ΓΔ: 897.01 -1.45% Τζίρος: 251.67 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 17:20:01 ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΓΟΡΑΣ
Φωτο: Shutterstock

Πώς έγιναν «καπνός» τα 40 δισ. ευρώ των φορολογούμενων στις τράπεζες

Το «κούρεμα» των ομολόγων (PSI), η «βύθιση» της οικονομίας και η έξαρση των «κόκκινων» δανείων, ο πολλαπλασιασμός τους λόγω στρατηγικών κακοπληρωτών και η αναποτελεσματικότητα στις ανακτήσεις παγίδευσαν τις τράπεζες σε ένα φαύλο κύκλο που «έκαψε» δεκάδες δισ. ευρώ.

Κυβέρνηση και ΣΥΡΙΖΑ διασταυρώσαν τα ξίφη τους την προηγούμενη εβδομάδα  στη Βουλή με αφορμή την αύξηση κεφαλαίου της Τράπεζας Πειραιώς και τις εξελίξεις στις τράπεζες με τις δυο πλευρές να ανταλλάσσουν κατηγορίες για τα χαμένα δισεκατομμύρια της κρατικής βοήθειας στις τράπεζες.

Από το 2012 μέχρι σήμερα οι φορολογούμενοι, μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), διοχέτευσαν στις εγχώριες τράπεζες περισσότερα από 40 δισ. ευρώ ενώ επιπλέον 20 δισ. ευρώ τοποθέτησαν και ιδιώτες επενδυτές μέσω των αυξήσεων κεφαλαίου.

Το ΤΧΣ διοχέτευσε 27 δισ. ευρώ (25,5 δισ. με αυξήσεις κεφαλαίου και 1,5 δισ. με CoCos) ευρώ για την ανακεφαλαιοποίηση των τεσσάρων συστημικών τραπεζών ενώ επιπλέον 13,5 δισ. ευρώ διοχέτευσε για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού τραπεζών που έσπασαν σε καλό και κακό κομμάτι όπως η Αγροτική Τράπεζα, το Ταχυδρομικό Ταμειυτήριο, η FBB, συνεταιριστικές τράπεζες κ.α.

Όλα αυτά τα χρήματα έχουν σχεδόν γίνει «καπνός» καθώς η τρέχουσα κεφαλαιοποίηση των συστημικών τραπεζών διαμορφώνεται στα 7,5 δισ. ευρώ.

Τι πήγε στραβά; Γιατί χάθηκαν τόσα δισεκατομμύρια; Και γιατί το ελληνικό Δημόσιο δεν κατάφερε να ανακτήσει τα κεφάλαια που εισέφερε στις τράπεζες, ενώ άλλες χώρες όπως οι ΗΠΑ σε αρκετές περιπτώσεις  (όπως η διάσωση της Citibank) κατάφερε να αποκομίσει κέρδος;

Πέραν από το PSI, το «κούρεμα» των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, που οδήγησε σε καταστροφή τις τράπεζες, δυσβάσταχτο ήταν επίσης το πλήγμα από τα «κόκκινα» δάνεια λόγω της βύθισης της οικονομίας αλλά και της αδυναμίας ανάκτησης των προβληματικών δανείων, αδυναμία που διόγκωσε ακόμα περισσότερο το πρόβλημα.

Η καταστροφή του PSI

Το PSI, αποτέλεσε μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη κίνηση τροφοδοτώντας πολλές αντιδράσεις και πολιτικές αντεγκλήσεις και ήταν αυτό που αποσταθεροποίησε τις τράπεζες λόγω των μεγάλων τοποθετήσεων που είχαν σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου.

Θεωρητικά η απομείωση χρέους που επετεύχθη με το PSI ήταν η μεγαλύτερη μείωση εθνικού χρέους, μετά την περίπτωση της Αργεντινής. Στην πραγματικότητα όμως τα οικονομικά οφέλη ήταν περιορισμένα, καθώς το «κούρεμα» των ομολόγων έθιξε κυρίως Έλληνες κατόχους: τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, εκπαιδευτικά ιδρύματα και ιδιώτες επενδυτές.

