Σημαντική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους καταγράφει η Ελλάδα, σύμφωνα με την έκθεση της Alpha Bank για την Ελληνική Οικονομία (Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων).
Μετά την έντονη επιδείνωση την περίοδο της πανδημίας, η χώρα εμφανίζει πλέον μία από τις ταχύτερες βελτιώσεις στην Ευρωζώνη.
Το 2020 ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ είχε φτάσει στο 209,4%, ωστόσο έκτοτε ακολουθεί σταθερά πτωτική πορεία, υποχωρώντας στο 146,1% το 2025.
Η μείωση αυτή, που ξεπερνά τις 63 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε πέντε χρόνια, αποτελεί, όπως επισημαίνεται στην έκθεση, τη μεγαλύτερη και ταχύτερη μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωζώνης.
Όπως αναφέρεται στο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων, η εξέλιξη αυτή δεν οφείλεται μόνο στην αύξηση του ΑΕΠ, αλλά και στη συγκράτηση του ίδιου του χρέους.
«Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις λίγες χώρες της Ευρωζώνης που μείωσαν το ονομαστικό τους χρέος τη διετία 2024-2025», σημειώνεται χαρακτηριστικά.
Συνεχίζεται η αποκλιμάκωση του χρέους
Η θετική πορεία εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί. Σύμφωνα με τις προβλέψεις που παρατίθενται στην έκθεση, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί στο 136,8% το 2026 και στο 130,3% το 2027, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα προβλέπεται στο 3,2% του ΑΕΠ για τα δύο αυτά έτη.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι, αν διατηρηθεί η σημερινή δυναμική, η Ελλάδα ενδέχεται μέσα στην επόμενη διετία να εμφανίσει χαμηλότερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ από την Ιταλία, γεγονός που θα σηματοδοτήσει μια ιστορική αλλαγή για τη θέση της χώρας στην Ευρωζώνη.
Το 2025 η μείωση του χρέους κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024 ήταν η μεγαλύτερη στην Ευρωζώνη.
Σύμφωνα με την Alpha Bank, στην εξέλιξη αυτή συνέβαλαν η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, η ανάπτυξη της οικονομίας και οι πληθωριστικές πιέσεις, καθώς και η πρόωρη αποπληρωμή δανείων ύψους 5,3 δισ. ευρώ.
Ισχυρό πλεόνασμα και αυξημένα φορολογικά έσοδα
Παράλληλα, η Ελλάδα κατέγραψε ισχυρό πρωτογενές πλεόνασμα το 2025, το οποίο διαμορφώθηκε στο 4,9% του ΑΕΠ ή 12,1 δισ. ευρώ.
Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται, όπως αναφέρεται, στην αύξηση των φορολογικών εσόδων, λόγω της ενίσχυσης της απασχόλησης, των μισθών και των επενδύσεων, αλλά και στα μέτρα περιορισμού της φοροδιαφυγής, ιδίως μέσω της διεύρυνσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών.
«Η σταθερή ενίσχυση των φορολογικών εσόδων δημιουργεί τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο για στοχευμένες παρεμβάσεις», επισημαίνεται στην έκθεση.
Νέα μέτρα στήριξης απέναντι στο ενεργειακό κόστος
Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση προχώρησε σε νέα δέσμη μέτρων στήριξης ύψους 500 εκατ. ευρώ, σε συνέχεια παρεμβάσεων 300 εκατ. ευρώ που είχαν ανακοινωθεί τον Μάρτιο.
Τα μέτρα στοχεύουν στην αντιμετώπιση του αυξημένου ενεργειακού κόστους, που συνδέεται με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Οι παρεμβάσεις περιλαμβάνουν επιδοτήσεις καυσίμων μέσω ψηφιακής κάρτας, ενίσχυση στο diesel, επιδότηση λιπασμάτων, καθώς και στήριξη συνταξιούχων, ευάλωτων ομάδων, ενοικιαστών και οικογενειών με παιδιά.
Όπως τονίζεται, «στόχος των μέτρων είναι η συγκράτηση του κόστους ζωής και η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, ιδιαίτερα για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά».
Την ίδια στιγμή, σε ευρωπαϊκό επίπεδο προωθείται το σχέδιο AccelerateEU, το οποίο αποσκοπεί στη μείωση του ενεργειακού κόστους και στην επιτάχυνση της μετάβασης σε καθαρές μορφές ενέργειας, μέσω της κινητοποίησης δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων.