Την ολική επαναφορά των εγχώριων τραπεζών στην κανονικότητα αποτυπώνει η δραστική αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού και του πιστωτικού κινδύνου που βρίσκονται σε συνεχή πτωτική πορεία από το 2023.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ το spread των senior preferred ομολόγων που εξέδιδαν οι ελληνικές τράπεζες την περίοδο 2022-2023 έναντι της απόδοσης ελληνικού κρατικού ομολόγου αντίστοιχης διάρκειας διαμορφώνονταν κατά μέσο όρο σε 350 με 380 μονάδες βάσης, ενώ την περίοδο 2025-2026 υποχώρησε σε μόλις 65 μονάδες βάσης, εξέλιξη που αποτυπώνει την δραστική μείωση του ασφάλιστρου κινδυνου.
Αντίστοιχη πορεία ακολούθησαν και τα ομόλογα μειωμένης εξοφλητικής προτεραιότητας (Tier 2), που φέρουν υψηλότερο κίνδυνο, με το περιθώριο να μειώνεται από περίπου 770 μονάδες βάσης το 2019 σε 130–150 μονάδες βάσης το 2025–2026.
Ως αποτέλεσμα, η επενδυτική κοινότητα θεωρεί πλέον τις ελληνικές τράπεζες, αλλά και την εγχώρια κεφαλαιαγορά εν γένει, λιγότερο επικίνδυνες από ό,τι στο παρελθόν και έτσι μπορούν να βρίσκουν κεφάλαια με χαμηλότερο κόστος.
Όπως υπογραμμίζει το ΙΟΒΕ στην έκθεσή του η ανάκτηση της επενδυτικής εμπιστοσύνης προς τη χώρα δεν προκλήθηκε από την αναβάθμιση της αγοράς, αλλά επιβεβαιώνει μια τάση που είχε ήδη ξεκινήσει σταδιακά από τα προηγούμενα χρόνια.
Συγκεκριμένα, το 2023 σηματοδοτεί την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας από το Ελληνικό Δημόσιο, που έθεσε τα θεμέλια προκειμενου η Euronext Athens να επιστρέψει στις ανεπτυγμένες αγορές, εξέλιξη που αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω την κινητικότητα και την εισροή κεφαλαίων από διεθνείς επενδυτές και funds.
Οι θετικές προοπτικές και οι αστερίσκοι για τις τράπεζες
Η αναβάθμιση του ελληνικού χρηματιστηρίου από τους οίκους FTSE Russell, S&P Dow Jones Indices και Stoxx, αλλά και η βελτίωση των δεικτών κεφαλαιοποίησης και ρευστότητας της ελληνικής κεφαλαιαγοράς επέτρεψαν στις τιμές των μετοχών που διαπραγματεύονται στη Euronext Athens να διατηρήσουν την ανοδική τους πορεία και το τρίτο τρίμηνο του 2026, παρά τη συνέχιση της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή.
Κατά τους πρώτους εννέα μήνες του έτους καταγράφηκε σωρευτικά άνοδος του γενικού δείκτη τιμών κατά +29,1%, ενώ ο τραπεζικός δείκτης σημείωσε εντυπωσιακή άνοδο της τάξης του 45,8%, σε συνέχεια της ανόδου των προηγούμενων ετών.
Οι θετικές τάσεις για τις τράπεζες εκτείνονται και πέραν της αποτίμησής τους, καθώς το πρώτο οκτάμηνο του έτους καταγράφηκε αξιοσημείωτη αύξηση των ιδιωτικών καταθέσεων και ενισχύθηκε περαιτέρω η πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα. Ως αποτέλεσμα, η θετική πορεία των τραπεζών αναμένεται να διατηρεί για το υπόλοιπο του 2026 και το 2027.
Επιπλέον, το διαφορικό κόστος νέου δανεισμού του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα με άλλες χώρες της Ευρωζώνης διατηρήθηκε σχετικά σταθερό κατά την ίδια περίοδο, παρά τη γεωπολιτική κρίση και τη διεθνή άνοδο του κόστους χρήματος, σημειώνει το ΙΟΒΕ.
Υπάρχουν όμως και αστερίσκοι στην πορεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, που σχετίζονται κυρίως με την ανοδική πορεία που ακολούθησε το κόστος νέας χρηματοδότησης, διότι συμπαρασήρθηκε από τις διεθνείς συγκυρίες, καθώς και από την άνοδο των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Υπενθυμίζεται πως οι πληθωριστικές πιέσεις από τις διαταραχές στο διεθνές εμπόριο και την άνοδο των τιμών της ενέργειας οδήγησαν την ΕΚΤ στην υιοθέτση περιοριστικής νομισματικής πολιτικής. Ως αποτέλεσμα, τον Ιούνιο προχώρησε στην πρώτη αύξηση από το 2023, η οποία ανέβασε το βασικό επιτόκιο κατά 25 μονάδες βάσεις στο 2,25%. Σε αντίστοιχη κίνηση προχώρησε και τον Σεπτέμβριο, με την αγορά να προεξοφλεί πως θα υπάρξει και τρίτη άνοδος έως το τέλος του έτους.
