Εκτός από τον τραπεζικό δανεισμό, που συνιστά την κυρίαρχη μορφή χρηματοδότησης έως σήμερα, οι ελληνικές επιχειρήσεις αποκτούν σταδιακά πρόσβαση στο private credit -ένα πρόσθετο κανάλι δανεισμού από επενδυτικά funds και άλλους μη τραπεζικούς φορείς ο οποίος συμφωνείται απευθείας με τον δανειολήπτη.
Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στην πηγή των κεφαλαίων: οι τράπεζες δανείζουν το «φθηνό» χρήμα των καταθέσεων, ενώ τα funds κεφάλαια θεσμικών επενδυτών που αναζητούν υψηλότερες αποδόσεις, αναλαμβάνοντας τον αντίστοιχο κίνδυνο.
Για τον δανειολήπτη, τα πλεονεκτήματα είναι η διαθεσιμότητα, η ταχύτητα και μια χρηματοδότηση «κομμένη και ραμμένη» στις ανάγκες του, με τίμημα το υψηλότερο κόστος.
Η διεθνής εμπειρία
Το private credit δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Οι ρίζες του εντοπίζονται στις ΗΠΑ της δεκαετίας του 1980, όταν εξειδικευμένοι επενδυτές άρχισαν να χρηματοδοτούν εξαγορές και μεσαίες επιχειρήσεις που δεν ταίριαζαν στα τραπεζικά κριτήρια χορηγήσεων. Για δύο δεκαετίες, ωστόσο, παρέμεινε μια σχετικά μικρή και εξειδικευμένη αγορά.
Το private credit αναπτύχθηκε ραγδαία μετά το 2008, όταν οι αυστηρότεροι κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας έκαναν ακριβό για τις τράπεζες τον δανεισμό προς μεσαίες και πιο «ριψοκίνδυνες» επιχειρήσεις. Το 2025-2026, ωστόσο, τα αυξημένα αιτήματα αποσύρσεων σε ορισμένα funds ανησύχησαν αγορές και εποπτικές αρχές, μεταξύ άλλων για την έμμεση έκθεση των τραπεζών -κυρίως των αμερικανικών- στα funds που οι ίδιες χρηματοδοτούν: μόνο οι πιστωτικές γραμμές προς αυτά ανέρχονται σε περίπου 220 δισ. δολάρια (FSB, Μάιος 2026).
Για την ελληνική αγορά, που μόλις κάνει τα πρώτα της βήματα, το μήνυμα δεν είναι ότι το μοντέλο απέτυχε, αλλά ότι απαιτεί πειθαρχία στην αξιολόγηση του πιστωτικού κινδύνου και διαφάνεια.
Το ελληνικό παράδοξο
Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται στην καλύτερη κατάστασή του από την έναρξη της κρίσης, με τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων κάτω από το 4% (ΤτΕ, Δεκέμβριος 2025). Η εικόνα όμως αλλάζει όταν κοιτάξει κανείς πού κατευθύνονται οι χορηγήσεις: 701 μεγάλες επιχειρήσεις, μόλις το 1,2% των δανειζόμενων νομικών προσώπων, συγκεντρώνουν σχεδόν το 43% των επιχειρηματικών δανείων, από 32% το 2019, ενώ ο αριθμός των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων με τραπεζικό δανεισμό μειώθηκε κατά 4,2% και ο δανεισμός τους κατά 8,3% (ΤτΕ, Ιούνιος 2026).
Ακόμη πιο διστακτική είναι η ανάκαμψη στα νοικοκυριά, η χρηματοδότηση των οποίων αυξάνεται με ετήσιο ρυθμό μόλις 2,4%, έναντι περίπου 9% για τις επιχειρήσεις (ΤτΕ, Αύγουστος 2026), ενώ δάνεια νοικοκυριών 41,5 δισ. ευρώ, κυρίως μη εξυπηρετούμενα, βρίσκονται υπό τη διαχείριση servicers (ΤτΕ, Ιούνιος 2026).
