Φώτο: ΑΠΕ

Ξενοδοχεία σε τιμή ευκαιρίας θέλουν οι επίδοξοι αγοραστές

Ενισχύει την πίεση για εκπτώσεις στις τιμές πώλησης των ξενοδοχειακών μονάδων η απογοητευτική πορεία της φετινής τουριστικής σεζόν. Πρόβλημα βιωσιμότητας πολλών μονάδων «βλέπει» η Τράπεζα της Ελλάδος.

Καθοριστικό θεωρείται το δεύτερο 15ήμερο του Ιουλίου για την πορεία του τουριστικού προϊόντος στην Ελλάδα κατά την φετινή καλοκαιρινή σεζόν. Μέχρι σήμερα, η εικόνα, ιδίως από τα νησιωτικά παραθεριστικά θέρετρα, αλλά και την πλειονότητα των ηπειρωτικών, όπως επίσης και των ξενοδοχείων στην Αθήνα, είναι απογοητευτική.

Τα παραπάνω στοιχεία παρακολουθούν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και οι επίδοξοι αγοραστές ξενοδοχειακών μονάδων, όπως ασφαλώς και οι πωλητές, ώστε να βρεθεί το νέο ισορροπίας στις αξίες των ξενοδοχειακών ακινήτων. Το 2019 ξενοδοχεία αξίας άνω των 250 εκατ. ευρώ άλλαξαν χέρια (αν υπολογιστεί και ο δανεισμός που τα συνόδευε το ποσό είναι πολλαπλάσιο), επομένως πρόκειται για μια όλο και σημαντικότερη κατηγορία της αγοράς ακινήτων.

Το ζητούμενο είναι πόσο θα υποχωρήσουν οι τιμές σε σχέση με τα περσινά επίπεδα και κυρίως αν οι πωλητές είναι διατεθειμένοι να προβούν σε εκπτώσεις, ώστε να διευκολύνουν την επίτευξη συμφωνιών ή όχι. Στο πλαίσιο αυτό, προκύπτουν διάφορα αφηγήματα, με κυριότερο ότι η παρούσα κρίση είναι παροδική και ότι ο τουρισμός της χώρας θα βιώσει σημαντική ανάκαμψη από το 2021 και μετά, επιστρέφοντας ήδη από το 2022 στο επίπεδο του 2019. Έτσι και με δεδομένο ότι η επένδυση σε ένα ξενοδοχειακό ακίνητο έχει μακροπρόθεσμο ορίζοντα, οι πωλητές πιέζουν για την διατήρηση των τιμών στο επίπεδο που είχε διαμορφωθεί προ πανδημίας.

Στον αντίποδα, οι αγοραστές επικαλούνται την έντονη αβεβαιότητα που επικρατεί και για την επίπτωση της πανδημίας στην οικονομία, αλλά και για τον τουρισμό γενικότερα, καθώς ένα δεύτερο κύμα κρουσμάτων το φθινόπωρο, θα είχε καταστροφικές συνέπειες. Στο πλαίσιο αυτό, πιέζουν για «συναινέσεις» προς τα κάτω, ώστε να μειώσουν το ρίσκο που αναλαμβάνουν. Σύμφωνα με φορείς της αγοράς ακινήτων, το αν θα προχωρήσουν οι συναλλαγές που βρίσκονται στα σκαριά για μονάδες που βρίσκονται προς πώληση, θα εξαρτηθεί εν πολλοίς και από την στάση του εκάστοτε πωλητή, είτε πρόκειται για τράπεζα, είτε για κάποιον διαχειριστή χαρτοφυλακίων ακινήτων, που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των “κόκκινων” δανείων.

