ΓΔ: 906.42 0.10% Τζίρος: 23.88 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 13:59:39 ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΓΟΡΑΣ
Φώτο: ΕΛΓΕΚΑ

Έως και 39% ακριβότερα τα τρόφιμα στην Ελλάδα από την Ευρώπη

Σημαντικές αποκλίσεις τιμών στα ράφια των ελληνικών σουπερμάρκετ από τα ευρωπαϊκά εντοπίζει η Επιτροπή Ανταγωνισμού. Ενισχύονται οι μεγάλοι του κλάδου, με αύξηση μεριδίου από 65% σε 74%.

Το ακριβό καλάθι για τα νοικοκυριά, αλλά και τα  υψηλά ποσοστά συγκέντρωσης στα σούπερ μάρκετ που «πριμοδοτούν» τη διαπραγματευτική ισχύ των αλυσίδων έναντι των προμηθευτών, επιτρέποντάς τους να λαμβάνουν υψηλά επίπεδα παροχών και εκπτώσεων από τη βιομηχανία, συμπεριλαμβάνονται στα συμπεράσματα της Ενδιάμεσης Έκθεσης της Κλαδικής Μελέτης για το κλάδο των σούπερ μάρκετ που πραγματοποιεί για πρώτη φορά η Επιτροπή Ανταγωνισμού.

Για το θέμα των τιμών, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο δείκτης επιπέδου τιμών στα τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά, τα οποία είναι και τα βασικά προϊόντα που διακινούνται από τις εταιρίες πώλησης ειδών σούπερ μάρκετ, είναι ο υψηλότερος σε σχέση με τα άλλα κράτη – μέλη με αντίστοιχο δείκτη όγκου κατά κεφαλήν ΑΕΠ και διαμορφώθηκε σε επίπεδο κατά 5,9% υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Ειδικότερα το 2018 στην κατηγορία Τρόφιμα, ο δείκτης του επίπεδου τιμών ήταν 104,9% για την Ελλάδα. O δείκτης επιπέδου τιμών για τις επιμέρους κατηγορίες που εμπίπτουν στην κατηγορία «Τρόφιμα» διαμορφώθηκαν ως εξής: Ψωμί και Δημητριακά (114,5%), Κρέας (91,5%), Ψάρι (107,1%), Γάλα, τυρί και αυγά (134,2%), Έλαια & λίπη (118,7%), Φρούτα, Λαχανικά, Πατάτες (82,7%) και Άλλα τρόφιμα (139,1%).

Έτσι, ενώ η Ελλάδα υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου, όσον αφορά τον δείκτη όγκου του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, παρατηρούμε πως το επίπεδο τιμών στα τρόφιμα (με εξαίρεση τις κατηγορίες Φρούτα, Λαχανικά, Πατάτες και Κρέας) είναι αρκετά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και στην περίπτωση της κατηγορίας Άλλα τρόφιμα φτάνει στο 139,1% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Αύξηση της συγκέντρωσης

Την ίδια στιγμή, το 2018, οι δέκα μεγαλύτερες αλυσίδες κατέγραψαν ποσοστιαία αύξηση στις πωλήσεις τους κατά 6,14% σε σχέση με το 2017, δηλαδή κατά 485,68 εκατ. ευρώ, σχεδόν διπλάσια σε σχέση με το 2017. Οι πωλήσεις τους ανήλθαν στα 8,39 δισ. ευρώ, ποσό που αντιπροσωπεύει περίπου το 40% των αγορών των ελληνικών νοικοκυριών σε είδη παντοπωλείου με βάση την έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ. Πλέον οι πωλήσεις των 10 μεγαλύτερων επιχειρήσεων και ομίλων αντιπροσωπεύουν το 74% των συνολικών πωλήσεων της αγοράς, όταν το αντίστοιχο ποσοστό το 2014 εκτιμάται στο 65%.

Η συγκέντρωση στον κλάδο λιανεμπορίου και η αύξηση της διαπραγματευτικής ισχύς των αλυσίδων τόσο λόγω αυξημένου μεριδίου όσο και λόγω της ανάγκης συμπίεσης των τιμών με περισσότερες προσφορές αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική κρίση, με την πλειοψηφία των προμηθευτών να επισημαίνει ότι ακόμα μια απόρροια αυτής είναι και η αύξηση του χρόνου αποπληρωμής των σούπερ μάρκετ στην βιομηχανία. Σε αυτό το πλαίσιο σημαντική μνεία γίνεται για τις συμβάσεις λιανεμπόρων και βιομηχανίας, αλλά και αυτό των παροχών.

