ΓΔ: 2352.54 -0.13% Τζίρος: 266.53 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 17:25:00
Χαρτονομίσματα ευρώ κοντινό
Πολύχρωμα χαρτονομίσματα ευρώ σε κυλινδρικό σχήμα αντικατοπτρίζουν τη σύγχρονη οικονομία της Ευρωζώνης.

Τα εισοδήματα αυξήθηκαν, οι δείκτες βελτιώθηκαν, όμως οι πολίτες υποφέρουν

Τα εισοδήματα των Ελλήνων αυξήθηκαν, βασικοί δείκτες βελτιώθηκαν, αλλά το 70% των πολιτών δυσκολεύεται να καλύψει βασικές ανάγκες. Που αποδίδει αυτό το παράδοξο η έκθεση του ΙΟΒΕ.

Η ελληνική οικονομία έχει κάνει άλματα από τα χρόνια της κρίσης και τα εισοδήματα των νοικοκυριών έχουν αυξηθεί, ωστόσο αρκετοί πολίτες συνεχίζουν να δηλώνουν σε μεγάλο ποσοστό ότι δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές ανάγκες τους.

Όπως προκύπτει από νέα μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα», τα εισοδήματα έχουν αυξηθεί σημαντικά από τα επίπεδα της κρίσης, ωστόσο, το όφελος αυτό «χάνεται» σε μεγάλο βαθμό, καθώς τα ελληνικά νοικοκυριά είναι υποχρεωμένα να δαπανούν μεγάλα ποσά για την κάλυψη βασικών υπηρεσιών, όπως παιδεία και υγεία, σε ιδιωτικούς φορείς, λόγω της κακής ποιότητας και της ανεπάρκειας των παροχών που προέρχονται από το κράτος στους κρίσιμους αυτούς τομείς. 

Όπως αναφέρει η μελέτη, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ έχει ανακάμψει, η ανεργία έχει μειωθεί σημαντικά και η εισοδηματική ανισότητα έχει υποχωρήσει σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, κάτι που όμως δεν αποτυπώνεται στις καθημερινές αντιλήψεις.

Ενδεικτικά, το 70% των νοικοκυριών στην Ελλάδα δηλώνει ότι τα βγάζει πέρα με δυσκολία έναντι περίπου 19% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το αποτέλεσμα αυτό αναδεικνύει πως η κοινωνική εμπειρία της ανισότητας δεν διαφαίνεται μόνο σε επίπεδο εισοδήματος, αλλά διαμορφώνεται και από την αίσθηση οικονομικής ανασφάλειας, τις προσδοκίες και την πίεση που ασκεί το κόστος βασικών αγαθών στα νοικοκυριά. 

Όπως υπογράμμισε κατά την παρουσίαση της μελέτης ο Νίκος Βέττας, Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ και Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, το εισόδημα των Ελλήνων έχει αυξηθεί αισθητά από τα χρόνια της κρίσης, όμως συνεχίζει να επαρκεί μονάχα για την κάλυψη των βασικών αναγκών, μην επιτρέποντας στα νοικοκυριά να ενισχύσουν την καταναλωτική και αποταμιευτική τους δύναμη.

Τα εισοδήματα αυξάνονται, αλλά η ανισότητα επιμένει

Όπως εξηγεί η μελέτη, χαρακτηριστικό γνώρισμα της εισοδηματικής ανισότητας είναι ο σωρευτικός χαρακτήρας της, όπου τα υψηλότερα εισοδήματα παρέχουν τη δυνατότητα αποταμίευσης, επένδυσης και πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες, ενώ τα χαμηλότερα αφήνουν ελάχιστα περιθώρια πέραν των πάγιων εξόδων τους.

Ακόμη, το πραγματικό επίπεδο ευημερίας των νοικοκυριών και οι δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με παράγοντες όπως η ποιότητα της εργασίας, η πρόσβαση σε καλή εκπαίδευση, οι ανισότητες στην υγεία, η επάρκεια των υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας και η ολοένα αυξανόμενη πίεση από το κόστος στέγασης. 

Ως αποτέλεσμα, οι αρχικές εισοδηματικές διαφορές να μετατρέπονται διαχρονικά σε ανισότητες πλούτου, οι οποίες με τη σειρά τους διαμορφώνουν άνιση πρόσβαση στη στέγαση, στην εκπαίδευση και στην υγειονομική περίθαλψη. 

Στο «μάτι του κυκλώνα» βρίσκονται τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και οι οικογένειες με πολλά παιδιά, που συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο οικονομικής ευαλωτότητας, αλλά και οι νέοι, με την ηλικιακή ομάδα 16-24 ετών να φέρει τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας.