Την ίδια στιγμή, η διεθνής αγορά των ιδιωτικών πιστώσεων (private credit) έχει ξεπεράσει τα 3,5 τρισεκατομμύρια δολάρια (AIMA, Δεκέμβριος 2025). Μπορεί το private credit να καλύψει μέρος του κενού στην Ελλάδα, και υπό ποιες προϋποθέσεις;
Η ελληνική πραγματικότητα
Στο έντονα τραπεζοκεντρικό ελληνικό σύστημα, οι πρώτοι μεγάλοι μη τραπεζικοί «παίκτες» διαμορφώθηκαν όχι για να χορηγήσουν νέα δάνεια, αλλά για να διαχειριστούν τα «κόκκινα» δάνεια της κρίσης, οι οφειλέτες των οποίων θεωρούνται σήμερα, όπως επισημαίνει το ΔΝΤ, «μη τραπεζικά αξιόχρεοι» (unbankable). Εδώ ακριβώς συναντάται το «ιδιωτικό χρέος» με το private credit, το θεσμικό πλαίσιο του οποίου εξελίχθηκε σταδιακά:
Εταιρείες Παροχής Πιστώσεων (ΕΠΠ): Ο θεσμός των ΕΠΠ -χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που δανείζουν χωρίς να δέχονται καταθέσεις- υπάρχει από το 2002, αλλά για χρόνια περιοριζόταν στην καταναλωτική πίστη. Ο ν. 5072/2023 επέτρεψε τα στεγαστικά και, υπό προϋποθέσεις, τα επιχειρηματικά δάνεια, ενώ με τον ν. 5167/2024 οι περιορισμοί για τις επιχειρήσεις άρθηκαν πλήρως.
Ενδεικτικό είναι ότι η πρώτη αίτηση αδειοδότησης στην ΤτΕ υπό το νέο πλαίσιο κατατέθηκε μόλις τον Σεπτέμβριο του 2026, από τον Όμιλο Qualco.
Ιδρύματα μικροχρηματοδοτήσεων: Θεσπίστηκαν με τον ν. 4701/2020 για δάνεια έως 25.000 ευρώ, με έντονο κοινωνικό χαρακτήρα. Λειτουργούν σήμερα τέσσερα, απέναντι σε ένα ετήσιο χρηματοδοτικό κενό 0,6-0,75 δισ. ευρώ (εκτίμηση Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 2021-2027).
Επενδυτικά funds (Οργανισμοί Εναλλακτικών Επενδύσεων): Μέχρι σήμερα δεν μπορούν να χορηγούν δάνεια, μπορούν όμως να επενδύουν σε ομόλογα. Η ευρωπαϊκή Οδηγία AIFMD II επιτρέπει πλέον στα funds την απευθείας χορήγηση δανείων, η ενσωμάτωσή της στο ελληνικό δίκαιο, ωστόσο, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Στο μεταξύ, παίκτες της αγοράς λειτουργούν επενδύοντας σε κοινά ομολογιακά δάνεια που εκδίδουν μικρομεσαίες επιχειρήσεις, χρηματοδοτώντας τόσο κεφάλαιο κίνησης όσο και αναπτυξιακά σχέδια.
Οι υπόλοιπες εναλλακτικές παραμένουν περιορισμένες: τα εισηγμένα εταιρικά ομόλογα αφορούν μόνο μεγάλες επιχειρήσεις, ενώ τα εργαλεία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας διοχετεύονται κυρίως μέσω των τραπεζών.
Οι πρώτες κινήσεις και οι παράγοντες επιτυχίας
Η αλήθεια είναι ότι, μετά από χρόνια αδράνειας, η αγορά αρχίζει να κινείται: στην OCTANE βλέπουμε όλο και περισσότερους παίκτες να εξετάζουν σοβαρά την είσοδό τους στον χώρο των ΕΠΠ, για ιδιώτες και επιχειρήσεις, ενώ σχεδιάζονται και δομές funds για τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων.