Οι συμβάσεις

Σε όλες τις κατηγορίες προϊόντων αναφέρεται ότι στις συμβάσεις προμηθευτών -λιανεμπόρων, οι οποίες δεν ξεπερνούν συνήθως το ένα έτος, δεν υπάρχουν ρήτρες αποκλειστικότητας, ούτε άλλοι περιορισμοί στην προμήθεια, διάθεση, προώθηση ή διανομή προϊόντων μέσω συγκεκριμένης αλυσίδας. Καμία εταιρία δεν οφείλει μέσω σύμβασης να ενημερώνει για τις προσφορές των ανταγωνιστών ούτε και υπάρχει δέσμευση των πελατών/λιανεμπόρων να μην αποδεχτούν ευνοϊκότερη προσφορά από ανταγωνίστρια προμηθεύτρια εταιρία.

Σε όλες τις κατηγορίες προϊόντων πλην των αλλαντικών και του ψωμιού για τοστ η πλειοψηφία των συμβάσεων μεταξύ προμηθευτών και σούπερ μάρκετ είναι ενιαίες για το σύνολο των προϊόντων της κατηγορίας, ενώ στις περιπτώσεις όπου υπάρχει διαφοροποίηση των συμβάσεων (σε μεγαλύτερο ποσοστό στις κατηγορίες αλλαντικών και ψωμιού για τοστ), αυτό συνήθως γίνεται με πρωτοβουλία των σούπερ μάρκετ.

Η πλειοψηφία των προμηθευτών στις κατηγορίες, δημητριακών, ζυμαρικών, καφέ και χαρτιού υγείας ανέφεραν ότι οι συμβάσεις τους δεν διαφοροποιούνται ανά πελάτη/σούπερ μάρκετ. Αντιθέτως η πλειοψηφία των προμηθευτών στις κατηγορίες αλλαντικών, αναψυκτικών, απορρυπαντικών, οσπρίων, φέτα και ψωμιού για τοστ ανέφεραν ότι διαφοροποιούν τις συμβάσεις ανά πελάτη/σούπερ μάρκετ και η διαφοροποίηση βασίζεται σε διάφορα κριτήρια όπως ο όγκος συνολικών πωλήσεων, η διαπραγματευτική δύναμη του πελάτη, η δυνατότητα υλοποίησης προωθητικών ενεργειών, το εύρος του δικτύου καταστημάτων και του τρόπου διανομής, η παρουσία πλήρους ή μη κωδικολογίου καθώς και οι όροι πληρωμής. Στην αγορά των γιαουρτιών οι απαντήσεις είναι ισοκατανεμημένες με τους μισούς προμηθευτές να αναφέρουν ότι διαφοροποιούν τις συμβάσεις τους ανά πελάτη/σούπερ μάρκετ.

Αναφορικά με τις ημέρες πληρωμής των σούπερ μάρκετ σε σχέση με το αν υπάρχει ή όχι συμφωνία παροχής έκπτωσης βάσει έγκαιρης πληρωμής, με βάση τις απαντήσεις που έλαβε η Επιτροπή προκύπτει ότι κάθε αλυσίδα έχει διαφορετική πολιτική πίστωσης.

Διαπραγματευτική ισχύς αλυσίδων

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της οικονομετρικής εκτίμησης, οι επιχειρήσεις σούπερ μάρκετ που κατέχουν μεγαλύτερο μερίδιο στην αγορά επιτυγχάνουν βελτιωμένους διαπραγματευτικούς όρους, ήτοι μικρότερη τιμή προμήθειας. Επιπλέον, στο πλαίσιο της οικονομετρικής μελέτης, εξετάστηκε η δυνατότητα των προμηθευτών με μεγάλο μερίδιο στην αγορά να επιτυγχάνουν καλύτερους διαπραγματευτικούς όρους και επιβεβαιώθηκε στις μισές παραλλαγές του μοντέλου όπου εξετάστηκε.

