Σύμφωνα με τη δέκατη έκθεση δεικτών της πρωτοβουλίας «Lancet Countdown» για την Υγεία και την Κλιματική Αλλαγή, ορισμένες από τις σοβαρότερες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην υγεία επιδεινώθηκαν με ταχύτερο ρυθμό στη δεκαετία μετά την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας του Παρισιού (2016-2025), σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία. Οι επιστήμονες ζητούν να χαρακτηριστεί η κλιματική αλλαγή ως παγκόσμια κατάσταση έκτακτης ανάγκης για την υγεία.
Κατά μέσο όρο, η ζέστη συνδέθηκε με 540.800 εκτιμώμενους θανάτους ετησίως μεταξύ 2016 και 2023, με το 68% αυτών να αποδίδεται στην κλιματική αλλαγή. Το ποσοστό αυτό είναι αυξημένο σε σχέση με το 55% της περιόδου 2006-2015. Μόνο το 2023, το θερμότερο έτος της περιόδου, καταγράφηκαν 710.000 θάνατοι που σχετίζονται με τη ζέστη, από τους οποίους πάνω από το 70% αποδίδεται στην ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή. Συνολικά, εκτιμάται ότι σχεδόν τρία εκατομμύρια θάνατοι που σχετίζονται με τη ζέστη σημειώθηκαν μεταξύ 2016 και 2023 λόγω της κλιματικής αλλαγής.
Η αύξηση της θερμοκρασίας επηρέασε και την παραγωγικότητα, με εκτιμώμενες απώλειες δυνητικού εισοδήματος ύψους 1,07 τρισεκατομμυρίων δολαρίων το 2025 για την παγκόσμια οικονομία, ποσό που αντιστοιχεί στο 0,91% της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής. Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, οι απώλειες ξεπέρασαν το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια. Η νοτιοανατολική Ασία και η Αφρική επλήγησαν περισσότερο, με απώλειες που αντιστοιχούν στο 3,9% και 3,2% του ΑΕΠ τους αντίστοιχα, ενώ στην Ευρώπη το ποσοστό ήταν 0,2% και στην αμερικανική ήπειρο 1,5%. Τις μεγαλύτερες απώλειες υπέστησαν οι τομείς της γεωργίας και των κατασκευών.
Το 2025, η ακραία ξηρασία επηρέασε σχεδόν το 52% της χερσαίας επιφάνειας του πλανήτη για τουλάχιστον έναν μήνα, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί μετά το 2023. Από το 2016, η έκταση που πλήττεται από ξηρασία αυξάνεται με ρυθμό πάνω από 700% ταχύτερο σε σχέση με την περίοδο 2006-2015. Παράλληλα, νέα δορυφορική ανάλυση δείχνει ότι από το 2003, το 80% της χερσαίας επιφάνειας έχει αντιμετωπίσει σημαντικές μεταβολές στα πρότυπα αποθήκευσης νερού στο έδαφος, γεγονός που επηρεάζει την επισιτιστική ασφάλεια και την υγιεινή.
Τα ακραία φαινόμενα έντονων βροχοπτώσεων παρουσιάζουν επίσης αυξητική τάση. Την περίοδο 2016-2025 έπληξαν κατά μέσο όρο το 17,2% της παγκόσμιας χερσαίας επιφάνειας κάθε χρόνο, έναντι 14,8% την προηγούμενη δεκαετία, αυξάνοντας τον κίνδυνο πλημμυρών, κατολισθήσεων και ασθενειών που μεταδίδονται μέσω του νερού.
Ανεπαρκή τα μέτρα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής
Η διεθνής επιστημονική ομάδα, υπό τον συντονισμό του University College London και με τη συνεργασία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, επισημαίνει ότι οι δράσεις για το κλίμα, όπως οι επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια, η ενίσχυση της νομοθεσίας για την προστασία της υγείας και τα αυξανόμενα επιστημονικά δεδομένα, έχουν αποφέρει πραγματικά οφέλη για τη δημόσια υγεία. Ωστόσο, σύμφωνα με την έκθεση, τα μέτρα αυτά δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν τις ραγδαία αυξανόμενες βλάβες που προκαλεί η κλιματική αλλαγή, η οποία τροφοδοτείται κυρίως από τα ορυκτά καύσιμα.
Το 2025, οι παγκόσμιες επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια ανήλθαν σε 2,1 τρισεκατομμύρια δολάρια, σχεδόν διπλάσιες από τις επενδύσεις στα ορυκτά καύσιμα. Η βελτίωση της ποιότητας του αέρα εκτιμάται ότι απέτρεψε 323.000 θανάτους ετησίως σε τουλάχιστον 77 χώρες, όπου η ατμοσφαιρική ρύπανση από ορυκτά καύσιμα έχει μειωθεί από το 2016.
Παρά τις προσπάθειες, τα ορυκτά καύσιμα εξακολουθούν να καλύπτουν πάνω από το 80% των παγκόσμιων ενεργειακών αναγκών. Επιπλέον, οι 100 μεγαλύτερες εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου σχεδιάζουν να αυξήσουν την παραγωγή ορυκτών καυσίμων κατά 150% έως το 2040, ποσοστό υψηλότερο από το 138% που καταγράφηκε πέρυσι και πολύ πέρα από τον στόχο περιορισμού της υπερθέρμανσης στους 1,5°C.
Οι συντάκτες της έκθεσης καλούν να αναγνωριστεί επίσημα η κλιματική αλλαγή ως παγκόσμια έκτακτη υγειονομική ανάγκη και να τεθεί η προστασία της υγείας στο επίκεντρο κάθε απόφασης που αφορά το κλίμα, από τη μείωση των εκπομπών έως τις χρηματοδοτικές προτεραιότητες.