ΓΔ: 912.81 0.40% Τζίρος: 124.71 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 17:20:00 ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΓΟΡΑΣ
Φωτο: Shutterstock

Πώς κράτησε όρθια η ΕΚΤ την Ελλάδα με ένεση ρευστότητας 54,6 δισ.

Με αγορές ομολόγων που πλησιάσαν τα 15 δισ. ευρώ και παροχή ρευστότητας στις τράπεζες ύψους 40 δισ. ευρώ με αρνητικό επιτόκιο, η ΕΚΤ προστάτευσε την οικονομία από την κρίση της πανδημίας.

Πολύτιμο «οξυγόνο» στην ελληνική οικονομία, εν μέσω της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης της πανδημίας, πρόσφερε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, χορηγώντας συνολικά ρευστότητα 54,6 δισ. ευρώ μέσα στο 2020, η οποία κατευθύνθηκε στο Δημόσιο και στο τραπεζικό σύστημα της χώρας.

Τα στοιχεία για τις κινήσεις στο σύστημα πληρωμών Target, που αποτελεί την «καρδιά» του Ευρωσυστήματος και στο οποίο καταγράφονται κάθε μήνα τα πλεονάσματα ή ελλείμματα κάθε κεντρικής τράπεζας, επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική οικονομία «στάθηκε όρθια» στη διάρκεια της πανδημίας σε πολύ μεγάλο βαθμό χάρη στη ρευστότητα που έφθασε στη χώρα από την ΕΚΤ:

  • Στο τέλος του 2019, το ποσό του ανοίγματος της Ελλάδας στο σύστημα Target είχε μειωθεί στα 25,7 δισ. ευρώ.
  • Δώδεκα μήνες μετά, τον Δεκέμβριο του 2020, το άνοιγμα είχε διευρυνθεί στα 80,3 δισ. ευρώ, δηλαδή είχε υπερτριπλασιασθεί και ήταν το υψηλότερο από τα τέλη του 2015 (94,4 δισ. ευρώ). Το μεγαλύτερο άνοιγμα στην ιστορία είχε καταγραφεί το 2011, στην κορύφωση της μεγάλης οικονομικής κρίσης, όταν οι τράπεζες αντιμετώπιζαν τεράστιες απώλειες καταθέσεων και στηρίζονταν στο Ευρωσύστημα για τη χρηματοδότησή τους. Στο τέλος του 2011, είχε ανέλθει στα 104,8 δισ. ευρώ.
  • Η Ελλάδα ήταν η χώρα με τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση ανοίγματος στο Target το 2020. Το άνοιγμα της Ιταλίας διευρύνθηκε από τα 439,4 στα 516 δισ. ευρώ, μια αύξηση σε ποσοστό 17,4%. Στον αντίποδα, μεγαλύτερος «αιμοδότης» του Ευρωσυστήματος, η γερμανική Bundesbank, αύξησε το θετικό της υπόλοιπο στο Target, δηλαδή τα ποσά που έχει δανείσει σε άλλες κεντρικές τράπεζες, για πρώτη φορά πάνω από το 1 τρισ. ευρώ (στα 1,136 τρισ. ευρώ).

Αν και στη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης της περασμένης δεκαετίας η ΕΚΤ είχε κρατήσει και πάλι όρθια την ελληνική οικονομία με τη ρευστότητα που πρόσφερε, αυτή την φορά υπάρχουν μεγάλες ποιοτικές διαφορές στην παρέμβασή της: στο παρελθόν, το κύριο εργαλείο ήταν η παροχή ρευστότητας έκτακτης ανάγκης (Emergency Liquidity Assistance - ELA) προς τις τράπεζες, με «τσιμπημένο» επιτόκιο, για την κάλυψη των αναγκών που δημιουργούσε η φυγή καταθέσεων. Τώρα, η ρευστότητα κατευθύνεται στην υποστήριξη των δανεισμού του Δημοσίου, ενώ οι τράπεζες λαμβάνουν χρηματοδοτική στήριξη με αρνητικό επιτόκιο.

Η μεγάλη απόφαση της ΕΚΤ, που ενδεχομένως να απέτρεψε μια επικίνδυνη μετάλλαξη της κρίσης της πανδημίας σε μια κρίση δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου, με χαρακτηριστικά που θα παρέπεμπαν στα γεγονότα του 2010, λήφθηκε τον Μάρτιο του 2020, όταν η Ελλάδα (όπως και η Ιταλία) βρισκόταν σε ένα οριακό σημείο, καθώς η απόδοση του 10ετούς ομολόγου είχε πλησιάσει στο 4%, δηλαδή σε μια περιοχή όπου θα άρχιζαν να δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα στο δανεισμό του Δημοσίου.

