Ο γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δήλωσε ότι αποτελεί λάθος οποιαδήποτε χαλάρωση των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί στη Ρωσία, μετά την ανακοίνωση των Ηνωμένων Πολιτειών ότι για 30 ημέρες θα επιτρέπεται στις χώρες να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο και πετρελαϊκά προϊόντα που βρίσκονται ήδη φορτωμένα σε πλοία.
Ο πρωθυπουργός της Νορβηγίας, Γιόνας Γκαρ Στέρε, εξέφρασε επίσης την άποψη ότι οι ενεργειακές κυρώσεις κατά της Ρωσίας δεν πρέπει να χαλαρώσουν, επισημαίνοντας τη σημασία της συνέπειας στη διεθνή στάση απέναντι στη Μόσχα.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στη Νορβηγία, ο Μερτς υπογράμμισε ότι η αξιοποίηση των πετρελαϊκών αποθεμάτων μπορεί να συμβάλει ώστε να ελεγχθούν «σε κάποιο βαθμό» οι διεθνείς τιμές ενέργειας. Παράλληλα, ανέφερε πως η Γερμανία ενημερώθηκε μόλις το πρωί για την αμερικανική απόφαση και εξέφρασε την επιθυμία να κατανοήσει τα κίνητρα της Ουάσινγκτον.
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με το στρατηγικής σημασίας στενό του Χορμούζ, ο καγκελάριος σημείωσε ότι δεν υπάρχει λόγος να εξεταστεί η παροχή στρατιωτικής προστασίας στις θαλάσσιες οδούς, τονίζοντας ότι «η Γερμανία δεν είναι μέρος αυτού του πολέμου (στο Ιράν) και δεν θέλουμε να γίνουμε μέρος του».
Αντιδράσεις στο Βερολίνο και στη Μόσχα
Στο Βερολίνο, η γερμανίδα υπουργός Οικονομίας Κατερίνα Ράιχε επέκρινε επίσης τη χαλάρωση των αμερικανικών πετρελαϊκών κυρώσεων έναντι της Μόσχας, εκφράζοντας φόβους ότι μια τέτοια κίνηση ενδέχεται να ενισχύσει τα έσοδα του Κρεμλίνου. «Φοβάμαι μήπως συνεχίσουμε να γεμίζουμε το πολεμικό ταμείο του (ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ) Πούτιν», δήλωσε, προσθέτοντας ότι υπάρχει «πολύ ισχυρή πίεση στις Ηνωμένες Πολιτείες» για να ελεγχθούν οι τιμές της ενέργειας.
Από την πλευρά της, η Μόσχα βλέπει τη χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων ως προσπάθεια σταθεροποίησης των παγκόσμιων αγορών ενέργειας. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, ανέφερε ότι οι δύο χώρες έχουν κοινό συμφέρον προς αυτή την κατεύθυνση, επισημαίνοντας πως χωρίς σημαντικούς όγκους ρωσικού πετρελαίου στην αγορά, η σταθεροποίηση των τιμών είναι ανέφικτη.