Στην πρόσφατη ενδιάμεση έκθεση για την νομισματική πολιτική, η Τράπεζα της Ελλάδος σημείωσε ότι «στον κλάδο των ξενοδοχείων ο αντίκτυπος της κρίσης αναμένεται ισχυρός και εξαρτημένος από το ρυθμό ομαλοποίησης των συνθηκών παγκοσμίως και την αποκατάσταση της εξωτερικής ζήτησης. Βραχυπρόθεσμα, και στο βαθμό που θα υπάρξει η δυνατότητα αξιοποίησης του εσωτερικού τουρισμού, αλλά και έστω περιορισμένης προσέλκυσης τουρισμού από το εξωτερικό με ασφάλεια, η εμβέλεια και το μέγεθος των επιπτώσεων εκτιμάται ότι θα έχουν έντονα τοπικά χαρακτηριστικά. Παράλληλα, η προσαρμογή στις απαιτήσεις υγιεινής και ασφάλειας, η συρρίκνωση της τουριστικής περιόδου και η ανάγκη λειτουργίας με χαμηλές πληρότητες αναμένεται να επηρεάσουν τη βιωσιμότητα λειτουργίας αρκετών μονάδων, γεγονός το οποίο εκτός από τη συμπίεση των αξιών των ακινήτων, με συναφείς προς τον τουρισμό χρήσεις, αναμένεται να οδηγήσει προσωρινά στον επαναπροσδιορισμό των επενδυτικών σχεδίων».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι απόψεις στελεχών της αγοράς, όπως για παράδειγμα ο κ. Πολ Γομόπουλος, γενικός διευθυντής της Hines στην Ελλάδα. Όπως σημείωσε σε πρόσφατη διαδικτυακή εκδήλωση για τον τουρισμό, οι επιπτώσεις από την πανδημία θα είναι καταρχάς η άμεση πτώση του όγκου των επενδύσεων, καθώς τα περισσότερα από τα ξένα funds ενδιαφέρονταν κυρίως για επενδύσεις στον ξενοδοχειακό κλάδο. «Το χτύπημα είναι δυστυχώς διπλό, καθώς όχι μόνο υπάρχει αναθεώρηση συνολικά της επενδυτικής στρατηγικής, αλλά επιπλέον τα ξενοδοχεία, που ήταν ο βασικός στόχος των ξένων, θα δεχθούν και το σημαντικότερο πλήγμα», σημείωσε ο κ. Γομόπουλος.  

Κατά τον ίδιο, μια από τις βασικές συνέπειες, τουλάχιστον για τα επόμενα 2-3 χρόνια θα είναι η αναβολή ορισμένων επενδυτικών έργων, ανάπτυξης/ανακατασκευής ξενοδοχείων, αλλά και η υποχώρηση των αξιών των ξενοδοχειακών ακινήτων. Αυτό θα συμβεί ακριβώς επειδή και τα έσοδά τους θα είναι πλέον χαμηλότερα, κάτι που έχει άμεση αντανάκλαση και στις αξίες τους. Από την άλλη πλευρά, αυτή η πτώση των αξιών είναι πολύ πιθανό να γεννήσει και νέες επενδυτικές ευκαιρίες, τουλάχιστον για όσους επενδυτές είναι διατεθειμένοι να αυξήσουν το επίπεδο του ρίσκου που προτίθενται να αναλάβουν.

Η Hines πάντως αποδεικνύει ότι όντως υπάρχουν τέτοιες ευκαιρίες, όπως προκύπτει από την πρόσφατη εξαγορά πέντε ξενοδοχειακών μονάδων στην Κρήτη. Το τελικό τίμημα εκτιμάται ότι προσέγγισε τα 75 εκατ. ευρώ, ενώ αν υπολογιστούν και οι επενδύσεις για την αναβάθμιση των ξενοδοχείων, τότε θα πρέπει να γίνεται λόγος για ένα «ντιλ» αξίας άνω των 100 εκατ. ευρώ. 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Θολό τοπίο για το restart στα ξενοδοχεία: Ποιοι ανοίγουν, ποιοι διστάζουν

Λιγότερα από τα μισά ξενοδοχεία δωδεκάμηνης λειτουργίας ανοίγουν αύριο τις πύλες τους, καθώς παραμένουν στο μηδέν οι κρατήσεις. Τι σχεδιάζουν οι ισχυροί όμιλοι για τις μεγάλες παραθεριστικές μονάδες.