Τότε, η ΕΚΤ αποφάσισε να εντάξει την Ελλάδα, για πρώτη φορά σε πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, παρά το γεγονός ότι οι κανόνες της δεν επιτρέπουν να αγοράζει ομόλογα κρατών με αξιολόγηση χαμηλότερη της επενδυτικής βαθμίδας. Η ένταξη της Ελλάδας στο γιγαντιαίο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων για την περίοδο της πανδημίας (PEPP), το οποίο στην πορεία απέκτησε «δύναμη πυρός» 1,85 τρισ. ευρώ, ήταν μια κίνηση καθοριστικής σημασίας για να εξακολουθήσει η Ελλάδα να δανείζεται χωρίς προβλήματα και με πολύ χαμηλό κόστος στη διάρκεια της πανδημίας. Στη διάρκεια του 2020, η ΕΚΤ αγόρασε ελληνικά ομόλογα αξίας σχεδόν 15 δισ. ευρώ, καλύπτοντας έμμεσα όλες τις δανειακές ανάγκες της χώρας.

Η άλλη πλευρά του νομίσματος της σωτήριας παρέμβασης της ΕΚΤ ήταν, ασφαλώς, η παροχή ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες μέσω του ειδικού προγράμματος παροχής μακροπρόθεσμης ρευστότητας, που αξιοποιήθηκε για να κρατηθούν ανοικτές οι «στρόφιγγες» του δανεισμού από τις τράπεζες στην ευρωζώνη στη διάρκεια της πανδημίας (PELTRO).

Σε αντίθεση με το ELA, στο πλαίσιο του οποίου η ρευστότητα προσφερόταν στις τράπεζες από την ΕΚΤ με τιμωρητικά υψηλό επιτόκιο, το PELTRO είναι ένα πρόγραμμα δανεισμού των τραπεζών με αρνητικό επιτόκιο, καθώς στόχος της ΕΚΤ είναι να επιδοτήσει, ουσιαστικά, τις χορηγήσεις νέων δανείων και να υποστηρίξει τα περιθώρια κερδοφορίας των τραπεζών της ευρωζώνης. Ως το τέλος του 2020, οι ελληνικές τράπεζες είχαν αντλήσει σχεδόν 40 δισ. ευρώ από αυτό το πρόγραμμα και, σε συνδυασμό με την αύξηση των καταθέσεων, κατάφεραν διατηρήσουν σε αυτή την κρίση πλούσια ρευστότητα.

Η αύξηση των παροχών ρευστότητας από την ΕΚΤ στην ελληνική οικονομία δεν σταμάτησε στο τέλος του 2020, όπως συνέβη, για παράδειγμα, στην Ιταλία. Τα στοιχεία δείχνουν ότι και τον Ιανουάριο του 2021, το άνοιγμα στο Target αυξήθηκε σημαντικά, κατά 4 δισ. ευρώ, για να ανέλθει στα 84,3 δισ. ευρώ. Τον ίδιο μήνα, το Δημόσιο δανείσθηκε 3,5 δισ. ευρώ με ιστορικά χαμηλό επιτόκιο μέσω έκδοσης 10ετών ομολόγων, μια επιτυχία που χαρακτηρίσθηκε μεν από πολλούς ως μια ψήφος εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία, αλλά είναι πολύ αμφίβολο αν θα είχε σημειωθεί χωρίς το «αόρατο χέρι» βοήθειας της κεντρικής τράπεζας.

Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Βροχή» ενστάσεων της ΕΚΤ στο σχέδιο για τον αναβαλλόμενο φόρο

Η κεντρική τράπεζα λέει το «ναι», αλλά υπογραμμίζει ότι η πρόταση της κυβέρνησης θα επιδεινώσει το πρόβλημα, θα μειώσει τα κίνητρα στις τράπεζες να αντλήσουν κεφάλαια και θα δημιουργήσει κινδύνους για το δημόσιο χρέος.
Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ΕΚΤ, Ευρωσύστημα
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ακόμη πιο χαλαρή πολιτική από την ΕΚΤ: Τι αποφάσισε για επιτόκια, ομόλογα

Θα διατηρηθούν τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια ακόμη και αν ξεφύγει ο πληθωρισμός από το 2%. «Παράθυρο» για παράταση του γιγαντιαίου προγράμματος αγοράς ομολόγων που ωφελεί ιδιαίτερα την Ελλάδα.
Lagarde, ECB
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τι κρύβει το ράλι ομολόγων Ελλάδας, Ιταλίας: Τα ισχυρά σήματα Λαγκάρντ

Ενώ είχαν ξεπεράσει το 1%, οι αποδόσεις των 10ετών τίτλων Ελλάδας και Ιταλίας έχουν πέσει κοντά 0,70%. Ισχυρή στήριξη από την ΕΚΤ περιμένουν οι επενδυτές και το 2022. Οι «χρησμοί» της Κριστίν Λαγκάρντ.