Η Ινδία ανακοίνωσε ότι ο πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι και ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν συμφώνησαν να ενισχύσουν περαιτέρω τις σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες, σε συνομιλίες που επικεντρώθηκαν σε τομείς όπως η ενέργεια και η άμυνα. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε λίγο πριν από την ετήσια σύνοδο κορυφής των χωρών BRICS στην πρωτεύουσα της Ινδίας, όπου αναμένεται να παραστούν και ο Κινέζος Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ και ο Πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν.
Πρόκειται για τη δεύτερη συνάντηση των δύο ηγετών μέσα σε διάστημα δύο εβδομάδων, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της διμερούς συνεργασίας. Ο Μόντι και ο Πούτιν αντάλλαξαν απόψεις για τις συγκρούσεις στη Δυτική Ασία και τη Μαύρη Θάλασσα, οι οποίες, σύμφωνα με το υπουργείο Εξωτερικών της Ινδίας, έχουν επηρεάσει το θαλάσσιο εμπόριο και την ασφάλεια των Ινδών ναυτικών.
Ο Μόντι τόνισε ότι οι συγκρούσεις οφείλουν να επιλύονται με διάλογο και διπλωματία, εκφράζοντας την ετοιμότητα της Ινδίας να συμβάλει σε ειρηνευτικές προσπάθειες. Στην ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών επισημαίνεται πως οι δύο ηγέτες δεσμεύτηκαν να συνεχίσουν τη συνεργασία τους για την ενίσχυση της ειδικής και προνομιακής στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των χωρών τους.
Η Ινδία, μαζί με την Κίνα, παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου, συμβάλλοντας στην οικονομική στήριξη της Μόσχας μετά την έναρξη της εισβολής στην Ουκρανία το 2022 και την επιβολή δυτικών κυρώσεων. Το μερίδιο της Ρωσίας στις εισαγωγές αργού πετρελαίου της Ινδίας αυξήθηκε σημαντικά το 2026, φθάνοντας το 51% τον Ιούλιο, ενώ σημειώθηκε πιθανή μείωση τον Αύγουστο λόγω αύξησης των κινεζικών αγορών.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Μόντι προσέφερε στον Πούτιν μια ρωσική μετάφραση του «Thirukkural», ενός κλασικού κειμένου στη γλώσσα Ταμίλ, ενώ οι δύο ηγέτες επισκέφθηκαν βιομηχανική έκθεση Ινδίας-Ρωσίας με παρουσία εταιρειών από κλάδους όπως η τεχνολογία, η τεχνητή νοημοσύνη, η αεροπορία, το διάστημα, η πυρηνική επιστήμη, η βαριά μηχανική, η εξόρυξη και ο τραπεζικός τομέας.
Οι δύο χώρες έχουν θέσει ως στόχο την αύξηση του διμερούς εμπορίου στα 100 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2030, από τα σχεδόν 70 δισεκατομμύρια δολάρια που καταγράφηκαν την περίοδο 2024-25.