Την άμεση αλλαγή της πρακτικής μεταφοράς ανηλίκων σε νοσοκομεία για κοινωνικούς λόγους ζητούν η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία και η Παιδοψυχιατρική Εταιρεία Ελλάδος – Ένωση Ψυχιάτρων Παιδιών και Εφήβων, επισημαίνοντας τις σοβαρές επιπτώσεις που προκύπτουν από την έλλειψη κατάλληλων κοινωνικών δομών.
Όπως αναφέρουν οι δύο επιστημονικές εταιρείες, η προσωρινή παραμονή παιδιών σε νοσοκομεία με εισαγγελική εντολή συχνά καταλήγει σε μακροχρόνια φιλοξενία, διάρκειας μηνών. Οι ειδικοί τονίζουν ότι «το νοσοκομείο είναι πρωταρχικά χώρος ιατρικής φροντίδας και δεν οφείλει, ούτε μπορεί να μετασχηματίζεται σε χώρο φιλοξενίας και φύλαξης παιδιών για κοινωνικούς σκοπούς».
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, τα παιδιά που διαμένουν σε νοσοκομεία υπό αυτές τις συνθήκες εκτίθενται σε πολλαπλούς κινδύνους, πέραν των βιολογικών. Οι κίνδυνοι αφορούν τη μειωμένη προσωπική ασφάλεια, τον αυξημένο κίνδυνο ατυχημάτων και την έκθεση σε συναισθηματικές δυσκολίες λόγω ασαφούς προοπτικής, εναλλαγής προσώπων φροντίδας και παραμονής σε ανοίκειο περιβάλλον.
Οι επιστημονικές εταιρείες ζητούν την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου δικτύου Κοινωνικών Υπηρεσιών και τη διασύνδεσή τους με κοινοτικές υπηρεσίες παιδιατρικής και παιδοψυχιατρικής φροντίδας, ώστε να σταματήσει η αδιέξοδη αυτή πρακτική.
Παράλληλα, ζητούν να διασφαλιστεί η άμεση πρόσβαση παιδιών και εφήβων σε κοινωνικές υπηρεσίες, χωρίς να προηγείται νοσηλεία σε παιδιατρικά νοσοκομεία, και να ολοκληρώνονται οι αναγκαίες διαγνωστικές αξιολογήσεις εξωτερικά.
Όπως τονίζουν, η τοποθέτηση ενός παιδιού σε πλαίσιο κοινωνικής φροντίδας θα πρέπει να προτείνεται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, αφού εξαντληθούν όλες οι προσπάθειες διατήρησης των δεσμών φροντίδας εντός οικογένειας, συμπεριλαμβανομένης της υποστήριξης από κοινοτικές παιδοψυχιατρικές υπηρεσίες.
Σε περιπτώσεις όπου δεν είναι δυνατή η υποστήριξη του οικογενειακού πλαισίου, προτείνεται η ενίσχυση του θεσμού των ανάδοχων οικογενειών άμεσης φροντίδας και η παραμονή μικρού αριθμού παιδιών σε διαμερίσματα φιλοξενίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πρόληψη φαινομένων ενδοοικογενειακής βίας ή παραμέλησης.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι το ζήτημα απαιτεί ανασχεδιασμό και ρεαλιστική υλοποίηση ενός προγράμματος πραγματικής παιδικής προστασίας, με επίκεντρο τα δικαιώματα των παιδιών και των εφήβων και την ενίσχυση των κοινωνικών δομών και υπηρεσιών ψυχικής υγείας.