Την ανάγκη να αποκτήσει η Ευρώπη μεγαλύτερες και ισχυρότερες τράπεζες, ικανές να ανταγωνιστούν σε παγκόσμιο επίπεδο και να διοχετεύσουν περισσότερα κεφάλαια στις επιχειρήσεις, ανέδειξε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, συνδέοντας την τραπεζική ενοποίηση με το μεγάλο ζητούμενο της επιστροφής της ευρωπαϊκής οικονομίας σε ισχυρότερους ρυθμούς ανάπτυξης.
Μιλώντας σε εκδήλωση του Jacques Delors Centre της Hertie School στο Βερολίνο, ο κ. Πιερρακάκης έθεσε το ζήτημα της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας ως πρόβλημα κλίμακας και κατακερματισμού. Όπως επισήμανε, επί χρόνια η Ευρώπη αναγνωρίζει τα οφέλη που θα προέκυπταν από βαθύτερη ενοποίηση σε τράπεζες, κεφαλαιαγορές, ενέργεια και τεχνολογία, ωστόσο οι εθνικές προτεραιότητες λειτουργούν συχνά ως εμπόδιο. Εκτίμησε πάντως ότι πλέον υπάρχει μεγαλύτερη επίγνωση του κόστους της αδράνειας και εμφανίστηκε αισιόδοξος για την εφαρμογή προτάσεων των εκθέσεων Draghi και Letta.
Μεγαλύτερες τράπεζες και περισσότερη χρηματοδότηση
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε στην Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, η οποία ενσωματώνει την ατζέντα της Ένωσης Κεφαλαιαγορών και της Τραπεζικής Ένωσης. Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι η Ευρώπη διαθέτει τρισεκατομμύρια ευρώ αποταμιεύσεων τα οποία παραμένουν ουσιαστικά αδρανή σε τραπεζικούς λογαριασμούς, αντί να κατευθύνονται σε παραγωγικές επενδύσεις.
Για να αλλάξει αυτή η εικόνα απαιτούνται τόσο ευρωπαϊκές όσο και εθνικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να αρθούν τα εμπόδια που εμποδίζουν τη μετατροπή της ευρωπαϊκής αποταμίευσης σε επενδυτικό κεφάλαιο. Χαρακτηριστικό, όπως ανέφερε, είναι ότι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αναγκάζονται να στραφούν στις ΗΠΑ για venture capital ή ενδιάμεση χρηματοδότηση, κάτι που θα έπρεπε να αποτελεί επιλογή και όχι αναγκαιότητα.
Για τις τράπεζες ειδικότερα, ο πρόεδρος του Eurogroup ξεχώρισε δύο αδυναμίες. Πρώτον, την υποχώρηση της ενοποίησης του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση και, δεύτερον, τις χαμηλότερες τεχνολογικές επενδύσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών σε σύγκριση με τους ανταγωνιστές τους στις ΗΠΑ και την Κίνα.
«Χρειαζόμαστε μεγαλύτερες τράπεζες στην Ευρώπη», τόνισε, εξηγώντας ότι αυτές θα μπορούν να προσφέρουν καλύτερες υπηρεσίες, να χρηματοδοτούν περισσότερο τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και να ενισχύουν τη ρευστότητα στην οικονομία. Κατά τον ίδιο, η δημιουργία τραπεζών με την κλίμακα που απαιτείται για διεθνή ανταγωνισμό και μεγάλες τεχνολογικές επενδύσεις αποτελεί βασικό τμήμα μιας ευρωπαϊκής αναπτυξιακής στρατηγικής. Τα αποτελέσματα, πρόσθεσε, δεν περιορίζονται στους μακροοικονομικούς δείκτες, αλλά φτάνουν έως την ανεργία, το κόστος ζωής και την καθημερινότητα πολιτών και επιχειρήσεων.
Οι ευρωπαϊκοί «πρωταθλητές» και το ελληνικό παράδειγμα
Η θέση αυτή συνδέθηκε από τον κ. Πιερρακάκη με την ανάγκη η Ευρώπη να περάσει από τη λογική των εθνικών «πρωταθλητών» στη δημιουργία επιχειρήσεων ευρωπαϊκής κλίμακας.
Ως παραδείγματα διασυνοριακής ενοποίησης ανέφερε τις πρόσφατες εξελίξεις στην Ελλάδα, επισημαίνοντας την απόκτηση του Χρηματιστηρίου Αθηνών από τη Euronext και την απόκτηση ποσοστού άνω του 30% της Alpha Bank από τη UniCredit. Αναφέρθηκε επίσης στην παλαιότερη επένδυση της Deutsche Telekom στον ΟΤΕ.
