Η παγκόσμια οικονομία παρουσιάζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από το αναμενόμενο στις αναταράξεις που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με εκτίμηση του ΟΟΣΑ. Όπως αναφέρεται σε πρόσφατη έκθεση, οι συνέπειες της σύγκρουσης αντισταθμίζονται από δημόσιες ενισχύσεις που στοχεύουν στην άμβλυνση των επιπτώσεων της αύξησης των τιμών της ενέργειας, αλλά και από δυναμικές επενδύσεις στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης αναβάθμισε ελαφρώς την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας το 2026 στο 2,9%, παρά τη συνεχιζόμενη αστάθεια στη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή, προειδοποιεί για την αβεβαιότητα που εξακολουθεί να περιβάλλει τις παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές.
Η αναθεώρηση επί τα βελτίω κατά 0,1 της ποσοστιαίας μονάδας σε σχέση με την προηγούμενη πρόβλεψη του Ιουνίου δεν αναιρεί την εκτίμηση ότι η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί φέτος, μετά την αύξηση κατά 3,4% το 2025, σύμφωνα με την τριμηνιαία έκθεση του ΟΟΣΑ.
Η επιβράδυνση αποδίδεται κυρίως στη συνεχιζόμενη αύξηση των τιμών ενέργειας και στην απώλεια αγοραστικής δύναμης, όπως επισημαίνει ο Οργανισμός.
Ο ΟΟΣΑ τονίζει πως «η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας επιβραδύνθηκε αλλά αυτή παρέμεινε ανθεκτική».
Σημαντικό ρόλο στην ανθεκτικότητα αυτή διαδραμάτισαν «τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης, η μερική προσφυγή σε εναλλακτικές πρώτες ύλες, η αύξηση της προσφοράς από τις οικονομίες του Κόλπου και η απελευθέρωση αποθεμάτων πετρελαίου», καθώς και «ο συνεχής δυναμισμός των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI)».
Η ανάπτυξη αναμένεται να αρχίσει να ανακάμπτει, φθάνοντας το 3% το 2027, λόγω της σταδιακής υποχώρησης των τιμών ενέργειας και πληθωρισμού, ως αποτέλεσμα της αύξησης των βασικών επιτοκίων από πολλές κεντρικές τράπεζες, μεταξύ των οποίων και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ.
Ωστόσο, ο ΟΟΣΑ διατηρεί επιφυλάξεις, καθώς οι παγκόσμιες προοπτικές παραμένουν στενά συνδεδεμένες με την εξέλιξη του πολέμου που εξαπέλυσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ κατά του Ιράν τον Φεβρουάριο, γεγονός που επηρεάζει τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων σε πολλές χώρες εντείνει την αβεβαιότητα και καθιστά ευάλωτη τη δημοσιονομική τους κατάσταση, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ.
Ο Οργανισμός προειδοποιεί ότι «νέες προσαρμογές σε επίπεδο νομισματικής πολιτικής είναι πιθανόν να είναι αναγκαίες αν εμφανισθούν ενδείξεις γενίκευσης των εντάσεων επί των τιμών ή αν οι προοπτικές ανάπτυξης επιδεινωθούν αισθητά». Αν και η αύξηση των επιτοκίων βοηθά στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού, μπορεί να περιορίσει την ανάπτυξη, φρενάροντας κατανάλωση και επενδύσεις.
Ο ΟΟΣΑ παραμένει επιφυλακτικός απέναντι σε υπερβολική αισιοδοξία, υπογραμμίζοντας ότι οι παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές εξαρτώνται από την εξέλιξη του πολέμου ΗΠΑ και Ισραήλ στη Μέση Ανατολή.
Η σύγκρουση επηρεάζει τη διακίνηση πετρελαίου και φυσικού αερίου, κυρίως λόγω του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ, που έχουν στρατηγική σημασία για τη μεταφορά υδρογονανθράκων.
Επιπλέον, οι διακυμάνσεις των αμερικανικών δασμών και η αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων ενισχύουν το κλίμα αβεβαιότητας.
Τα επιτόκια μακροπρόθεσμου κρατικού δανεισμού βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 ετών, γεγονός που καθιστά πιο ευάλωτη τη δημοσιονομική κατάσταση των κρατών.
Ο ΟΟΣΑ εισηγείται στοχευμένα και χρονικά περιορισμένα κυβερνητικά μέτρα στήριξης απέναντι στην άνοδο των τιμών ενέργειας, καθώς και αυξημένο έλεγχο στις δημόσιες δαπάνες.
Τέλος, τα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως ο ισχυρός καύσωνας του καλοκαιριού και το φαινόμενο El Niño –το οποίο χαρακτηρίζεται ως το ισχυρότερο που έχει καταγραφεί– αναμένεται να επηρεάσουν την παγκόσμια οικονομία. Οι συνέπειες του El Niño προβλέπεται να διαρκέσουν μέχρι το 2027, πλήττοντας την αγροτική παραγωγή και αυξάνοντας τις πιέσεις στις τιμές των τροφίμων.