Η γερμανική οικονομία κινδυνεύει να παραμείνει σε στασιμότητα και το 2026, καθώς οι επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν και η άνοδος των τιμών ενέργειας επιβαρύνουν ένα ήδη αδύναμο οικονομικό περιβάλλον, σύμφωνα με το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank.
Όπως αναφέρει η Alpha Bank, η γερμανική κυβέρνηση αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη, μειώνοντας την εκτίμηση για την αύξηση του ΑΕΠ από 1% σε 0,5% για το 2026.
Η επιβάρυνση αποδίδεται κυρίως στο ενεργειακό κόστος, το οποίο περιορίζει τα περιθώρια δημοσίων δαπανών και πιέζει επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οικονομολόγοι που επικαλούνται οι Financial Times.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Commerzbank, Jörg Krämer, δήλωσε ότι είναι πολύ πιθανό το 2026 να εξελιχθεί σε ακόμη μία χαμένη χρονιά για την ανάπτυξη.
Αντίστοιχα, ο επικεφαλής του ινστιτούτου Ifo, Clemens Fuest, ανέφερε ότι «η στασιμότητα είναι η νέα κανονικότητα», σημειώνοντας πως η ανάπτυξη θα επανέλθει κάποια στιγμή, αλλά παραμένει αβέβαιο το πότε.
Στάσιμες επενδύσεις και χαμηλές προσδοκίες στη βιομηχανία
Σύμφωνα με την Alpha Bank, οι ιδιωτικές επενδύσεις, οι εξαγωγές και η εγχώρια κατανάλωση παραμένουν στάσιμες.
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς προειδοποίησε ότι οι επιπτώσεις του πολέμου στην οικονομία θα είναι αισθητές για μεγάλο διάστημα, ανακοινώνοντας παράλληλα βραχυπρόθεσμα μέτρα ύψους 1,6 δισ. ευρώ για την ανακούφιση από την αύξηση των τιμών στα καύσιμα.
Η επιδείνωση αποτυπώνεται και στο κλίμα της βιομηχανίας.
Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στη γερμανική βιομηχανία παρέμεινε τον Απρίλιο του 2026 σε χαμηλό επίπεδο, στο -14,5, αρκετά χαμηλότερα από τη Γαλλία (-8,4) και την Ισπανία (-5,1).
Αυτό δείχνει ότι οι επιχειρήσεις παραμένουν επιφυλακτικές τόσο για την τρέχουσα κατάσταση όσο και για τις προοπτικές τους.
Πληθωρισμός και αγορά εργασίας υπό πίεση
Πίεση καταγράφεται και στις τιμές. Σύμφωνα με το γερμανικό υπουργείο Οικονομίας και Ενέργειας, ο πληθωρισμός αυξήθηκε τον Μάρτιο του 2026 στο 2,7%, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο ετών, κυρίως λόγω της ανόδου των τιμών ενέργειας κατά 7,2% σε ετήσια βάση. Η ίδια εκτίμηση προβλέπει πληθωρισμό 2,7% για το σύνολο του 2026.
Στην αγορά εργασίας, η εικόνα παραμένει σχετικά ανθεκτική, αλλά με αυξανόμενες προκλήσεις. Οι άνεργοι μειώθηκαν οριακά τον Μάρτιο κατά 49.000, στα 3,021 εκατομμύρια άτομα, ενώ το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 6,4%.
Ωστόσο, η γεωπολιτική αβεβαιότητα, η αποβιομηχάνιση, οι περικοπές θέσεων στη μεταποίηση και η αυξανόμενη χρήση τεχνητής νοημοσύνης δημιουργούν νέες πιέσεις.
Η Alpha Bank επισημαίνει ότι το νέο ενεργειακό σοκ έρχεται να προστεθεί στις επιπτώσεις των αμερικανικών δασμών και επιδεινώνει βαθύτερα δομικά προβλήματα της Γερμανίας, όπως η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού, η χαμηλή παραγωγικότητα και η γραφειοκρατία. Παράλληλα, αυξάνει την αβεβαιότητα για τις ιδιωτικές επενδύσεις και επιβαρύνει την καταναλωτική εμπιστοσύνη.
Βιομηχανία σε κάμψη και άνοδος πτωχεύσεων
Ιδιαίτερα δύσκολη είναι η εικόνα στη βιομηχανία. Ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής βρίσκεται σε πτωτική πορεία από τις αρχές του προηγούμενου έτους, υποχωρώντας από το 101,2 τον Μάρτιο του 2025 στο 87 τον Φεβρουάριο του 2026.
Η ενεργοβόρος βιομηχανία παραμένει αποδυναμωμένη, ενώ η παραγωγή στη χημική και φαρμακευτική βιομηχανία έχει υποχωρήσει σε επίπεδα που είχαν καταγραφεί τελευταία φορά στα τέλη του 2004, σύμφωνα με στοιχεία της Bundesbank.
Ο Henrik Meincke, επικεφαλής οικονομολόγος της Γερμανικής Ένωσης Χημικής Βιομηχανίας, δήλωσε στους Financial Times ότι πολλές επιχειρήσεις κλείνουν παραγωγικές μονάδες, αντιμετωπίζοντας χαμηλή αξιοποίηση της δυναμικότητας και ισχυρή πίεση στα περιθώρια κέρδους.
Παράλληλα, στο πρώτο τρίμηνο του 2026 οι πτωχεύσεις επιχειρήσεων στη Γερμανία ανήλθαν στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 20 ετών.
Παρά τη δύσκολη εικόνα, η Alpha Bank σημειώνει ότι η εφαρμογή του δημοσιονομικού πακέτου της γερμανικής κυβέρνησης θα μπορούσε να στηρίξει την οικονομία, ενισχύοντας την κατανάλωση και την απασχόληση.