Μετά από περίπου έναν μήνα σχετικής ηρεμίας και εστίασης της Ουάσιγκτον στον οικονομικό πόλεμο, οι εχθροπραξίες ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν αναζωπυρώθηκαν, προκαλώντας ανησυχία στις αγορές και εντείνοντας τις πιέσεις στην περιοχή του στενού του Ορμούζ.
Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις ανακοίνωσαν για πρώτη φορά από τα τέλη Ιουλίου ότι πραγματοποίησαν βομβαρδισμούς εναντίον «δυο εκτοξευτήρων (πυραύλων) στο νησί Λαράκ», το οποίο βρίσκεται σε στρατηγικό σημείο στο στενό του Ορμούζ.
Η απάντηση της Τεχεράνης ήταν άμεση, εξαπολύοντας επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα εναντίον αμερικανικών εγκαταστάσεων στην Ιορδανία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν δήλωσε ότι δεν επιθυμεί τη συνέχιση του πολέμου.
Καθώς ο πόλεμος έχει εισέλθει στον έβδομο μήνα, οι διαπραγματεύσεις παραμένουν σε αδιέξοδο. Η νέα έξαρση των συγκρούσεων οδήγησε σε άνοδο της τιμής του πετρελαίου, με το Brent να ξεπερνά τα 90 δολάρια το βαρέλι.
Ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ διαμήνυσε μέσω του Fox News: «Θα υπάρξει ανταπόδοση» και «θα τους πλήξουμε δυνατά».
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του Ιράν τόνισε πως η συνέχιση του πολέμου δεν είναι προς το συμφέρον καμίας πλευράς στην περιοχή και πως εργάζεται για την επίτευξη συμφωνίας.
Κατά τη διάρκεια της συνόδου του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (ΟΣΣ) στο Κιργιστάν, ο πρόεδρος του Ιράν συναντήθηκε με τον πακιστανό πρωθυπουργό Σαμπάζ Σαρίφ, ενώ στο ραντεβού αναμένονταν επίσης οι πρόεδροι της Κίνας και της Ρωσίας.
Επικίνδυνη κλιμάκωση και αντιδράσεις στη Μέση Ανατολή
Το μεικτό διοικητήριο των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων για τη Μέση Ανατολή (CENTCOM) ανέφερε ότι η επίθεση στο Λαράκ πραγματοποιήθηκε αφού οι Φρουροί της Επανάστασης ετοιμάζονταν να εκτοξεύσουν πυραύλους φορτωμένους με νάρκες στο στενό του Ορμούζ.
Ιρανικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι υπήρξαν τρεις νεκροί και επτά τραυματίες από τα πλήγματα.
Η Ιορδανία δήλωσε ότι κατέρριψε οκτώ πυραύλους που παραβίασαν τον εναέριο χώρο της, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εντόπισαν μη επανδρωμένο αεροσκάφος πάνω από τα χωρικά τους ύδατα και κατήγγειλαν «επικίνδυνη κλιμάκωση».
Οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις προειδοποίησαν τους γείτονες για πιθανή «πολύ πιο ισχυρή ανταπόδοση» σε περίπτωση νέας «επίθεσης» από τα εδάφη τους.
Οι Φρουροί της Επανάστασης ανέφεραν επίσης την κατάρριψη δύο αμερικανικών drones πάνω από το στενό του Ορμούζ.
Τις πρώτες πρωινές ώρες, η UKMTO ανακοίνωσε ότι δεξαμενόπλοιο δέχθηκε τρία «άγνωστα βλήματα» κατά τη διέλευσή του από το στενό του Ορμούζ.
Παρά την πρόσφατη σχετική ηρεμία, σποραδικές ανταλλαγές πυρών συνεχίζονταν, κυρίως στην περιοχή του στενού.
Το πέρασμα αυτό, από όπου διέρχεται σημαντικό μέρος των παγκόσμιων υδρογονανθράκων, παραμένει κλειστό de facto από το Ιράν, ως αντίδραση στην αμερικανοϊσραηλινή επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου.
Αντιδράσεις στη ναυτιλία και οικονομικές πιέσεις
Σε απάντηση, οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια του Κόλπου και δηλώνουν έτοιμες να προστατεύσουν την «ελεύθερη κυκλοφορία του εμπορίου». Η CENTCOM διαβεβαίωσε πως ολοκλήρωσε την άρση ναρκών στις διεθνείς οδούς ναυσιπλοΐας.
Το πολεμικό ναυτικό των Φρουρών της Επανάστασης ανακοίνωσε ότι δεξαμενόπλοιο που προσπάθησε να διασχίσει το στενό έπεσε σε δυο ναυτικές νάρκες, κάτι που η CENTCOM διέψευσε χαρακτηρίζοντάς το «παραπληροφόρηση».
Οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου παραμένουν αδιέξοδες, καθώς το μνημόνιο κατανόησης του Ισλαμαμπάντ που υπογράφηκε στα μέσα Ιουνίου κατέρρευσε πριν συμπληρωθεί ένας μήνας.
Ο επικεφαλής της ιρανικής διπλωματίας Αμπάς Αραγτσί σημείωσε πως «η λύση είναι ξεκάθαρη και απλή: οι ΗΠΑ πρέπει να τηρήσουν τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν» με την υπογραφή του μνημονίου, προσθέτοντας ότι «όλα θα επανέλθουν σε τάξη» τότε.
Καθώς ο πόλεμος παραμένει αντιδημοφιλής στις ΗΠΑ και πλησιάζουν οι βουλευτικές εκλογές του μέσου της προεδρικής θητείας, η κυβέρνηση Τραμπ εστιάζει στον οικονομικό πόλεμο κατά του Ιράν, το οποίο ήδη υπόκειται σε σειρά αμερικανικών και διεθνών κυρώσεων.
Ο αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να ασκούν πίεση στην Τεχεράνη, κατά την έναρξη συναντήσεων με ομολόγους του της G20.