Επιπλέον, το εισόδημα από αυτοαπασχόληση εμφανίζει τη μεγαλύτερη ανισότητα μεταξύ όλων των πηγών εισοδήματος, ενώ η έκθεση υπογραμμίζει πως στην Ελλάδα υπάρχει το υψηλότερο ποσοστό ελεύθερων επαγγελματιών στην ΕΕ, αγγίζοντας το 24,3%.

Παρά το ότι η ανεργία μειώθηκε από 24,9% το 2015 σε 8,8% το 2025, η Ελλάδα συνεχίζει να καταγράφει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην ΕΕ, ενώ πάνω καταγράφει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην ΕΕ.

Επομένως, το το χάσμα με την Ευρώπη δεν αποτυπώνεται μόνο στην αίσθηση των νοικοκυριών αλλά και σε ευρωπαϊκά στατιστικά στοιχεία.

Οι προκλήσεις στην απασχόληση επηρεάζονται άμεσα από την εκπαίδευση. Όπως ανέφερε ο Αντώνης Μαυρόπουλος, Ανώτερος Ερευνητής του ΙΟΒΕ, η τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν συνδέεται άμεσα με την πραγματική αγορά εργασίας, ούτε με υψηλότερους μισθούς.

Παρά τη σημαντική αύξηση των αποφοίτων πανεπιστημίων, μόλις το 12% των παιδιών από χαμηλά εκπαιδευτικά στρώματα φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης, ενώ η παραπαιδεία παραμένει βασικό εργαλείο προετοιμασίας για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, κάτι που επιβαρύνει σημαντικά τις «τσέπες» των οικογενειών.

Η στέγαση αναδεικνύεται ως μια από τις πιο βασικές πηγές ανισότητας στην Ελλάδα, με τη χώρα μας να διατηρεί ένα από τα υψηλότερα κόστη στέγασης για τα χαμηλότερα εισοδήματα στην Ευρώπη. 

Μάλιστα, τα χαμηλότερα εισοδήματα και οι νέοι επιβαρύνονται δυσανάλογα από το κόστος για στέγη και ενέργεια, ενώ η αύξηση των αξιών ακινήτων διευρύνει το χάσμα μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών.

Περιορισμένη πρόσβαση στην υγεία

Παρά τις βελτιώσεις που καταγράφονται μετά την κρίση, η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας εξακολουθεί να επηρεάζεται σημαντικά από το εισόδημα.

Το πρόβλημα αυτό διογκώνεται δεδομένου του ότι η Ελλάδα καταγράφει από τα χαμηλότερα ποσοστά δημόσιας δαπάνης στην υγεία επί ποσοστό του ΑΕΠ, την ίδια στιγμή που οι Έλληνες πολίτες είναι εξαρτημένοι σε μεγάλο βαθμό από ιδιωτικές υπηρεσίες, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται τα ασφαλιστικά συμβόλαια υγείας.

Ως αποτέλεσμα, τα νοικοκυριά που ανήκουν σε χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία. 

Η μελέτη του ΙΟΒΕ αποκαλύπτει πως το 32% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% στο υψηλότερο.

Επιπλέον, οι οικονομικές ανισότητες μεταφράζονται σε σημαντικές διαφορές στην κατάσταση υγείας και στο προσδόκιμο υγιούς ζωής, με τα χρόνια νοσήματα αφορούν το 30% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο, έναντι 18% στο υψηλότερο.

Η μακροχρόνια φροντίδα επίσης υστερεί σημαντικά στην Ελλάδα σε σχέση με την ΕΕ, καθώς οι σχετικές δημόσιες δαπάνες αντιστοιχούν μόλις στο 0,16% του ΑΕΠ, έναντι 1,71% στην ΕΕ, φέρνοντας την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς τη χρηματοδότηση υπηρεσιών φροντίδας. 

Μάλιστα, η άτυπη οικογενειακή φροντίδα εξακολουθεί να αποτελεί τον κυρίαρχο μηχανισμό υποστήριξης, καθώς τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος, και ιδιαιτέρως οι γυναίκες, δυσκολεύονται να καλύψουν τις ανάγκες ανθρώπων που έχουν ανάγκη καθημερινής υποστήριξης.

Με τον πληθυσμό της Ελλάδας να γερνάει με ταχείς ρυθμούς, χωρίς τις απαραίτητες υποδομές κοινωνικής προστασίας, οι οικονομικές και κοινωνικές επιβαρύνσεις διευρύνονται.

Google news logo Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Άννα Ευθυμίου πορτρέτο
ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ευθυμίου: Ανοιχτός διάλογος στη Θεσσαλονίκη για εργασία και ασφάλιση

Στις 8 Ιουνίου, η υφυπουργός Εργασίας Άννα Ευθυμίου διοργανώνει εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη για διάλογο με πολίτες σχετικά με εργασία, σύνταξη, ασφαλιστικό και στήριξη ατόμων με αναπηρία. Συμμετέχουν στελέχη e-ΕΦΚΑ και ΔΥΠΑ.