Σε σημαντική πηγή επιβάρυνσης για το ελληνικό νοικοκυριό εξελίσσεται το φυσικό αέριο, ένα καύσιμο που για χρόνια παρουσιάστηκε ως μια οικονομική και ευέλικτη λύση για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας.
Η διεθνής άνοδος των τιμών λόγω Μέσης Ανατολής σε συνδυασμό με την αυξημένη χρήση μονάδων φυσικού αερίου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, για την κάλυψη τόσο των εγχώριων αναγκών όσο και των εξαγωγών, μεταφέρει το κόστος στη χονδρεμπορική αγορά και, τελικά, στους λογαριασμούς ρεύματος.
Γνωρίζαμε ήδη ότι, λόγω μη επαρκούς αποθήκευσης, για να καλυφθεί η εγχώρια ζήτηση σε ώρες αιχμής επιστρατεύονται οι ακριβές μονάδες φυσικού αερίου, οι οποίες ανεβάζουν σημαντικά το τελικό κόστος.
Αυτό που ίσως δε γνωρίζαμε είναι πως οι μονάδες αυτές δεν μπαίνουν στην πρίζα μόνο για τις δικές μας ανάγκες αλλά για να καλυφθούν και οι ανάγκες γειτονικών μας χωρών, στις οποίες κάνουμε εξαγωγές.
Σύμφωνα με νέα ανάλυση του Green Tank, η Ελλάδα έχει μετατραπεί από το 2024 σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, όμως ένα σημαντικό μέρος αυτής της εξαγωγικής δραστηριότητας στηρίζεται και στην παραγωγή από φυσικό αέριο.
Μάλιστα, για τις ώρες που η Ελλάδα ήταν καθαρά εξαγωγική, το φυσικό αέριο είχε μέσο μερίδιο 35,8% στο εγχώριο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής.
Και επειδή οι μονάδες που λειτουργούν με φυσικό αέριο αυτές συμμετέχουν στην ελληνική χονδρεμπορική αγορά, η πρόσθετη παραγωγή τους δεν επηρεάζει μόνο τους ξένους αγοραστές, αλλά και την τιμή που διαμορφώνεται στην Ελλάδα.
Ειδικά σε μία περίοδο σαν αυτή που διανύουμε, που λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, η τιμή του TTF καταγράφει ξέφρενο ράλι, καταλαβαίνουμε πόσο περισσότερο επιβαρύνεται η χονδρική ρεύματος και τελικά ο Έλληνας καταναλωτής
Το κόστος περνάει στην χονδρεμπορική αγορά
Οι μονάδες φυσικού αερίου συμμετέχουν στην ελληνική Day-Ahead Market, την αγορά όπου διαμορφώνεται η χονδρεμπορική τιμή του ηλεκτρισμού.
Έτσι, η αυξημένη παραγωγή αερίου για να καλυφθεί η ζήτηση άλλων χωρών, πέρα από τη δική μας φυσικά, ασκεί ανοδική πίεση και στην εγχώρια τιμή.
Και αυτή η αύξηση δεν μένει στη χονδρεμπορική αγορά, καθώς σχετίζεται άμεσα με τη λιανική, με αποτέλεσμα μέρος της επιβάρυνσης να καταλήγει τελικά στους καταναλωτές.
Ενδεικτικά, η ανάλυση του Green Tank εκτιμά ότι για την περίοδο Ιανουαρίου 2024 - Ιουλίου 2026 εάν η παραγωγή από φυσικό αέριο περιοριζόταν στην κάλυψη των εγχώριων αναγκών και της απαιτούμενης εφεδρείας, η μέση τιμή της χονδρεμπορικής αγοράς θα ήταν χαμηλότερη κατά 6,23 ευρώ ανά MWh.
Η διαφορά αυτή μεταφράζεται σε εκτιμώμενη σωρευτική επιβάρυνση 914,4 εκατ. ευρώ για τους καταναλωτές στην Ελλάδα, δηλαδή σχεδόν 1 δισ. ευρώ.
Για την περίοδο έως τον Ιούνιο του 2026, όπου υπάρχουν πλήρη στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η επιβάρυνση υπολογίζεται σε 889,4 εκατ. ευρώ.
