Περιθώριο ανόδου περίπου 22%, με τιμή-στόχο 5,80 ευρώ και σύσταση Overweight, βλέπει η JPMorgan για την Alpha Bank, χαρακτηρίζοντας αξιόπιστο το νέο στρατηγικό σχέδιο «Alpha Accelerated».
Ο οίκος εκτιμά ότι οι στόχοι της τράπεζας δημιουργούν προϋποθέσεις αναβάθμισης των προβλέψεων της αγοράς, κυρίως χάρη στα καθαρά έσοδα από τόκους.
Η τιμή-στόχος, με ορίζοντα τον Δεκέμβριο του 2028, συγκρίνεται με τιμή μετοχής 4,74 ευρώ στις 4 Νοεμβρίου. Στην έκθεση της 5ης Νοεμβρίου, η JPMorgan υπογραμμίζει ότι το σχέδιο στηρίζεται σε σχετικά συντηρητικές παραδοχές και συγκεντρώνει σημαντικό μέρος της επιδιωκόμενης βελτίωσης έως το 2028.
Η Alpha Bank, για το 2028, στοχεύει σε κανονικοποιημένα κέρδη ανά μετοχή άνω των 0,54 ευρώ, πριν από την επίδραση των επαναγορών, και απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (ROTE) περίπου 14,5%.
Για το 2030, οι αντίστοιχοι στόχοι διαμορφώνονται σε περίπου 0,63 ευρώ και 16%. Παράλληλα, η δυνατότητα διανομών για την περίοδο 2027-2030 υπερβαίνει τα 4 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 40% της χρηματιστηριακής αξίας της τράπεζας.
Τα έσοδα από τόκους οδηγούν τις πιθανές αναβαθμίσεις
Σύμφωνα με την JPMorgan, οι στόχοι υποδηλώνουν περιθώριο αύξησης περίπου 5% στις συγκλίνουσες εκτιμήσεις για τα δημοσιευμένα κέρδη του 2028, προς επίπεδα άνω των 1,27 δισ. ευρώ. Βασικός μοχλός είναι τα καθαρά έσοδα από τόκους, για τα οποία η Alpha προβλέπει περίπου 2,15 δισ. ευρώ το 2028, έναντι 2,039 δισ. ευρώ που αναμένει η αγορά και 2,028 δισ. ευρώ που εκτιμά ο αμερικανικός οίκος.
Μέρος αυτής της διαφοράς αντανακλά την προσαρμογή στην ισχυρή επίδοση που έχει ήδη καταγραφεί μέσα στο έτος και στον ετησιοποιημένο ρυθμό του τρίτου τριμήνου. Αντίθετα, οι στόχοι για προμήθειες, λειτουργικό κόστος και προβλέψεις βρίσκονται σε γενικές γραμμές κοντά στις εκτιμήσεις της αγοράς.
Το σχέδιο υποθέτει σταθερό Euribor τριμήνου στο 2,5% και επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης στο 1,6%, αφήνοντας περιθώρια για καλύτερες επιδόσεις εφόσον τα επιτόκια ή η ανάπτυξη κινηθούν υψηλότερα. Ενδεικτικά, σε σενάριο αύξησης του ΑΕΠ κατά 2%, η τράπεζα υπολογίζει πρόσθετα κέρδη ανά μετοχή 0,04 ευρώ το 2030.
Τα καθαρά έσοδα από τόκους προβλέπεται να ξεπεράσουν τα 2,3 δισ. ευρώ το 2030, από περίπου 1,8 δισ. ευρώ το 2026, με μέση ετήσια αύξηση 6%. Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο αναμένεται να ενισχυθεί κατά περίπου 25 μονάδες βάσης, στο 2,47%. Η επανεπένδυση περίπου 3 δισ. ευρώ από λήξεις τίτλων σε αποδόσεις υψηλότερες κατά περίπου 150 μονάδες βάσης, μαζί με τη μείωση του βάρους των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που δεν αποφέρουν τόκους, εκτιμάται ότι υπερκαλύπτει την πίεση περίπου 20 μονάδων βάσης στα περιθώρια των δανείων.
Η καθαρή πιστωτική επέκταση τοποθετείται κοντά στα 3 δισ. ευρώ ετησίως, με το ένα τρίτο να προέρχεται από τις διεθνείς δραστηριότητες και τη ναυτιλία. Τα εξυπηρετούμενα δάνεια προβλέπεται να αυξηθούν από περισσότερα από 46 δισ. ευρώ το 2026 σε άνω των 52 δισ. ευρώ το 2028 και άνω των 58 δισ. ευρώ το 2030.
Στις προμήθειες, στόχος είναι μέση ετήσια άνοδος περίπου 9%, από βάση περίπου 600 εκατ. ευρώ το 2026, χωρίς το μέρισμα της Prodea, σε περίπου 720 εκατ. ευρώ το 2028 και 850 εκατ. ευρώ το 2030. Η διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και οι εταιρικές πληρωμές αποτελούν τις βασικές πηγές ανάπτυξης.
