ΓΔ: 805.79 -0.57% Τζίρος: 55.20 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 17:20:02 ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΓΟΡΑΣ
Revma
Φώτο: Shutterstock

Τρ. Πειραιώς: Οι επιπτώσεις των τιμών ενέργειας σε νοικοκυριά - επιχειρήσεις

Τι αναφέρει η τράπεζα για την κατάσταση με την οποία έρχονται αντιμέτωπα καθημερινά τα νοικοκυριά μετά και τις αυξήσεις σε ενέργεια, διατροφή και λοιπά αγαθά και υπηρεσίες.

Η ραγδαία αύξηση των τιμών η οποία καταγράφεται στο επίπεδο της παγκόσμιας οικονομίας, έχει φυσικά επηρεάσει και την ελληνική οικονομία, με αποτέλεσμα ο πληθωρισμός να αποτελεί το κέντρο της προσοχής όχι μόνο των υπεύθυνων για την άσκηση της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής αλλά και ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας, όπως αναφέρει ο κ. Ηλίας Λεκκός είναι Chief Economist, Επικεφαλής Οικονομικής Ανάλυσης και Επενδυτικής Στρατηγικής του Ομίλου Τράπεζας Πειραιώς.

Η έκθεση της Τράπεζας Πειραιώς αναφέρεται στην τρέχουσα προβληματική αναφορικά με την πορεία και δυναμική του πληθωρισμού.

Χρησιμοποιώντας τα στοιχεία των Έρευνών Οικογενειακών Προϋπολογισμών (ΕΟΠ 2020), παρατίθεται η κατανομή των περίπου 4 εκατ. ελληνικών νοικοκυριών ανάλογα με την οικογενειακή εισοδηματική τους κατάσταση και τα αντίστοιχα ποσοστά δαπάνης τους σε ενέργεια, διατροφή και λοιπά αγαθά και υπηρεσίες ανά εισοδηματικό κλιμάκιο.

Από την ανάλυση αυτή, η Τράπεζα Πειραιώς σημειώνει, ότι νοικοκυριά με μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα 751 - 1100 ευρώ δαπανούν το 27,1% και 13,6% του εισοδήματός τους για διατροφή και ενέργεια αντίστοιχα. Στον αντίποδα νοικοκυριά με εισοδήματα άνω των 3500 ευρώ  δαπανούν μόνο το 18,7% και 10,5% του εισοδήματος τους στις ίδιες κατηγορίες αγαθών. Ως εκ τούτου το ποσοστό δαπάνης των «φτωχών» νοικοκυριών για όλα τα υπόλοιπα αγαθά και υπηρεσίες ανέρχεται στο 59% - 63% ενώ των εύπορων στο 70,8%.

Αυτές ακριβώς οι αποκλίσεις καταναλωτικών προτύπων είναι η αιτία των διαφορετικών επιπέδων πληθωρισμού που βιώνουν νοικοκυριά με διαφορετικά εισοδήματα – ιδιαίτερα σε μια περίοδο που ο πληθωρισμός οφείλεται εν πολλοίς στην ενέργεια και στις τιμές αγροτικών προϊόντων.

Χρησιμοποιώντας λοιπόν την ανάλυση δαπανών και εισοδημάτων από την ΕΟΠ, 2020 σε συνδυασμό με τις τιμές αγαθών και υπηρεσιών από το μηνιαίο Δελτίο Τιμών της ΕΛΣΤΑΤ, εκτιμόνται αρχικά τρεις (3) υποδείκτες πληθωρισμού (i) ενέργειας, (ii) διατροφής και (iii) λοιπών αγαθών και υπηρεσιών ανά εισοδηματικό κλιμάκιο.