Στα χαρτιά το όφελος από το “κούρεμα” των ελληνικών ομολόγων ανήλθε στα 137,9 δισ. ευρώ ωστόσο στην πραγματικότητα η καθαρή τελική μείωση ήταν 51,2 δισ. ευρώ καθώς μόνο για την κάλυψη των ζημιών που προκάλεσε στις εγχώριες τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία απαιτήθηκαν 57 δις. ευρώ κεφάλαια που καλύφθηκαν μέσω νέου δανεισμού. Από το PSI εξαιρέθηκαν τα ελληνικά ομόλογα που είχε αποκτήσει η ΕΚΤ ενώ οι περισσότερες ξένες τράπεζες, κάτοχοι ελληνικών ομολόγων, είχαν φροντίσει να ρευστοποιήσουν τις θέσεις τους τους προηγούμενους μήνες. Έτσι, σε ό,τι αφορά την μείωση του χρέους το PSI αποδείχθηκε πολύ κακό για το τίποτα.

Ακόμα χειρότερα, το PSI προκάλεσε μια σειρά παρενεργειών για τη χώρα οι οποίες είχαν σοβαρές και μακροχρόνιες επιπτώσεις. Αποσταθεροποίησε το τραπεζικό σύστημα, παγίωσε την αβεβαιότητα, επιτάχυνε τις εκροές καταθέσεων και ξεχώρισε την Ελλάδα ως μια χώρα - ειδική περίπτωση όπου μπορούν να συμβούν τα πάντα.

Στη Σύνοδο Κορυφής της 26ης Οκτωβρίου 2011 αποφασίστηκαν πρόσθετα μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ελλάδα, το πακέτο στήριξης ενισχύθηκε στα 130 δισ. ευρώ, ενώ αποφασίστηκε και η διεύρυνση του «εθελοντικού κουρέματος» των ομολόγων που κατείχε ο ιδιωτικός τομέας στο 50% της αξίας τους. Οι ομολογιούχοι θα έχαναν περίπου το 50% των χρημάτων τους και θα λάμβαναν νέους ομολογιακούς τίτλους για το υπόλοιπο 50%, ομόλογα που θα είχαν αυξημένη νομική προστασία καθώς υπάγονταν σε αγγλικό δίκαιο. 

Το PSI είχε άμεσες και καταστροφικές επιπτώσεις στις τράπεζες προκαλώντας στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα ζημιές ύψους 37,7 δισ. ευρώ και «εξαϋλώνοντας» την κεφαλαιακή βάση τους. Το σύνολο των βασικών ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών την άνοιξη του 2012 ανέρχονταν στα 22,1 δισ. ευρώ και με την υλοποίηση του PSI το τραπεζικό σύστημα βρέθηκε στη στιγμή με αρνητικά κεφάλαια ύψους.

Το πλήγμα των «κόκκινων» δανείων

Πέραν του μοιραίου πλήγματος του PSI, η βύθιση της οικονομίας και η συνεπακόλουθη εκτόξευση των «κόκκινων» δανείων προκάλεσε ένα επίσης μοιραίο πλήγμα: σύμφωνα με την διαγνωστική μελέτη της BlackRock, οι ζημιές των τραπεζών από «κόκκινα» δάνεια για την περίοδο Ιούνιος 2011 – Δεκέμβριος 2012 θα ανέρχονταν στα 46,8 δισ. ευρώ, ζημιές που καλύπτονταν μόνο κατά 53% από τις προβλέψεις ύψους 24,7 δις. ευρώ που είχαν σχηματίσει οι τράπεζες για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. 

