Στη διάρκεια της συνόδου κορυφής των 27 στις Βρυξέλλες, ο Εμανουέλ Μακρόν εξέφρασε τη λύπη του για την πολιτικοποιημένη συζήτηση που διεξήχθη μεταξύ Ευρωπαίων ηγετών σχετικά με τη μετανάστευση. Ο πρόεδρος της Γαλλίας χαρακτήρισε τη συζήτηση ως "κακή" και "πηγή διχασμού", καθώς έφερε αντιμέτωπες χώρες όπως η Ισπανία, η Ιταλία και η Δανία.
Η μεταναστευτική κρίση στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα, που σημειώθηκε στις αρχές Αυγούστου, αποτέλεσε αφορμή για εντάσεις ανάμεσα σε ευρωπαίους ηγέτες. Η μαζική άφιξη δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων από το Μαρόκο στο ισπανικό έδαφος της Βόρειας Αφρικής ανέδειξε τις αδυναμίες της ευρωπαϊκής συνεργασίας στα θέματα μετανάστευσης.
Έκτοτε, οι ευρωπαϊκές χώρες προσπαθούν να αποκαταστήσουν τη συνεργασία, ωστόσο τα αποτελέσματα παραμένουν περιορισμένα. Στη σύνοδο διαμορφώθηκαν δύο σαφή στρατόπεδα: από τη μία η Ισπανία, που στηρίζει μια ανοιχτή πολιτική και τη νομιμοποίηση παράτυπων μεταναστών, και από την άλλη χώρες όπως η Ιταλία και η Δανία, που υποστηρίζουν αυστηρότερη γραμμή και είχαν φθάσει να ζητούν τον αποκλεισμό της Ισπανίας από τον χώρο Σένγκεν.
Ο Μακρόν τόνισε ότι «γνωρίζουμε τις ιδεολογικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων γύρω από αυτό το τραπέζι», επισημαίνοντας πως όταν η συζήτηση πολιτικοποιείται υπερβολικά, οδηγεί σε διχασμό και αναποτελεσματικότητα. Στη διάρκεια της συζήτησης, Πολωνία, Ιταλία και Δανία πίεσαν για υιοθέτηση κειμένου που χαρακτηρίζει την παράτυπη μετανάστευση ως «πρόκληση» για τις κοινωνίες και ασκούσε κριτική σε πρωτοβουλίες που «παρακινούν» μετανάστες να μεταβούν στην Ευρώπη, στοχεύοντας εμμέσως την Ισπανία.
Το προτεινόμενο αυτό κείμενο δεν έτυχε τελικά της στήριξης όλων των κρατών-μελών της ΕΕ. Ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ ανέφερε μετά το πέρας της συζήτησης: «Με την πρωθυπουργό της Δανίας, έχουμε διαφωνίες».