Ο Αμερικανός υπουργός Σκοτ Μπέσεντ υπερασπίστηκε ενώπιον γερουσιαστών την απόφαση της κυβέρνησης του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να παρατείνει την προσωρινή αναστολή κυρώσεων σε βάρος του ρωσικού πετρελαίου, που ισχύει από τη ρωσική στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Αρχικά, η αναστολή των κυρώσεων είχε οριστεί έως τις 11 Απριλίου. Ωστόσο, η κυβέρνηση αποφάσισε να παρατείνει το μέτρο για έναν ακόμη μήνα, έως τις 16 Μαΐου, με στόχο να περιοριστούν οι επιπτώσεις του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου εναντίον του Ιράν στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου.
Η ανακοίνωση της παράτασης ήρθε μόλις δύο ημέρες μετά τη διαβεβαίωση του κ. Μπέσεντ προς τον Τύπο ότι δεν υπήρχε πρόθεση να επεκταθεί η αρχική αναστολή. Κατά την ακρόασή του σε επιτροπή της Γερουσίας, εξήγησε πως άλλαξε στάση ύστερα από επαφές με «πάνω από δέκα χώρες ανάμεσα στις πιο φτωχές και ευάλωτες στον κόσμο από ενεργειακή σκοπιά».
Οι συνομιλίες αυτές πραγματοποιήθηκαν στο περιθώριο των συνόδων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και της Παγκόσμιας Τράπεζας (ΠΤ) στην Ουάσιγκτον, μεταξύ 13 και 17 Απριλίου. «Μας ζήτησαν να παρατείνουμε την αναστολή, και πρόκειται για μόλις 30 επιπλέον ημέρες», δήλωσε ο υπουργός στους γερουσιαστές.
Αντιδράσεις και επιπτώσεις στην αγορά ενέργειας
Η απόφαση προκάλεσε την έντονη αντίδραση του ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο οποίος τόνισε ότι η Μόσχα εξασφαλίζει έτσι πρόσθετη χρηματοδότηση για τη συνέχιση του πολέμου. Παράλληλα, η αναστολή αφορά και το ιρανικό πετρέλαιο που είναι ήδη φορτωμένο σε πλοία, με στόχο –σύμφωνα με τον κ. Μπέσεντ– τη μείωση της πίεσης στις τιμές ενέργειας.
Οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου έχουν εκτοξευθεί μετά το ξέσπασμα του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου. Η Τεχεράνη απάντησε με επιθέσεις σε αμερικανικές βάσεις και ενεργειακές υποδομές σε γειτονικές χώρες, όπως το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ προχώρησε και σε de facto κλείσιμο του στενού του Χορμούζ, μέσω του οποίου διέρχεται σχεδόν το 20% των παγκόσμιων υδρογονανθράκων.