Μέχρι τον Ιούνιο του 2026 το θετικό εμπορικό ισοζύγιο από το ηλεκτρικό ρεύμα είχε αποφέρει σωρευτικά 821,2 εκατ. ευρώ, ποσό μικρότερο από την εκτιμώμενη επιβάρυνση των καταναλωτών που συνδέεται με την πρόσθετη χρήση αερίου για εξαγωγές.
Με άλλα λόγια, η χώρα μπορεί να κερδίζει από τις εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά το όφελος αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κερδίζει και ο οικογενειακός προϋπολογισμός.
Το «φθηνό» αέριο δεν είναι πια φθηνό
Η ιστορία γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν συνυπολογιστεί η διεθνής αγορά φυσικού αερίου, με την παρατεταμένη κρίση στη Μέση Ανατολή να έχει οδηγήσει σε ράλι στην τιμή του.
Είναι πλέον σαφές ότι το φυσικό αέριο δεν είναι ένα καύσιμο με σταθερό και προβλέψιμο κόστος. Όταν η αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με πολέμους, διαταραχές στις προμήθειες ή φόβους για την ενεργειακή ασφάλεια, η τιμή του μπορεί να μεταβληθεί απότομα.
Γι' αυτό και η εξάρτηση από το αέριο έχει ένα κόστος που δεν αποτυπώνεται μόνο στην τιμή του καυσίμου. Περνά στην ηλεκτροπαραγωγή, από εκεί στη χονδρεμπορική αγορά και τελικά στον λογαριασμό του νοικοκυριού.
Ενδεικτικά, η τιμή του TTF τις τελευταίες ημέρες βρίσκεται στα 80 ευρώ ανά μεγαβατώρα, σχεδόν 40% πάνω σε σχέση με ένα μήνα πριν.
Ως αποτέλεσμα, η χονδρεμπορική τιμή ρεύματος τις τελευταίες ημέρες βρίσκεται πάνω από 180 ευρώ/MWh, δηλαδή σχεδόν… πάνω σε σχέση με τη μέση τιμή που έκλεισε ο Αύγουστος.
Η λύση στις ΑΠΕ και την αποθήκευση
Αυτό που έχει ιδιαίτερη αξία είναι πως το Green Tank προτείνει λύση στο παραπάνω πρόβλημα, εξετάζοντας ένα συγκεκριμένο σενάριο.
Σύμφωνα με αυτό, αν οι εξαγωγές να παραμείνουν στα ίδια επίπεδα, αλλά η ηλεκτρική ενέργεια που σήμερα παράγεται με φυσικό αέριο αντικατασταθεί από επιπλέον παραγωγή ΑΠΕ, η μέση τιμή της χονδρεμπορικής αγοράς θα μπορούσε να είναι χαμηλότερη κατά 7,24 ευρώ/MWh, δηλαδή κατά 7,2% σε σχέση με την πραγματική μέση τιμή της εξεταζόμενης περιόδου.
Για τους πρώτους επτά μήνες του 2026, η εκτιμώμενη μέση τιμή θα έπεφτε στα 85,8 ευρώ/MWh, από 94,9 ευρώ/MWh στην πραγματικότητα.
Το οικονομικό όφελος για τους καταναλωτές, σύμφωνα με το μοντέλο, θα έφτανε τα 1,065 δισ. ευρώ για ολόκληρη την περίοδο των 31 μηνών. Παράλληλα, το εμπορικό ισοζύγιο θα παρέμενε θετικό, με σωρευτικό όφελος 605,4 εκατ. ευρώ έως τον Ιούνιο του 2026.
Όπως είναι λογικό, το «κλειδί» σε αυτή την εξίσωση είναι η αποθήκευση. Η μελέτη εκτιμά ότι την ίδια περίοδο απορρίφθηκαν 4,5 TWh ενέργειας από ΑΠΕ, ποσότητα που σε μεγάλο βαθμό θα μπορούσε να αξιοποιηθεί εάν υπήρχαν επαρκείς υποδομές αποθήκευσης.
Οι σημαντικότερες μονάδες φυσικού αερίου στη χώρα
Στη χώρα μας λειτουργούν αρκετές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο, ενώ πολλές ακόμη βρίσκονται σε στάδιο ανάπτυξης ή κατασκευής.
Η ΔΕΗ διαθέτει μονάδες φυσικού αερίου στην Κομοτηνή, στο Λαύριο (Λαύριο 4 και Λαύριο 5) και στη Μεγαλόπολη (Μεγαλόπολη V), με ισχύ που κυμαίνεται περίπου από 800 έως 900 MW.