Με τον υπολογισμό της διαπραγματευτικής δύναμης βάσει της κάθετης ισχύος από την πλευρά της θεωρίας των κοινωνικών δικτύων (social network analysis) προέκυψε ότι το επίπεδο διαπραγματευτικής δύναμης δεν είναι ομοιογενές μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών προϊόντων: κυμαίνεται μεταξύ του [5-10]% % στο χαρτί υγείας (ένα επίπεδο που θα μπορούσε να θεωρηθεί χαμηλό) και [25-35]% % στα αναψυκτικά (ένα επίπεδο που θα μπορούσε να θεωρηθεί σχετικά υψηλό).

Παροχές και εκπτώσεις

Ως προς το συνολικό ύψος των παροχών και εκπτώσεων (σ.σ. τις οποίες παρέχουν οι προμηθευτές και μπορούν να χαρακτηριστούν «εξατομικευμένες», ως αποτέλεσμα της διαπραγματευτικής διαδικασίας  βάσει της συγκεκριμένης εμπορικής συμφωνίας μεταξύ ενός σούπερ μάρκετ και μιας προμηθεύτριας εταιρίας) προς τις μικτές αγορές αποτυπώνεται ότι είναι αρκετά υψηλό με αποτέλεσμα οι καθαρές αγορές των σούπερ μάρκετ σε αξία, να είναι σημαντικά χαμηλότερες.

Εν προκειμένω, ερευνητέο είναι κατά πόσο οι εν λόγω ωφέλειες μετακυλίονται στους καταναλωτές εν είδη χαμηλότερων τιμών λιανικής που καταβάλλουν, ιδίως εάν συνυπολογιστεί ότι οι εν λόγω εκπτώσεις / παροχές είναι κατά κανόνα μη συστηματικές και ετεροχρονισμένες (δηλ. δεν σχετίζονται με το χρόνο τιμολόγησης των προϊόντων που αφορούν) και δεν συμπεριλαμβάνονται απευθείας στο κόστος αγοράς κατά τον χρόνο προμήθειας των προϊόντων από τα σούπερ μάρκετ.

Σχετικά με το όφελος του καταναλωτή, προέκυψε ότι η πλειοψηφία των αλυσίδων σούπερ μάρκετ δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην εισαγωγή και χρήση καρτών πιστότητας από τους καταναλωτές τους.

Η θέση στο ράφι

Από την έρευνα προκύπτει ότι εν γένει οι προμηθευτές παρέχουν συμβουλές προς τα σούπερ μάρκετ σχετικά με την τοποθέτηση των προϊόντων τους (και των αντίστοιχων ανταγωνιστικών), ακόμα και εάν κατά παραδοχή όλων των ερωτηθέντων μερών, η συμβουλευτική δραστηριότητα των προμηθευτών δεν προϋποθέτει δέσμευση των σούπερ μάρκετ ή/και δεν σχετίζεται άμεσα με χαμηλότερες τιμές προμήθειας ή παροχών προς αυτά.  

Εν τούτοις, ακόμη χωρίς δεσμευτικό χαρακτήρα οι προτάσεις αυτές δεν είναι άνευ αξίας και η σημασία της πρακτικής αυτής δεν μειώνεται, διότι θα μπορούσε δυνητικά μια μη δεσμευτική συμβουλή να εκληφθεί από κάποιον λιανοπωλητή ως τέτοια λόγω των κατ’ ιδίαν χαρακτηριστικών του προμηθευτή, όπως ιδίως της θέσης που ενδέχεται να έχει στην σχετική αγορά (π.χ. δεσπόζουσα θέση). Όσον αφορά δε στο κατά πόσο υπάρχει συσχέτιση της τοποθέτησης των προϊόντων έκαστης κατηγορίας στο ράφι των σούπερ μάρκετ με το μερίδιο αγοράς που κάθε προμηθευτής/εμπορικό σήμα συγκεντρώνει στην αγορά δραστηριοποίησής του, δεν φαίνεται να υπάρχει κοινή τάση. Ωστόσο, δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι κατ’ ομολογία του συνόλου των ερωτηθέντων μερών, ιδίως των προμηθευτών, η ανάπτυξη των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, με εξαίρεση την αγορά απορρυπαντικών ρούχων σε σκόνη, έχει περιορίσει το διαθέσιμο προς αυτούς χώρο προβολής των προϊόντων τους στα σούπερ μάρκετ.

