Η αύξηση των εισοδημάτων στηρίζει την κατανάλωση των ελληνικών νοικοκυριών, χωρίς όμως να δημιουργεί περιθώριο αποταμίευσης.
Αυτή είναι μία από τις βασικές διαπιστώσεις της τριμηνιαίας έκθεσης του ΙΟΒΕ, η οποία εξετάζει την ανθεκτικότητα των καταναλωτικών δαπανών και τις διαφορές της Ελλάδας από την ευρωζώνη.
Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΟΒΕ, την περίοδο 2019-2024 το πραγματικό ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 14,3%, ενώ η πραγματική ατομική κατανάλωση ανά κάτοικο ενισχύθηκε κατά 14,4%. Τα δύο μεγέθη κινήθηκαν σχεδόν παράλληλα, με την αύξηση του εισοδήματος να συνοδεύεται από αντίστοιχη ενίσχυση της κατανάλωσης.
Στην ευρωζώνη, αντίθετα, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο αυξήθηκε περισσότερο από την κατανάλωση, κατά 6,2% έναντι 3,8%, και το ποσοστό αποταμίευσης ανήλθε σε 15,1% από 12,9%.
Η απόσταση αποτυπώνεται στο ποσοστό αποταμίευσης, το οποίο στην Ελλάδα παρέμεινε αρνητικό, -2,4% το 2019 στο -2,5% το 2024, έναντι +15,1% στην ευρωζώνη. Όπως επισημαίνει το ΙΟΒΕ, τα ελληνικά νοικοκυριά, συνολικά, εξακολουθούν να καταναλώνουν περισσότερο από το εισόδημά τους, χωρίς να διαθέτουν αντίστοιχο αποταμιευτικό «μαξιλάρι».
Η αντοχή της κατανάλωσης και οι ανισότητες
Η έκθεση συνδέει την ανθεκτικότητα της κατανάλωσης κυρίως με την ενίσχυση των εισοδημάτων από μισθούς και αυτοαπασχόληση. Αυτό στηρίζει τη συνέχιση της ανοδικής της πορείας, στον βαθμό που η απασχόληση και οι αμοιβές εξακολουθούν να αυξάνονται.
Ωστόσο, οι συνολικοί δείκτες δεν αποτυπώνουν πώς κατανέμεται η αύξηση της κατανάλωσης μεταξύ των νοικοκυριών. Η ακρίβεια σε τρόφιμα και ενέργεια επιβαρύνει περισσότερο τα χαμηλότερα εισοδήματα, ενώ η αναπλήρωση αγορών διαρκών αγαθών, που είχαν αναβληθεί κατά την κρίση χρέους, αφορά κυρίως τα υψηλότερα.
Παράλληλα, το ΙΟΒΕ σημειώνει ότι αυτή η αναπλήρωση αγορών θα εξασθενήσει σταδιακά, καθώς αποκαθίσταται το απόθεμα διαρκών αγαθών. Επομένως, η διατήρηση της δυναμικής της κατανάλωσης συνδέεται στενά με τη συνέχιση της αύξησης των εισοδημάτων από εργασία.