Στη ΔΕΗ ανήκει επίσης η Πτολεμαΐδα 5, η οποία λειτουργούσε ως λιγνιτική μονάδα και σχεδιάζεται να μετατραπεί σε μονάδα φυσικού αερίου, με μελλοντική ισχύ που μπορεί να ξεπερνά τα 1.000 MW.
Στην Κομοτηνή λειτουργεί επίσης μονάδα συνδυασμένου κύκλου, ισχύος περίπου 877 MW, η οποία ανήκει στην Κομοτηνή Power, στην οποία συμμετέχουν η Metlen και η Motor Oil.
Παράλληλα, η Metlen στον Άγιο Νικόλαο Βοιωτίας λειτουργεί μονάδα ισχύος περίπου 444,5 MW, καθώς και νεότερη μονάδα συνδυασμένου κύκλου ισχύος 826 MW. Στον ίδιο χώρο λειτουργεί επίσης μονάδα συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας, ισχύος περίπου 334 MW.
Η Θερμοηλεκτρική Κομοτηνής αποτελεί μία από τις νεότερες και μεγαλύτερες μονάδες φυσικού αερίου στην Ελλάδα, με ισχύ περίπου 877 MW. Αποτελεί κοινοπραξία 50%-50% μεταξύ ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και Motor Oil.
Την ίδια στιγμή, στην Αλεξανδρούπολη κατασκευάζεται μονάδα φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου, ισχύος 840 MW. Η νέα Μονάδα Ηλεκτροπαραγωγής Αλεξανδρούπολης είναι θερμοηλεκτρικός σταθμός συνδυασμένου κύκλου (CCGT), με καύσιμο το φυσικό αέριο, ο οποίος αναμένεται να τεθεί σε εμπορική λειτουργία εντός του 2027.
Το έργο υλοποιείται στη ΒΙ.ΠΕ. Αλεξανδρούπολης από την κοινοπραξία «Ηλεκτροπαραγωγή Αλεξανδρούπολης Α.Ε.», στην οποία συμμετέχουν ο Όμιλος ΔΔΗ (51%), η ΔΕΠΑ Εμπορίας (29%) και ο Όμιλος Κοπελούζου (20%).
Στη Λάρισα αναπτύσσεται μονάδα φυσικού αερίου ισχύος 870 MW από τη Λάρισα Θερμοηλεκτρική. Η εταιρεία αποτελεί σύμπραξη της ΔΕΠΑ Εμπορίας (35%), της ισραηλινών συμφερόντων Clavenia Ltd (38,5%), της EUSIF Larissa (6,5%) και της Volton (10%).
Ο Ήρων, που ανήκει στη Motor Oil και τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ μέσω της UtilityCo, διαθέτει μονάδες φυσικού αερίου στη Βοιωτία. Η σημαντικότερη είναι η μονάδα Ήρων II, ισχύος περίπου 435–441 MW, ενώ υπάρχουν επίσης οι μονάδες Ήρων I και Ήρων III, οι οποίες λειτουργούν ως μονάδες ανοικτού κύκλου.
Η Korinthos Power, στους Αγίους Θεοδώρους Κορινθίας, διαθέτει μονάδα συνδυασμένου κύκλου με φυσικό αέριο, ισχύος περίπου 436,6 MW. Η εταιρεία ανήκει κατά 65% στη Metlen, μέσω της Protergia Θερμοηλεκτρικής, και κατά 35% στην nrg της Motor Oil.
Η Enerwave, η οποία ανήκει στον όμιλο HELLENiQ ENERGY, διαθέτει δύο ιδιόκτητες μονάδες φυσικού αερίου: τη μονάδα στη Θίσβη Βοιωτίας, ισχύος περίπου 421,6 MW, και τη μονάδα στη Θεσσαλονίκη, συνολικής ισχύος περίπου 400 MW.
Υπάρχουν, επίσης, μικρότερες μονάδες αεριοστροβίλων σε νησιά, όπως η Κρήτη, η Ρόδος, η Χίος, η Λέσβος και η Σαντορίνη, οι οποίες ανήκουν κυρίως στη ΔΕΗ και συμβάλλουν στην κάλυψη των αναγκών ηλεκτροδότησης, ιδιαίτερα κατά τις ώρες αυξημένης ζήτησης.