Όλο και περισσότερη εμπιστοσύνη στις πληρωμές με κάρτα και στις ηλεκτρονικές πληρωμές δείχνουν οι Έλληνες πολίτες, οι οποίοι χρόνο με τον χρόνο ενσωματώνουν αυτά τα μέσα όλο και συχνότερα στις καθημερινές συναλλαγές τους.
Αυτά αποκαλύπτει η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας από την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), σύμφωνα με την οποία οι κάρτες πληρωμών σε κυκλοφορία ανήλθε σε 22,9 εκατομμύρια τον Δεκέμβριο του 2025, αυξημένες κατά 12% σε ετήσια βάση.
Από αυτές, οι ενεργές χρεωστικές κάρτες ανέρχονται σε 19,5 εκατομμύρια, σημειώνοντας αύξηση κατά 13%, ενώ οι πιστωτικές κάρτες έφτασαν τα 3,3 εκατ., αυξημένες κατά 4%.
Σημαντική αύξηση κατά 70% κατέγραψε ο αριθμός των προπληρωμένων καρτών, φθάνοντας τις 2,8 εκατομμύρια κάρτες.
Η εξέλιξη αυτή εκτιμάται ότι συνδέεται κυρίως με την αλλαγή στον τρόπο χορήγησης ορισμένων οικονομικών ενισχύσεων από τους δημόσιους φορείς (πχ ΔΥΠΑ, ΟΠΕΚΑ), οι οποίες πλέον καταβάλλονται με πίστωση σε ειδικές προπληρωμένες κάρτες των δικαιούχων.
Παράλληλα, μεγάλη στροφή παρατηρήθηκε προς τις άμεσες μεταφορές πίστωσης, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 73% το 2025 σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, με τις περισσότερες συναλλαγές να πραγματοποιούνται μέσω της υπηρεσίας IRIS Payments, η οποία ενισχύει τη χρήση άμεσων πληρωμών, διασφαλίζοντας παράλληλα την ταχύτητα και ασφάλεια των συναλλαγών στην Ελλάδα.
Αυξήθηκαν και οι συναλλαγές με κάρτες το 2025
Αντίστοιχη αύξηση παρατηρήθηκε και στον αριθμό των συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν με κάρτες πληρωμών το 2025, επιβεβαιώνοντας τη στροφή των Ελλήνων προς το «πλαστικό» χρήμα.
Συγκεκριμένα, οι συναλλαγές ανήλθαν σε 2,7 δισεκατομμύρια, αυξημένες κατά 10%, ενώ η αξία των εν λόγω συναλλαγών διαμορφώθηκε σε 119,5 δισ. ευρώ, αυξημένη κατά 6% σε ετήσια βάση.
Όπως είναι αναμενόμενο, οι περισσότερες συναλλαγές με κάρτες διενεργούνται με χρεωστικές κάρτες, αντιπροσωπεύοντας το 93% του συνόλου, με τον αριθμό συναλλαγών να διαμορφώνεται σε 2,5 δισεκατομμύρια το 2025, αυξημένος κατά 10%.
Αντιστοίχως, ο αριθμός των συναλλαγών με πιστωτικές κάρτες ανήλθε σε 195,5 εκατομμύρια, αυξημένος κατά 5%.
Όσον αφορά στη μέση αξία ανά συναλλαγή, αυτή μειώθηκε σε 43 ευρώ, από 44 ευρώ το 2024.
Η πτωτική αυτή πορεία δεν είναι κάτι αρνητικό, αντιθέτως καταδεικνύει την εξοικείωση των χρηστών των καρτών με το εν λόγω μέσο πληρωμής, αλλά και τη συνεχή χρήση τους για αγορές χαμηλής αξίας.
Σε ετήσια βάση, η μέση ετήσια αξία συναλλαγών ανά κάρτα μειώθηκε κατά 5% και διαμορφώθηκε σε 5.204 ευρώ από 5.468 ευρώ το 2024, κυρίως λόγω της μείωσης κατά 6% της μέσης αξίας των συναλλαγών με χρεωστικές κάρτες σε 5.646 ευρώ, από 6.002 ευρώ το 2024, ενώ η μέση αξία συναλλαγών ανά πιστωτική κάρτα αυξήθηκε κατά 1% και διαμορφώθηκε σε 2.649 ευρώ από 2.616 ευρώ το 2024.
Ενισχυμένη προστασία στις ηλεκτρονικές πληρωμές
Το 2025 οι υποδομές του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δηλαδή τα συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού των συναλλαγών, λειτούργησαν αποτελεσματικά, εξασφαλίζοντας ασφαλείς και αξιόπιστες συναλλαγές, υπογραμμίζει η έκθεση της ΤτΕ.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, παρατηρήθηκε πως οι συναλλαγές απάτης με κάρτες και οι σχετικοί δείκτες τους παρουσίασαν μείωση, η οποία αποδίδεται κυρίως σε ενισχυμένα μέτρα πρόληψης, αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων και αυξημένη ενημέρωση των χρηστών μέσων πληρωμών.
Συγκεκριμένα, το 2025 οι συναλλαγές απάτης με κάρτες πληρωμών μειώθηκαν σε αριθμό κατά 9% σε σχέση με το 2024, με τον δείκτη αναλογίας του αριθμού των συναλλαγών απάτης προς τον συνολικό αριθμό συναλλαγών να ανέρχεται σε 0,013%, αντιστοιχώντας σε 1 συναλλαγή απάτης ανά 7,6 χιλ. συναλλαγές, ποσοστό μειωμένο κατά 20% σε ετήσια βάση.
Η μείωση της ηλεκτρονικής απάτης προήλθε σε μεγάλο βαθμό από την ενημέρωση των καταναλωτών αναφορικά με τους τρόπους της ορθής και ασφαλούς χρήσης αυτών και τις νέες μορφές απάτης στις οποίες δύνανται να εκτεθούν, αλλά και από την υιοθέτηση πρακτικών πρόληψης της απάτης από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.
Όσον αφορά στις επιτυχημένες απάτες, οι οικονομικές ζημίες που προκύπτουν από αυτές βαραίνουν κυρίως τους καταναλωτές.
Σύμφωνα με την έκθεση της ΤτΕ, το 2025 οι κάτοχοι και οι αποδέκτες υπηρεσιών πληρωμών επωμίστηκαν το 62% και 31% της συνολικής ζημίας, αντίστοιχα, ενώ οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών που εκδίδουν κάρτες επιβαρύνθηκαν σε ποσοστό 7%.