Τον Δεκέμβριο 2012 η ΤτΕ παρουσίασε την «Έκθεση για την Ανακεφαλαιοποίηση και Αναδιάταξη του Ελληνικού Τραπεζικού Τομέα», σύμφωνα με την οποία το ύψος των ζημιών από το PSI και τα «κόκκινα» δάνεια όχι μόνο εξαφάνισαν το σύνολο των κεφαλαίων τους αλλά οδήγησαν τον τραπεζικό κλάδο στο «κόκκινο», υπό του μηδενός, με αρνητικά κεφάλαια ύψους 20,6 δισ. ευρώ! Οι μέτοχοι έχασαν το σύνολο της περιουσίας τους.

Το 2013 πραγματοποιήθηκε η πρώτη ανακεφαλαιοποίηση, ωστόσο, η αδυναμία σταθεροποίησης της οικονομίας και εξόδου από την ύφεση είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων και απαίτησε νέες κεφαλαιακές ενισχύσεις των τραπεζών. Ακολούθησε η δεύτερη ανακεφαλαιοποίηση το 2014, η οποία έγινε σε θετικό περιβάλλον με τη συμμετοχή μόνο ιδιωτών επενδυτών, όμως ο εκτροχιασμός της οικονομίας και της χώρας το 2015, μετά τη σύγκρουση της κυβέρνησης Τσίπρα – Καμμένου με τους εταίρους, οδήγησε στην τρίτη ανακεφαλαιοποίηση το 2015 και στην απώλεια των κεφαλαίων που είχαν επενδυθεί το 2013 και 2014. Η βαθιά οικονομική ύφεση οδήγησε τελικά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε υπερδιπλάσια επίπεδα από τις εκτιμήσεις της BlackRock.

Ασφαλώς ευθύνες για την διόγκωση των «κόκκινων» δανείων βαρύνουν τις τράπεζες οι οποίες τη δεκαετία του 2000 επικεντρώθηκαν υπερβολικά στην προώθηση νέων προϊόντων μαζικού δανεισμού με ολοένα και πιο χαλαρά κριτήρια δανεισμού. Καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες δίνονταν με μια απλή αίτηση ενώ σταδιακά και στη στεγαστική πίστη χορηγούνταν δάνεια με ελάχιστη προσοχή στην οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη. Κάπως έτσι, την περίοδο 1997 - 2007 οι τιμές των ακινήτων στη χώρα μας αυξήθηκαν κατά 170,8%, μια από τις μεγαλύτερες μεταβολές στην Ευρώπη. Μεγάλα λάθη και καταστατήγιση των πιστωτικών κανόνων σημειώθηκε και στα δάνεια προς επιχειρήσεις.

Γιατι δεν πέτυχαν οι ανακεφαλαιοποιήσεις

Οι τράπεζες σύρθηκαν από ανακεφαλαιοποίηση σε ανακεφαλαιοποίηση ακριβώς όπως η χώρα σύρθηκε από μνημόνιο σε μνημόνιο. Καθόλου τυχαία η «επιτυχία» των ανακεφαλαιοποίησεων ήταν αντίστοιχη της πορείας της χώρας – το τραπεζικό σύστημα είναι συνυφασμένο με την οικονομία της χώρας όπου δραστηριοποιείται. Ένα θετικό οικονομικό περιβάλλον είναι απαραίτητο προκειμένου οι τράπεζες να μπορούν να προσελκύουν καταθέσεις, οι επιχειρήσεις να κάνουν επενδύσεις και τα νοικοκυριά να καταναλώνουν και να επενδύουν.

