Σύμφωνα με έκθεση του Διεθνούς Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (IFAD), το 2025 οι εργαζόμενοι μετανάστες και οι κοινότητες της διασποράς έστειλαν περίπου 729 δισεκ. δολάρια στις πατρίδες τους, ποσό σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με πριν από δέκα χρόνια. Τα εμβάσματα αυτά στηρίζουν οικογένειες σε χώρες με χαμηλά ή μεσαία εισοδήματα, αποτελώντας βασική πηγή χρηματοδότησης.
Σύμφωνα με την ίδια έκθεση της υπηρεσίας του ΟΗΕ, τα χρήματα στάλθηκαν από 220 εκατομμύρια ανθρώπους, προσφέροντας στήριξη σε περίπου 1,1 δισεκατομμύριο άτομα. Η μεταφορά χρημάτων από εργαζόμενους στο εξωτερικό έχει εξελιχθεί σε μία από τις πιο ανθεκτικές πηγές χρηματοδότησης για νοικοκυριά παγκοσμίως, ιδιαίτερα σε περιόδους οικονομικών, περιβαλλοντικών και γεωπολιτικών κρίσεων.
Τα εμβάσματα ξεπερνούν τόσο την επίσημη αναπτυξιακή βοήθεια, η οποία παρουσιάζει πτώση, όσο και τις άμεσες ξένες επενδύσεις προς τις χώρες αυτές. Σε 23 χώρες, τα εμβάσματα αντιστοιχούν σε πάνω από το 10% του ΑΕΠ, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το Τατζικιστάν (58%), τον Λίβανο (33%) και την Ονδούρα (30%).
Από το συνολικό ποσό, περίπου 233 δισεκ. δολάρια στάλθηκαν σε αγροτικές ζώνες, όπου συχνά οι υποδομές και οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες είναι ελλιπείς. Η πλειονότητα των εμβασμάτων αυτών καλύπτει άμεσες ανάγκες του πληθυσμού.
Η έκθεση σημειώνει ότι οι αποστολές χρημάτων στις πιο ευάλωτες χώρες υπερδιπλασιάστηκαν από το 2010, φθάνοντας τα 134 δισεκ. δολάρια το 2023. Αυτά τα κεφάλαια αποτελούν «ζωτική πηγή συναλλάγματος και σωσίβιο για τα νοικοκυριά».
Σχεδόν το 50% των εμβασμάτων κατευθύνθηκε σε πέντε χώρες: Ινδία (150 δισεκ. δολάρια), Μεξικό (64 δισεκ.), Φιλιππίνες, Αίγυπτο και Πακιστάν (40 δισεκ. δολάρια στην καθεμία).
Η τεχνολογική πρόοδος, μέσω κινητής τηλεφωνίας και ψηφιοποίησης τραπεζικών υπηρεσιών, έχει διευκολύνει τις αποστολές χρημάτων. Ωστόσο, πολλές συναλλαγές εξακολουθούν να πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικών γκισέ. Η έκθεση καλεί κυβερνήσεις, ρυθμιστικές αρχές και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να μειώσουν περαιτέρω το κόστος των υπηρεσιών, το οποίο έχει περιοριστεί από 7,4% το 2016 σε 6,4% το 2025, χαρακτηρίζοντας την πρόοδο αυτή ως «πραγματική», αλλά ανεπαρκή.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διαθεσιμότητα χρηματοοικονομικών και τραπεζικών υπηρεσιών, καθώς τα εμβάσματα ενισχύουν επενδύσεις, επιχειρηματική δραστηριότητα και οικονομική ανάπτυξη όπου οι οικογένειες έχουν πρόσβαση σε τέτοιες υπηρεσίες.
Επιπλέον, εκτιμάται ότι οι κοινότητες της διασποράς διαθέτουν ετήσια αποταμίευση ύψους περίπου 500 δισεκ. δολαρίων, χωρίς όμως να έχουν τα κατάλληλα μέσα για να επενδύσουν στις χώρες καταγωγής τους.
Η έκθεση επισημαίνει ότι οι «επενδυτές της διασποράς» διαθέτουν πολύτιμη γνώση, τεχνογνωσία και διεθνές δίκτυο, ωστόσο απουσιάζουν διαφανείς επενδυτικοί διάδρομοι που να προσφέρουν αντίκτυπο, αποδόσεις και προστασία. Προτείνεται στενότερη συνεργασία κυβερνήσεων, οικονομικών τομέων και οργανώσεων της διασποράς.
Τέλος, το IFAD υπενθυμίζει ότι τα εμβάσματα, ως ιδιωτικοί οικογενειακοί πόροι, «δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τις δημόσιες επενδύσεις, την κοινωνική προστασία, την ανθρωπιστική βοήθεια ή τη χρηματοδότηση για το κλίμα».