Το κόστος αναμένεται να αυξάνεται περίπου 4% ετησίως, φθάνοντας τα 1,12 δισ. ευρώ το 2030. Εξοικονομήσεις περίπου 100 εκατ. ευρώ από αυτοματοποίηση, απλοποίηση διαδικασιών και τεχνητή νοημοσύνη θα χρηματοδοτήσουν μέρος των πρόσθετων δαπανών. Ο δείκτης κόστους προς έσοδα στοχεύεται κοντά στο 35% το 2028 και στο 34% το 2030, από περίπου 38% το 2026.
Διανομές άνω των 4 δισ. και νέοι μοχλοί ανάπτυξης
Η JPMorgan ξεχωρίζει την αλλαγή στην προσέγγιση των διανομών: η έμφαση μεταφέρεται από το συνολικό ποσοστό διανομής σε ένα ελάχιστο μέρισμα σε μετρητά, που αυξάνεται σταδιακά στο 40% των κερδών έως το 2028, από 28% το 2025 και 30% το 2026. Οι επαναγορές μετοχών παρουσιάζονται πλέον ως πρόσθετη δυνατότητα, η οποία θα επανεξετάζεται κάθε χρόνο.
Με βάση κέρδη περίπου 1,2 δισ. ευρώ το 2028, διανομή 40% σε μετρητά συνεπάγεται μέρισμα περίπου 0,21-0,22 ευρώ ανά μετοχή, έναντι πρόβλεψης 0,17 ευρώ της JPMorgan και 0,20 ευρώ της αγοράς. Ο οίκος εξακολουθεί να υποθέτει συνολική διανομή 55%, συμπεριλαμβανομένων των επαναγορών, επισημαίνοντας ότι το σκέλος αυτό χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση.
Η προβλεπόμενη δημιουργία κεφαλαίων περίπου 6,9 δισ. ευρώ την περίοδο 2027-2030 χρηματοδοτεί περίπου 2 δισ. ευρώ μερισμάτων σε μετρητά και πρόσθετη δυνατότητα διανομών περίπου 2 δισ. ευρώ, από την οποία περισσότερα από 1,4 δισ. ευρώ αφορούν τη διετία 2027-2028. Ο δείκτης CET1 υποχωρεί βάσει του σχεδίου κάτω από το 14% το 2028 και περίπου στο 13% το 2030. Για την JPMorgan, αυτή η πορεία δείχνει ότι η αποδέσμευση πλεονάζοντος κεφαλαίου έχει ενσωματωθεί στον σχεδιασμό και αποτελεί βασικό παράγοντα βελτίωσης της ROTE.
Σε επιχειρησιακό επίπεδο, το «Alpha Accelerated» επιδιώκει την ολοκληρωμένη κάλυψη των αναγκών κάθε πελάτη, αξιοποιώντας τον επενδυτικό κύκλο άνω των 170 δισ. ευρώ στην Ελλάδα το 2026-2030 και τη μετατόπιση των νοικοκυριών από τις αποταμιεύσεις στις επενδύσεις.
Η επιχειρηματική και επενδυτική τραπεζική προβλέπεται να προσθέσει έσοδα 220-240 εκατ. ευρώ έως το 2030, συνδυάζοντας χρηματοδοτήσεις, συναλλακτική τραπεζική, συμβουλευτικές υπηρεσίες της AXIA και το δίκτυο της UniCredit. Στη διαχείριση πλούτου και την τραπεζική ιδιωτών, επιδιώκεται αύξηση των επενδυμένων κεφαλαίων από 7,2 δισ. σε 11 δισ. ευρώ και ανάπτυξη του διεθνούς private banking μέσω νέας τράπεζας στο Λουξεμβούργο, με πρόσθετα έσοδα 180-200 εκατ. ευρώ.
Οι διεθνείς δραστηριότητες πρόκειται να συνεισφέρουν περίπου 18% των κερδών του ομίλου το 2030, με αιχμή την Κύπρο και την AstroBank. Παράλληλα, τεχνολογικές δαπάνες περίπου 900 εκατ. ευρώ την περίοδο 2027-2030 υποστηρίζουν τον μετασχηματισμό, με στόχο επαναλαμβανόμενο όφελος περίπου 100 εκατ. ευρώ από την τεχνητή νοημοσύνη έως το 2030.
Στην αποτίμηση, η JPMorgan τοποθετεί τη μετοχή στις 9 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2028 και στη 1,2 φορά την ενσώματη λογιστική αξία, με δική της πρόβλεψη για ROTE 13,5%. Ως βασικούς κινδύνους αναφέρει ασθενέστερη οικονομική ανάπτυξη, χαμηλότερη πιστωτική επέκταση, μεγαλύτερη συμπίεση των δανειακών περιθωρίων και βραδύτερη αύξηση των προμηθειών.