Εφόσον το σενάριο επιβεβαιωθεί, εκτιμάται πως το Euribor 3 μηνών στις αγορές παραγώγων επιτοκίων θα διαμορφωθεί στην περιοχή του 2,8% στα τέλη του 2026, από κοντά στο 2,0% στην αρχή του έτους.
Επιπλέον, μπορεί οι τράπεζες να έχουν αφαιρέσει από τους ισολογισμούς τους το «βάρος» των κόκκινων δανείων, ωστόσο αυτά παραμένουν στην πραγματική οικονομία, επιβαρύνοντας τα ελληνικά νοικοκυριά.
Ενδεικτικά, το δεύτερο τρίμηνο του 2026 τα δάνεια που βρίσκονται υπό τη διαχείριση των servicers άγγιξαν τα 79,7 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας πως το απόθεμα μη εξυπηρετούμενου ιδιωτικού χρέους παραμένει υψηλό, ακόμη και αν βρίσκεται εκτός του τραπεζικού συστήματος
Όπως αναφέρει το ΙΟΒΕ, το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων στα βιβλία των τραπεζών διατηρήθηκε αμετάβλητο στο 3,4% των συνολικών δανείων των τραπεζών κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026 και ανήλθε σε 6,2 δισ. ευρώ, από 6 δισ. ευρώ στο προηγούμενο τρίμηνο. Το επίπεδο αυτό συγκλίνει με τις υπόλοιπες χώρες στην Ευρωζώνη,ωστόσο υπάρχει περιθώριο περαιτέρω βελτίωσης.
Το μεγαλύτερο βάρος βρίσκεται στους ιδιώτες, με τα στοιχεία να αποκαλύπτουν πως στο συνολικό χαρτοφυλάκιο στεγαστικών δανείων, το ποσοστό των κόκκινων παραμένει υψηλό στο 8,9%, ενώ στα καταναλωτικά δάνεια αποτελούν το 7,4%. Στην επιχειρηματική πίστη τα επίπεδα των μη εξυπηρετούμενων δανείων παραμένουν χαμηλότερα και κυμαίνονται στο 2,2% επί του συνόλου.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, κρίνεται κρίσιμη η εφαρμογή εργαλείων όπως το μητρώο παρακολούθησης ιδιωτικού χρέους και ο εξωδικαστικός μηχανισμός, αλλά και η συνολική λειτουργία της δευτερογενούς αγοράς απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις.
Ανθεκτικές οι καταθέσεις και η πιστωτική επέκταση
Όσον αφορά στις ιδιωτικές καταθέσεις που βρίσκονται υπό τη διαχείριση των τραπεζών, αυτές σημείωσαν περαιτέρω άνοδο στο οκτάμηνο με ετήσια αύξηση 9,3%, που αντιστοιχεί σε 19 δισ. ευρώ. Σε καθαρά μεγέθη, οι νέες εισροές από επιχειρήσεις ανήλθαν σε 7,7 δισ. ευρώ, ενώ τα νοικοκυριά συνεισέφεραν με 1,8 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ, η τάση για το υπόλοιπο του έτους αλλά και το 2027 αναμένεται να συνεχίσει να είναι ανοδική, ωστόσο ο αυξημένος πληθωρισμός ενδέχεται να ανακόψει ελαφρώς την ταχύτητα ανάπτυξης.
Στην πλευρά του ενεργητικού των τραπεζών, ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης προς τον εγχώριο ιδιωτικό τομέα διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα, καταγράφοντας τον Αύγουστο του 2026 άνοδο 7,1% στον ιδιωτικό τομέα σε ετήσια βάση, ενώ ο αντίστοιχος ρυθμός προς τις επιχειρήσεις ανήλθε σε 9%.
Οι υψηλοί δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας των τραπεζών, καθώς και τα προγράμματα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας για μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ιδιώτες δημιουργούν το έδαφος για συνέχιση της πιστωτικής επέκτασης προς μικρομεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις, αν και με μικρότερο ρυθμό, δεδομένης της επίδρασης του υψηλότερου κόστους χρήματος και της λήξης του δανειακού σκέλους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, υπογραμμίζει το ΙΟΒΕ.