Οι ευκαιρίες εντοπίζονται:
- σε μεσαίες επιχειρήσεις και συναλλαγές private equity, για χρηματοδότηση ανάπτυξης ή εξαγορών πέρα από τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν οι τράπεζες, συχνά με χαμηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα (mezzanine / junior tranches),
- σε βιώσιμες επιχειρήσεις που βγαίνουν από τον κύκλο των «κόκκινων» δανείων, αλλά παραμένουν «unbankable»,
- σε μικρές επιχειρήσεις και ιδιώτες, μέσω ΕΠΠ και ψηφιακών καναλιών που ενσωματώνουν τη χρηματοδότηση στο σημείο της ανάγκης.
Η εμπειρία μας από την ανάπτυξη επιχειρηματικών σχεδίων και χρηματοοικονομικών μοντέλων για παίκτες του χώρου αναδεικνύει δύο κρίσιμους οικονομικούς παράγοντες.
Ο πρώτος είναι το κόστος του χρήματος: χωρίς καταθέσεις, ο μη τραπεζικός δανειστής χρηματοδοτείται συνήθως ακριβότερα και η διαφορά μετακυλίεται στον δανειολήπτη, σε μια αγορά όπου τα μικρά επιχειρηματικά δάνεια κοστίζουν ήδη περίπου 1,2 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης (ΤτΕ/ΕΚΤ, Ιούλιος 2026). Για πολλές επιχειρήσεις, πάντως, το πραγματικό δίλημμα δεν είναι μεταξύ φθηνότερης και ακριβότερης χρηματοδότησης, αλλά μεταξύ διαθέσιμης και μη διαθέσιμης.
Ο δεύτερος είναι ο όγκος: ειδικά στους ιδιώτες, όπου τα δάνεια είναι μικρά, το λειτουργικό κόστος και το κόστος συμμόρφωσης καλύπτονται μόνο με μεγάλο αριθμό χορηγήσεων. Γίνεται αντιληπτό ότι το πλεονέκτημα θα έχουν όσοι διαθέτουν πρόσβαση σε φθηνά κεφάλαια -ή σε επενδυτές που τα διαθέτουν- και αποτελεσματικά δίκτυα πωλήσεων.
Τέλος, κρίσιμη είναι η κανονιστική προετοιμασία. Από τη συνεργασία μας με τράπεζες, servicers, ιδρύματα πληρωμών και μικροχρηματοδοτήσεων διαπιστώνουμε ότι η έγκαιρη προετοιμασία για την αδειοδότηση και την έναρξη λειτουργίας εξοικονομεί πολύτιμο χρόνο και περιορίζει τους κινδύνους, σε μια αγορά όπου όποιος κινηθεί πρώτος θα έχει σαφές πλεονέκτημα.
Η επόμενη μέρα
Το private credit δεν πρόκειται να αντικαταστήσει τις τράπεζες, όπως δεν το έκανε ούτε στο εξωτερικό, μπορεί όμως να καλύψει τα κενά που εκείνες, δικαιολογημένα από τη δική τους σκοπιά, αφήνουν.
Η επέκταση των δυνατοτήτων των ΕΠΠ αποτέλεσε ένα σημαντικό πρώτο βήμα, απαραίτητη όμως είναι και η -ήδη καθυστερημένη- ενσωμάτωση της AIFMD II. Περαιτέρω enablers θα μπορούσαν να είναι η αξιοποίηση της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας ως «επενδυτή-άγκυρα» σε σχήματα private credit και η πρόσβαση των μη τραπεζικών δανειστών σε αξιόπιστα πιστωτικά δεδομένα.
Οι βάσεις έχουν πλέον τεθεί και θα παρακολουθήσουμε με ενδιαφέρον αν, με την έναρξη λειτουργίας των πρώτων ΕΠΠ μέσα στο 2027, η «άλλη» χρηματοδότηση θα εξελιχθεί σε πραγματικό εργαλείο ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία.
*Ο κ. Γιώργος Παυλάτος είναι Συνιδρυτής και Senior Partner της OCTANE Σύμβουλοι Επιχειρήσεων.