Οι ανακεφαλαιοποιήσεις είχαν στόχο να εξασφαλίσουν την ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, την φερεγγυότητά τους, ώστε να μπορέσουν να προσελκύσουν καταθέσεις, δηλαδή ρευστότητα, και κατόπιν να εκπληρώσουν το ρόλο τους στην οικονομία: να δώσουν δάνεια σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Ωστόσο, ενώ το πρώτο βήμα, η κεφαλαιακή ενίσχυση για να καταστούν οι τράπεζες φερέγγυες, πραγματοποιούνταν με επιτυχία, η δεύτερη απαραίτητη προϋπόθεση, ένα σταθερό, θετικό οικονομικό περιβάλλον και η εμπιστοσύνη, παρέμεναν μετέωρα. Από το 2010 η χώρα βρέθηκε σε ένα φαύλο κύκλο αβεβαιότητας: η οικονομία την περίοδο 2009 – 2013 κατέρρευσε (-26% ΑΕΠ), το φάσμα του Grexit ήταν συνεχώς παρόν ενώ το 2015 η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση. Χρειάστηκε μια ακόμα διετία, 2016 – 2017, προκειμένου η κυβέρνηση Σύριζα - ΑΝΕΛ, να εγκαταλείψει σταδιακά τις ψευδαισθήσεις περι επαναδιαπραγματεύσεων και τις καθυστερήσεις στην υλοποίηση των συμφωνιών προκειμένου η οικονομία να σταθεροποιηθεί και να εμπεδωθεί η αίσθηση ότι τα χειρότερα είναι πίσω.

Εν πολλοίς οι τράπεζες, με τις ανακεφαλαιοποιήσεις, είχαν τα κεφάλαια αλλά όχι και το περιβάλλον, μια κανονική οικονομία, ώστε να λειτουργούν ομαλά, να προσελκύσουν καταθέσεις και μετά να ενισχύσουν με νέα δάνεια την οικονομία. Γινόταν ανακεφαλαιοποίηση, οι τράπεζες ανακτούσαν τη φερεγγυότητά τους, αλλά οι κυβερνήσεις δεν υλοποιούσαν τις συμφωνίες, η εμπιστοσύνη χανόναν, η οικονομία υποχωρούσε, η αστάθεια και η αβεβαιότητα κυριαρχούσαν, οι καταθέσεις μειώνονταν περαιτέρω, τα «κόκκινα» δάνεια αυξάνονταν καθώς νοικοκυριά και επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να τα εξυπηρετούσαν, δημιουργούνταν νέες ζημιές στις τράπεζες «καίγοντας» εν τέλει τα νέα κεφάλαια, απαιτώντας και νέες ανακεφαλαιοποίησεις.

Ένας φαύλος κύκλος για τον οποίο εκτός των ελληνικών κυβερνήσεων μεγάλες ευθύνες βαραίνουν  τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τις πολιτικές ηγεσίες της ΕΕ που αντί να σβήσουν τη φωτιά έτρεχαν πίσω από τις εξελίξεις, με ανεπαρκέστατες λύσεις – μπαλώματα, οι οποίες απλά μετέθεταν τα προβλήματα για αργότερα διαιωνίζοντας την αβεβαιότητα.

Οι ανακεφαλαιοποιήσεις δεν είχαν κανένα νόημα όταν το κεντρικό πρόβλημα, η εκτόξευση των μη εξυπηρετούμενων δανείων λόγω της κατάρρευσης της οικονομίας, παρέμενε άλυτο. Η αποτυχία σταθεροποίησης της οικονομίας και της αντιμετώπισης του δυσθεώρητου ύψους των “κόκκινων” δανείων οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε νέες ζημιές, ροκανίζοντας τα κεφάλαια των τραπεζών απαιτώντας νέες κεφαλαιακές ενισχύσεις. Κάπως έτσι το χανόταν το ένα δισεκατομμύριο μετά το άλλο.

Τα «πάρτι» των στρατηγικών κακοπληρωτών

Τα οριζόντια μέτρα προστασίας των δανειοληπτών, όπως ο Νόμος Κατσέλη, που τα δικαστήρια δεν μπόρεσαν να εφαρμόσουν, είχαν ως αποτέλεσμα ένας μεγάλος αριθμός δανειοληπτών να επιλέξουν να μην πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, ενώ μπορούσαν. Αντίστοιχα, στα επιχειρηματικά δάνεια πολλοί επιχειρηματίες μετασχημάτισαν τα δάνεια που έλαβαν από τις τράπεζες σε προσωπική περιουσία, αφήνοντας στις τράπεζες τις υπερχρεωμένες επιχειρήσεις. Πρόκειται για τους αποκαλούμενους στρατηγικούς κακοπληρωτές που λειτούργησαν ως επιταχυντής στον σχηματισμό «κόκκινων» δανείων.

