Φοιτητικές κινητοποιήσεις ξέσπασαν σε πολλά πανεπιστήμια του Ιράν, με αφορμή την έναρξη του νέου εξαμήνου, προκαλώντας εντάσεις και συγκρούσεις με φιλοκυβερνητικές ομάδες, σύμφωνα με τοπικά μέσα ενημέρωσης και αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα.
Βίντεο που επικαλείται το Γαλλικό Πρακτορείο, φέρεται να προέρχεται από το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Σαρίφ της Τεχεράνης και δείχνει διαδηλωτές να καταδικάζουν τον ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, τον οποίο αποκαλούν «δολοφονικό ηγέτη». Οι διαδηλωτές ζητούν, επίσης, την επιστροφή του Ρεζά Παχλαβί, εξόριστου γιου του τελευταίου σάχη, στον θρόνο.
Το πρακτορείο SNN, που πρόσκειται στις αρχές, δημοσίευσε βίντεο από το ίδιο πανεπιστήμιο, όπου φαίνονται συγκρούσεις μεταξύ φοιτητών και εθελοντών πολιτοφυλάκων Μπασίτζ. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι διαδηλωτές εκτόξευαν πέτρες, τραυματίζοντας μέλη της οργάνωσης. Οι Μπασίτζ, παραστρατιωτική δύναμη που στηρίζει την κυβέρνηση, συνδράμουν συχνά τις δυνάμεις ασφαλείας στην καταστολή διαδηλώσεων.
Παρόμοιες κινητοποιήσεις πραγματοποιήθηκαν στα πανεπιστήμια Μπεχεστί και Αμίρ Καμπίρ της Τεχεράνης, καθώς και στο Πανεπιστήμιο Μασχάντ, σύμφωνα με βίντεο της οργάνωσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα HAALVSH. Στην πόλη Αμπντανάν, στα δυτικά, διαδηλωτές φώναζαν «Θάνατος στον Χαμενεΐ» και «Θάνατος στον δικτάτορα», αντιδρώντας στη σύλληψη πανεπιστημιακού καθηγητή, όπως αναφέρει η οργάνωση Hengaw.
Οι διαμαρτυρίες έρχονται σε μια περίοδο αυξημένης έντασης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες απειλούν να πλήξουν το Ιράν, παρά την επανέναρξη των έμμεσων συνομιλιών μεταξύ των δύο πλευρών.
Στο μεταξύ, νέα συνθήματα κατά της κεντρικής εξουσίας ακούστηκαν με το τέλος του 40ήμερου πένθους για τα θύματα των διαδηλώσεων της 8ης και 9ης Ιανουαρίου. Οι τότε κινητοποιήσεις, που ξεκίνησαν ως αντίδραση στην οικονομική κρίση, εξελίχθηκαν σε κίνημα αμφισβήτησης του καθεστώτος, το οποίο κατεστάλη βίαια. Σύμφωνα με τη μη κυβερνητική οργάνωση HRANA, που εδρεύει στις ΗΠΑ, περισσότεροι από 7.000 διαδηλωτές σκοτώθηκαν και πάνω από 53.000 συνελήφθησαν.
Η ιρανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι νεκροί ανέρχονται σε περίπου 3.000, τονίζοντας πως οι περισσότεροι ήταν μέλη των δυνάμεων ασφαλείας και περαστικοί, οι οποίοι δολοφονήθηκαν από «τρομοκράτες» που ενεργούσαν για λογαριασμό του Ισραήλ και των ΗΠΑ.