Από τους δείκτες αυτούς προκύπτει ότι εξαιτίας της διαφορετικής βαρύτητας των τριών (3) αυτών κατηγοριών στις δαπάνες κάθε νοικοκυριού προκύπτει διαφορετικός πληθωρισμός, με ακριβώς τις ίδιες τιμές των αγαθών και υπηρεσιών. Έτσι στα πολύ φτωχά εισοδήματα τα αγαθά και οι υπηρεσίες ενέργειας πληθωρίζονται κατά 55,5% σε ετήσια βάση ενώ στα πολύ εύπορα κατά 48,2% . Αντίθετα, τα λοιπά αγαθά και υπηρεσίες στα φτωχά νοικοκυριά αυξάνονται κατά 1,4% και στα εύπορα κατά 2,1%. Ο πληθωρισμός για τα νοικοκυριά με μηνιαίο εισόδημα έως 750 ευρώ είχε ήδη φτάσει τα επίπεδα του 10,6%, στα νοικοκυριά με εισόδημα  751 -  1100 ευρώ στο 11,1% ενώ σε πιο εύπορα νοικοκυριά με εισοδήματα 2800 - 3500 ευρώ περιορίζεται στο 9,5% και σε νοικοκυριά με εισόδημα άνω των 3500 ευρώ στο 8,5%.

Συνεπώς, στην τρέχουσα συγκυρία νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα βιώνουν υψηλότερα επίπεδα πληθωρισμού, τα οποία φθίνουν όσο ανέρχονται στην εισοδηματική κλίμακα.

Τέλος, επιχειρείται να δοθεί απάντηση στο ερώτημα: υπό την προϋπόθεση ότι τα νοικοκυριά επιθυμούν να καταναλώνουν τα ίδια επίπεδα υπηρεσιών ενέργειας και ειδών διατροφής  τότε πόσο μειώνεται το ποσοστό εισοδήματός τους που είναι διαθέσιμο για την αγορά όλων των υπολοίπων αγαθών και υπηρεσιών. Τα συμπεράσματα της μεθοδολογίας αυτής αποτελούν φυσικά αντικατοπτρισμό των παραπάνω ευρημάτων μας αναφορικά με τους υψηλότερους ρυθμούς πληθωρισμού των «φτωχών» έναντι των ευπορών νοικοκυριών.

Με απλά λόγια η αύξηση των τιμών ενέργειας και τροφίμων περιορίζει κατά 8,2% το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών σε όλες τις λοιπές καταναλωτικές τους ανάγκες στο κάτω άκρο της κατανομής των εισοδημάτων αλλά μόνο 5,7% στο άνω άκρο των πιο ευπορών νοικοκυριών.  

Τέλος, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, είναι να καταλάβουμε ποιοι είναι οι κλάδοι της ελληνικής οικονομίας των οποίων τα περιθώρια κέρδους θα επηρεαστούν περισσότερο από τις τρέχουσες πληθωριστικές πιέσεις και κατά πόσο.

Δεδομένου ότι ο τρέχων πληθωρισμός είναι εξωγενής, αποτελεί κοινή πεποίθηση ότι όλοι οι κλάδοι και οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα θα επηρεαστούν αρνητικά. Ωστόσο, η ιστορική εμπειρία μάς οδηγεί σε διαφορετικά συμπεράσματα. Η τελευταία περίοδος στην προ-κρίσης Ελλάδα, δηλαδή προ του 2010, κατά την οποία καταγράφηκε απότομα αύξηση των διεθνών τιμών ενέργειας ήταν το 2008, όταν η τιμή του πετρελαίου κορυφώθηκε στα μέσα του έτους στα 147 δολάρια το βαρέλι από 51 δολάρια στις αρχές του 2007.

Προκειμένου λοιπόν να προσεγγιστεί η επίδραση αυτής της εξωγενούς αύξησης των τιμών ενέργειας στην κερδοφορία των ελληνικών επιχειρήσεων συγκρίνεται το λειτουργικό περιθώριο κέρδους των βασικών κλάδων της ελληνικής οικονομίας το 2008 σε σχέση με το μέσο όρο του λειτουργικού κέρδους των ίδιων κλάδων την προηγούμενη τριετία 2005-2007. Χρησιμοποιείται ο μέσος όρος τριετίας προκειμένου να αποφύγουν την επίδραση τυχαίων παραγόντων που μπορεί να επηρεάσουν την κερδοφορία του εκάστοτε κλάδου μια συγκεκριμένη χρονιά.

Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι, ενώ συνολικά η κερδοφορία παρουσίασε οριακή πτώση κατά 0,7%, υπήρξε ένας σημαντικός αριθμός κλάδων και μάλιστα πολύ ενεργοβόρων, όπως η διύλιση πετρελαίου και οι αερομεταφορές, οι οποίοι ευνοήθηκαν από την αύξηση των τιμών ενέργειας. Οι κλάδοι αυτοί κατά γενική ομολογία ήταν σε θέση να υπερασπιστούν τα περιθώρια κέρδους τους «μετακυλίοντας» τις αυξήσεις στο αγοραστικό κοινό τους. Ταυτόχρονα, υπήρξαν κλάδοι, όπως το real estate, οι διοικητικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες και η εστίαση, οι οποίοι ευνοήθηκαν από το γενικότερο πληθωριστικό περιβάλλον που δημιουργήθηκε στην ευρύτερη οικονομία. Στον αντίποδα υπήρξαν φυσικά και κλάδοι, όπως, η παραγωγή ηλεκτρισμού, οι κατασκευές, οι μεταφορές εκτός των αερομεταφορών, η μεταλλουργία και η φαρμακοβιομηχανία, οι οποίοι αδυνατούσαν να μετακυλήσουν τις αυξήσεις των τιμών στους πελάτες τους και στους τελικούς καταναλωτές, με αποτέλεσμα να καταγράψουν μείωση της κερδοφορίας τους έως και διψήφιο ποσοστό.

Τέλος, ο κλάδος της ενέργειας χρήζει ειδικής μνείας. Οι συνθήκες που επικρατούν τόσο θεσμικά όσο και επιχειρηματικά, έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά σε σχέση με την περίοδο 2005-2008. Το φυσικό αέριο έχει πλέον υψηλότερη διείσδυση στο ενεργειακό μίγμα έναντι του λιγνίτη, ως καύσιμο «γέφυρα» για την πράσινη ενεργειακή μετάβαση και ο βαθμός ενεργειακής εξάρτησης της χώρας από το εξωτερικό έχει αυξηθεί. Όλα τα παραπάνω εντείνουν την αβεβαιότητα για την κατεύθυνση της πληθωριστικής επίπτωσης στο περιθώριο κέρδους του κλάδου, το οποίο ενδεχομένως να μην επηρεαστεί στον ίδιο βαθμό όπως στο παρελθόν.

Google news logo Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η αμερικανική Power Factors εξαγοράζει την ελληνική Inaccess

Η νέα εταιρία που προκύπτει μετά την εξαγορά και τη συγχώνευση της Inaccess με την Power Factors θα προσφέρει ολοκληρωμένο λογισμικό παρακολούθησης εξυπηρετώντας πελάτες που αντιπροσωπεύουν ισχύ που ξεπερνά τα 200GW παγκοσμίως.
dei-katastima
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΔΕΗ: Αλλαγή των όρων τιτλοποίησης απαιτήσεων έως 60 ημέρες

Όπως αναφέρει η ανακοίνωση της ΔΕΗ που ήρθε σε συμφωνία με την JP Morgan, θα παραταθεί και η ημερομηνία λήξης της συναλλαγής έως τον Ιούνιο του 2025. Στα 300 εκατ. ευρώ αυξάνεται πλέον το ποσό δέσμευσης υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας.
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Οι τράπεζες έχουν καθοριστικό ρόλο για τη μετάβαση στη βιώσιμη ανάπτυξη

Θα απαιτηθούν ετησίως τουλάχιστον 7 τρισ. δολάρια έως το 2030 για να επιτευχθούν οι στόχοι της Συμφωνίας του Παρισιού, τόνισε ο Πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς Γιώργος Χαντζηνικολάου.
Trapeza, trapeza peiraios
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τρ. Πειραιώς: Βουτιά 10,29% στον δείκτη των αγροτικών προϊόντων των Ιούνιο

Η παρατεταμένη σύγκρουση στην Ουκρανία απειλεί το βασικό σενάριο αποκλιμάκωσης των τιμών το επόμενο έτος, παράλληλα με το ράλι στις τιμές της ενέργειας, των λιπασμάτων, του αυξημένου κόστους παραγωγής, ενώ οι τιμές ρεκόρ των αγροτικών προϊόντων, από τη μια τροφοδοτούν τον πληθωρισμό κι από την άλλη περιορίζουν τη ζήτηση.