Σημειώνεται ότι κατά το διάστημα 2009 - 2015, πρακτικά οι τράπεζες δεν μπορούσαν να κάνουν πολλά για την ομαλή εξυπηρέτηση ή και ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους. Οι περιορισμοί του 2009 με την απαγόρευση των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων), που ίσχυσαν μέχρι τα τέλη του 2015, και αφορούσαν επιχειρηματικές οφειλές ύψους μέχρι 200.000 ευρώ οδήγησαν σε μια κατακόρυφη αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Όπως επισημαίνουν τραπεζικά στελέχη αυτή η γενική απαγόρευση, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση της χώρας, οδήγησε την Ελλάδα στην πρώτη θέση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωζώνης σε ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων. Περισσότερα από 100 δισ. ευρώ ή το 50% του συνόλου των δανείων που είχαν χορηγήσει οι τράπεζες βρέθηκαν στο «κόκκινο», ποσό υπεδιπλάσιο από τις εκτιμήσεις της BlackRock.

Η αβεβαιότητα και η βύθιση της οικονομίας σε συνδυασμό με τους στρατηγικούς κακοπληρωτές οδήγησαν σε εκτόξευση των »κόκκινων» δανείων. Από 12,4 δισ. το 2008, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPLs) ανήλθαν στα 26,8 δισ. το 2010, στα 39,7 δισ. το 2011, στα 55,7 δισ. το 2012, στα 69,4 δισ. το 2013 ενώ τον Ιούνιο 2016 προσέγγιζαν τα 80 δις. ευρώ. Ως ποσοστό επι των συνολικών δανείων τα NPLs από 4,6% το 2007 ανήλθαν 37% το 2016. Αν συνυπολογιστούν προβληματικά δάνεια που εμφανίζουν μεγάλες πιθανότητες αθέτησης (σύμφωνα με τους τραπεζικούς κανόνες) τότε η συνολική έκθεση των τραπεζών σε μη εξυπηρετούμενα πιστωτικά ανοίγματα (NPEs) τον Ιούνιο 2016 ξεπερνούσε τα 100 δισ. ευρώ που αντιστοιχούσε στο 51% του χαρτοφυλακίου δανείων των τραπεζών

Το τεράστιο αυτό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων δεν αντιμετωπίστηκε αποτελεσματικά. Το δικαστικό σύστημα κινείται με πολύ αργούς ρυθμούς στην Ελλάδα ενώ δεν υπήρξε καμία μέριμνα για την δημιουργία εξειδικευμένων τμημάτων τα οποία θα μπορούσαν να επιταχύνουν την εξέταση υποθέσεων στο πλαίσιο του νόμου Κατσέλη αλλά και να συμβάλλουν στην επιτάχυνση των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης. Στην Ιταλία, η οποία επίσης αντιμετώπιζε πρόβλημα μη εξυπηρετούμενων δανείων, πρώτα έγιναν οι κατάλληλες μεταρρυθμίσεις στο νομικό και θεσμικό πλαίσιο ώστε να βελτιωθούν οι ανακτήσεις προβληματικών δανείων και μετά οι ιταλικές τράπεζες προχώρησαν σε πωλήσεις «κόκκινων» δανείων σε τιμές πολύ καλύτερες των τιμών με τις οποίες πουλάνε οι εγχώριες.

Αν είχε γίνει κάτι αντιστοιχο και στην Ελλάδα, οι τράπεζες θα μπορούσαν να ανακτήσουν μεγαλύτερο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων. Σημειώνεται ότι από τα 13,5 δισ. ευρώ που χορηγήθηκαν για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού των τραπεζών που έσπασαν σε καλό και κακό κομμάτα από τα «κόκκινα» δάνεια που είχαν στην κατοχή τους έχουν ανακτηθεί μέχρι τώρα 746 εκατ. ευρώ ενώ εκτιμάται ότι πιθανά θα ανακτηθούν ακόμα 1,4 δισ. ευρώ τα επόμενα χρόνια. 