Κατά τον ίδιο, η συμμετοχή σε μεγαλύτερα ευρωπαϊκά δίκτυα δημιουργεί οφέλη για μικρότερες οικονομίες, καθώς διευρύνει την πρόσβαση επιχειρήσεων και αγορών σε κεφάλαια και ρευστότητα. «Διασυνοριακή ενοποίηση σημαίνει να δημιουργούμε ευρωπαϊκούς πρωταθλητές, όχι εθνικούς πρωταθλητές», ήταν το μήνυμά του.
Το μήνυμα προς τη Γερμανία
Ξεχωριστή αναφορά έκανε ο πρόεδρος του Eurogroup στις αναπτυξιακές προκλήσεις της Γερμανίας, αποφεύγοντας πάντως να παρουσιάσει την ελληνική εμπειρία ως «μάθημα» προς το Βερολίνο.
«Η Γερμανία είναι η βιομηχανική ατμομηχανή της Ευρώπης. Θεωρώ ότι η Ευρώπη χρειάζεται τη Γερμανία και η Γερμανία χρειάζεται την Ευρώπη», ανέφερε, σημειώνοντας ότι υπάρχει σημαντικό μεταρρυθμιστικό δυναμικό το οποίο η γερμανική κυβέρνηση έχει αποφασίσει να αξιοποιήσει και πρέπει να προχωρήσει.
Το μήνυμα που μπορεί να προσφέρει η ελληνική περίπτωση, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι «οι μεταρρυθμίσεις αποδίδουν». Αναφέρθηκε στην αποκλιμάκωση της ανεργίας και κυρίως στην πορεία του δημόσιου χρέους, το οποίο, όπως σημείωσε, είχε πλησιάσει το 210% του ΑΕΠ μετά την πανδημία, με την πρόβλεψη για το 2026 να βρίσκεται περίπου στο 138% και για το 2029 κάτω από το 120%.
Παράλληλα, αναγνώρισε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, αναφερόμενος στο χαμηλό επίπεδο των μισθών και στις πιέσεις που αντιμετωπίζουν πολλά νοικοκυριά. Το βασικό συμπέρασμα, ωστόσο, είναι ότι η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων μπορεί να δημιουργήσει έναν «ενάρετο κύκλο», στον οποίο τα αποτελέσματα των αλλαγών ενισχύουν την κοινωνική αποδοχή για τις επόμενες μεταρρυθμίσεις.
Ανάπτυξη και δημοσιονομική σταθερότητα μαζί
Ο κ. Πιερρακάκης απέρριψε παράλληλα την αντίληψη ότι η δημοσιονομική πειθαρχία και η ανάπτυξη αποτελούν δύο αντικρουόμενους στόχους. «Το να έχεις υγιή δημοσιονομική θέση δεν είναι κάτι ξεχωριστό από το να έχεις αναπτυξιακή στρατηγική», σημείωσε.
Για την Ελλάδα ανέφερε ότι η χώρα διαθέτει πλεονάσματα και θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, τους οποίους τοποθέτησε στο διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το ευρύτερο μήνυμα προς την Ευρώπη είναι ότι η δημοσιονομική προσαρμογή δεν αρκεί από μόνη της: πρέπει να συνοδεύεται από στοχευμένες πολιτικές, επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα.
Στην ίδια λογική εντάσσεται και η ανάγκη για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή κλίμακα. Για τον πρόεδρο του Eurogroup, η Ευρώπη δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ και την Κίνα όσο οι τράπεζες, οι κεφαλαιαγορές και οι επιχειρήσεις της εξακολουθούν να λειτουργούν μέσα σε κατακερματισμένα εθνικά οικοσυστήματα.
Το στοίχημα επομένως είναι διπλό: από τη μία, να κινητοποιηθούν τα ευρωπαϊκά κεφάλαια και να δημιουργηθούν ισχυρότερες τράπεζες και επιχειρήσεις και, από την άλλη, μεγάλες οικονομίες όπως η Γερμανία να επανέλθουν σε ισχυρότερη αναπτυξιακή τροχιά. Στη συλλογιστική Πιερρακάκη, τα δύο συνδέονται: η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά πρέπει να αποκτήσει πραγματική κλίμακα, ώστε η αποταμίευση, η χρηματοδότηση και η τεχνολογία να μεταφράζονται τελικά σε περισσότερες επενδύσεις και ανάπτυξη.