53 μονάδες (-0,46%).
Κλιμάκωση συγκρούσεων και αλληλοκατηγορίες
Το Ιράν και οι ΗΠΑ αντάλλαξαν κατηγορίες, με την Τεχεράνη να επιμένει στην επιβολή τελών διέλευσης στα Στενά του Ορμούζ. Επιθέσεις σε εμπορικά πλοία αποδόθηκαν στο Ιράν, ενώ οι ΗΠΑ απάντησαν με πλήγματα σε περισσότερους από 80 στόχους. Οι Φρουροί της Επανάστασης υποστήριξαν ότι έπληξαν 85 αμερικανικές εγκαταστάσεις στο Κουβέιτ και το Μπαχρέιν και κατέρριψαν μη επανδρωμένο αεροσκάφος MQ-9.
Ο στρατός του Μπαχρέιν ανέφερε ότι αναχαίτισε ιρανικές επιθέσεις, ενώ Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε πως δεν υπήρξαν τραυματισμοί ή σημαντικές ζημιές. Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (Centcom) επιβεβαίωσε ότι περισσότερες από 60 λέμβοι των Φρουρών της Επανάστασης ήταν μεταξύ των στόχων που χτυπήθηκαν.
Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε χαρακτήρισε τις επιθέσεις των ΗΠΑ «απολύτως αναγκαίες», ενώ η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας σημείωσε ότι οι ανταλλαγές πυρών «περιπλέκουν τις ήδη εύθραυστες συνομιλίες για τον τερματισμό του πολέμου».
Απώλειες και νέες απειλές
Τα ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι οκτώ στρατιώτες σκοτώθηκαν σε επιθέσεις στο νότιο Ιράν, χωρίς αναφορές για θύματα αμάχων. Το Κεντρικό Αρχηγείο των Ενόπλων Δυνάμεων του Ιράν χαρακτήρισε τις επιθέσεις «κατάφωρη επιθετική ενέργεια» και προειδοποίησε με «συντριπτική απάντηση».
Ο πρόεδρος του κοινοβουλίου Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ κατηγόρησε τις ΗΠΑ για παραβίαση της κατάπαυσης του πυρός, δηλώνοντας: «Η εποχή του εκφοβισμού και του εκβιασμού τελείωσε. Δεν θα υποκύψουμε».
Αμερικανός αξιωματούχος ανέφερε ότι οι στόχοι των ΗΠΑ περιλάμβαναν αντιαεροπορικά συστήματα, πυραύλους και εγκαταστάσεις εκτόξευσης μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Παράλληλα, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ ακύρωσε τη «γενική άδεια» για πώληση ιρανικού πετρελαίου, δίνοντας προθεσμία στο Ιράν έως τις 17 Ιουλίου για την ολοκλήρωση συναλλαγών.
Το υπουργείο Εξωτερικών του Ιράν καταδίκασε την απόφαση, κάνοντας λόγο για παραβίαση της συμφωνίας και προειδοποιώντας ότι θα λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των εθνικών συμφερόντων και της ασφάλειας της χώρας.