Οι κυβερνήσεις από το 2010 μέχρι σήμερα είχαν θέσει δύο αντικρουόμενους στόχους: την εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών από τα «κόκκινα» δάνεια και ταυτόχρονα την προστασία των περιουσιακών στοιχείων δανειοποληπτών με «κόκκινα» δάνεια και την αποφυγή πλειστηριασμών λόγω πολιτικού κόστους. Ακόμα και σήμερα εξαιτίας της πανδημίας τα δικαστήρια δεν λειτουργούν με αποτέλεσμα οι τράπεζες να μην μπορούν να προχωρήσουν σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για καμία υπόθεση ακόμα και για χρέη επιχειρήσεων που είχαν σχηματιστεί πριν δέκα χρόνια. Επιπλέον και οι τράπεζες για πολλά χρόνια έδειξαν μια αδράνεια στην αντιμετώπιση των κακοπληρωτών. 

Οι χαμηλές ανακτήσεις δανείων έχουν ως αποτέλεσμα οι τράπεζες να πωλούν τα πακέτα των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε πολύ χαμηλές τιμές δημιουργώντας πάλι πίεση στην κεφαλαιακή τους βάση.

Τα μέτρα οριζόντιας προστασίας των δανειολητπών, όπως στην πράξη λειτούργησαν, οδήγησαν σε δραστική επιδείνωση της κατάστασης των «κόκκινων δανείων, τα οποία τελικά αναρριχήθηκαν σε επίπεδο πολύ υψηλότερο από όσο δικαιολογούσε η οικονομική κρίση. Έτσι οι οι τράπεζες παγιδεύτηκαν με έναν τεράστιο όγκο μη εξυπηρετούμενων δανείων, τα οποία μόλις τα τελευταία χρόνια μειώνουν μέσω πωλήσεων σε funds, συναλλαγές που πραγματοποιούνται σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές.

Χαρακτηριστικό του μεγέθους του προβλήματος είναι το γεγονός ότι παρά τη μείωση των «κόκκινων» δανείων κατά 50 δισ. ευρώ την τελευταία 4ετία, οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν με δείκτη «κόκκινων» δανείων κοντά στο 35% που είναι δεκαπλάσιος του μέσου όρου της ευρωζώνης. 

Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Πώς μπορούν οι τραπεζικές μετοχές να πετύχουν το μεγάλο comeback

Πορεία προς μονοψήφιους δείκτες NPEs χαράζουν οι συστημικές τράπεζες, με σύμμαχο εποπτικές αρχές και κυβέρνηση που θέλουν την οριστική λύση στο πρόβλημα. Άγνωστος «Χ» τα νέα «κόκκινα» δάνεια εξαιτίας της πανδημίας.
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τράπεζες: Μονοψήφιος δείκτης «κόκκινων» δανείων χωρίς αυξήσεις κεφαλαίου

Το μεγάλο στοίχημα του 2021 για τράπεζες, κυβέρνηση και οικονομία. Γιατί είναι αισιόδοξες οι τράπεζες. Από τι θα κριθεί η «αναίμακτη» για τους μετόχους εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών.
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

«Ναι» από SSM για τη μηδενική στάθμιση κινδύνου του σχεδίου «Ηρακλής»

Σύμφωνα με πληροφορίες του Business Daily στη χθεσινή συνάντηση που πραγματοποιήθηκε μεταξύ του διοικητή της ΤτΕ, Γιάννη Στουρνάρα, και των επικεφαλής των τραπεζών έγινε αναλυτική ενημέρωση για το θέμα του RWA και τη θετική έκβαση της διαπραγμάτευσης.