Σε νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Lancet Planetary Health, οι αμερικανοί ερευνητές του πανεπιστημίου Στάνφορντ προειδοποιούν ότι οι άνθρωποι άνω των 60 ετών θα εκτεθούν σε ακόμα μεγαλύτερους κινδύνους από αφόρητη ζέστη τις επόμενες δεκαετίες, καθώς ο πλανήτης συνεχίζει να θερμαίνεται. Η έρευνα έρχεται σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη και η Αμερική βιώνουν ένα ιδιαίτερα θερμό καλοκαίρι, με τη συχνότητα και την ένταση των καυσώνων να αυξάνονται.
Στη Γαλλία, κύματα ζέστης χωρίς προηγούμενο σημειώθηκαν προς τα τέλη Ιουνίου, με την πλεονάζουσα θνητότητα να ξεπερνά τους 6.000 νεκρούς, σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης. Οι επιστήμονες του Στάνφορντ επιχείρησαν να εκτιμήσουν σε ποιο βαθμό η κλιματική αλλαγή και η υπερθέρμανση του πλανήτη θα επηρεάσουν τους ηλικιωμένους έως το 2100.
Παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο πεδίο έρευνας θεωρούνταν καλυμμένο, οι ερευνητές επισημαίνουν πως προηγούμενες μελέτες βασίστηκαν σε δεδομένα που σήμερα θεωρούνται εν μέρει ξεπερασμένα και υποτίμησαν σημαντικά τους κινδύνους για τους μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη «θερμοκρασία θερμομέτρου υγρού βολβού» (Wet-bulb temperature, Tw), που συνδυάζει τη θερμοκρασία με το επίπεδο υγρασίας. Όπως τονίζουν οι ειδικοί, η ίδια θερμοκρασία μπορεί να είναι πολύ πιο επικίνδυνη όταν συνοδεύεται από υψηλή υγρασία, ειδικά για τους ηλικιωμένους.
Επιπλέον, τα νέα δεδομένα, σε συνδυασμό με τα μοντέλα για τη γήρανση του παγκόσμιου πληθυσμού, δείχνουν ότι η «αφόρητη ζέστη θα πλήττει πολύ περισσότερους ανθρώπους, σε ευρύτερες περιοχές, σε κλίμακα πολύ υψηλότερη και για μεγαλύτερη διάρκεια» από ό,τι είχε υπολογιστεί έως τώρα.
Ενδεικτικά, εάν η παγκόσμια θερμοκρασία αυξηθεί κατά 1,5° Κελσίου σε σύγκριση με την προβιομηχανική εποχή, το 22% των ανθρώπων άνω των 60 ετών θα εκτίθεται κάθε χρόνο σε επικίνδυνη ζέστη για πάνω από έναν μήνα, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι οι χώρες με μεγάλους πληθυσμούς χωρίς πρόσβαση σε μέσα προστασίας, όπως ο κλιματισμός, διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Παράλληλα, καλούν σε άμεση λήψη μέτρων για τη βελτίωση της πρόσβασης σε τεχνολογίες δροσισμού και τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.