Σημειώνεται ότι η  έρευνα επικεντρώθηκε σε συνολικά 11 κατηγορίες προϊόντων:  αλλαντικά, αναψυκτικά – έτοιμο τσάι – ενεργειακά ποτά – σόδες,  απορρυπαντικά ρούχων σε σκόνη, γιαούρτι και επιδόρπια γιαουρτιού, δημητριακά για πρωινό,  ζυμαρικά,  καφές, όσπρια, τυρί φέτα,  χαρτί υγείας και  ψωμί συσκευασμένο για τοστ και μεταξύ των βασικών συμπερασμάτων προκύπτει ότι μολονότι η αγορά είναι ενιαία για τα επώνυμα και την ιδιωτική ετικέτα, ανά κατηγορία υπάρχουν διαφοροποιήσεις στην διείσδυση των private label κωδικών, ενώ οι απόψεις των εταιριών για τη σημασία των εμπορικών σημάτων και την πίστη των καταναλωτών σε αυτά, διίστανται.

Εμπόδια εισόδου νέων παιχτών

Μολονότι δεν υπάρχουν νομικά εμπόδια που να απαγορεύουν την είσοδο νέων παιχτών στις κατηγορία, η πλειοψηφία των προμηθευτών προκρίνει ως ανατρεπτικούς παράγοντες: τη δυσκολία καθιέρωσης δικτύου διανομής σε πανελλαδικό επίπεδο, το υψηλό κόστος εισόδου στα ράφια των σούπερ μάρκετ (listing/entrance fees) καθώς και τον περιορισμένο χώρο στο ράφι λόγω των «must have» προϊόντων (συμφωνίες για πλανογράμματα στην κατηγορία αναψυκτικών), αλλά και λόγω των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας καθώς και την  υψηλή διαφημιστική δαπάνη. Σε κάποιες δε περιπτώσεις όπου η αγορά είναι ώριμη αναφέρεται ότι οι ήδη υπάρχουσες συμφωνίες με προμηθευτές καλύπτουν τις ανάγκες της αγοράς και δυσχεραίνουν την είσοδο νέων επιχειρήσεων (π.χ. αλλαντικά, αναψυκτικά, φέτα).

Προτάσεις

Σε ο,τι αφορά στις προτάσεις της Επ. Ανταγωνισμού για την προστασία των καταναλωτών αλλά και την ενίσχυση του οριζόντιου ανταγωνισμού προβλέπουν  : α) Υιοθέτηση μη δεσμευτικής νομοθεσίας (soft law) μέσω μίας υβριδικής ρύθμισης περιπτώσεων σημαντικής διαπραγματευτικής ισχύος. Τέτοια μη δεσμευτική νομοθεσία μπορεί να γίνει, για παράδειγμα, μέσω ενός «Κώδικα Δεοντολογίας» ή ενός Οδηγού Καλών Πρακτικών μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών β) Πιθανές νομοθετικές αλλαγές, π.χ. τροποποίηση των Κανόνων Διακίνησης και Εμπορίας Προϊόντων και Παροχής Υπηρεσιών (ΔΙΕΠΠΥ) και, γ) Πιθανή εισαγωγή νέων θεσμών, όπως ενός Διαμεσολαβητή (Ombudsman) ή Εντολοδόχου, ο οποίος θα διορίζεται από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, και ο οποίος θα παρακολουθεί συστηματικά τις αγορές όπου παρατηρείται σημαντική διαπραγματευτική ισχύ προμηθευτών ή αγοραστών.

Επισημαίνεται ότι η τελική Έκθεση της Επ. Ανταγωνισμού θα επικαιροποιηθεί με στοιχεία που θα συλλεχθούν κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης, η οποία θα λάβει χώρα από 13.04.2020 έως 10.05.2020.

Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εβδομάδα... κορονοϊού στα σούπερ μάρκετ με διπλασιασμό του τζίρου

«Έφοδος» των καταναλωτών την εβδομάδα από 9 έως 15 Μαρτίου προκάλεσε αύξηση 95,7%. στον τζίρο των αλυσίδων. Έκτοτε παρατηρείται αισθητή επιβράδυνση στους ρυθμούς, σύμφωνα με στελέχη του κλάδου.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αγροτικά προϊόντα: Παραγωγοί σε ομηρία, ελεγκτικό καθεστώς με «τρύπες»

Κανόνας οι αθέμιτες πρακτικές από τους μεγάλους αγοραστές σε βάρος των παραγωγών, ενώ ο νέος νόμος για την αντιμετώπισή τους «βραχυκλώνει» τις ελεγκτικές αρμοδιότητες της Επιτροπής Ανταγωνισμού.