Φωτο: Shuuterstock

Τι (δεν) κερδίζει η κυβέρνηση από το «παζάρι» με τους Ευρωπαίους

Ανοίγει ο δρόμος τον Μάρτιο για την πρώτη μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης. Δύσκολη διαπραγμάτευση για τις επιστροφές κερδών κεντρικών τραπεζών, ακόμη δυσκολότερη η μείωση του στόχου για το πλεόνασμα.

Κέρδη και απώλειες μετράει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης από τον τελευταίο γύρο διαπραγματεύσεων με τους Θεσμούς και ενόψει του Eurogroup, τον Μάρτιο.

H προσπάθεια να ανοίξει δημοσιονομικός χώρος για νέες ελαφρύνσεις αρχίζει να αποδίδει καρπούς, καθώς τον Μάρτιο αναμένεται να ανάψει το πρώτο «πράσινο φως» από τους Ευρωπαίους υπουργούς Οικονομικών σε ένα σημαντικό μέτρο που έχει προτείνει η κυβέρνηση, ώστε να εξαγγελθεί το συντομότερο και η πρώτη μείωση στην εισφορά αλληλεγγύης.

Πάντως, οι ως τώρα διαβουλεύσεις δεν έχουν αποδώσει όλα όσα ανέμενε η κυβέρνηση, ενώ το μεγάλο κεφάλαιο της μείωσης του στόχου για το πλεόνασμα θα αργήσει να ανοίξει και δεν αποκλείεται αυτή η διπλωματική «μάχη» τελικά να χαθεί, κάτι που θα στερήσει από την κυβέρνηση τη δυνατότητα να απελευθερώσει χώρο ίσο με 1% του ΑΕΠ ετησίως τη διετία 2021 – 2021, ώστε να ασκήσει με μεγαλύτερη ευελιξία την πολιτική της.

Ειδικότερα, από τα τρία μέτρα που πρότεινε με έγγραφη τεκμηρίωση το οικονομικό επιτελείο στους Θεσμούς, στη διάρκεια των τελευταίων διαβουλεύσεων για την πέμπτη μεταμνημονιακή αξιολόγηση, τα αποτελέσματα της οποίας ανακοινώνονται στις 26 Φεβρουαρίου, το ένα «κλειδώνει» και θα εγκριθεί από το Eurogroup, τον Μάρτιο.

Πρόκειται για την πρόταση εξαίρεσης από τον υπολογισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος, όπως αυτό υπολογίζεται στο πλαίσιο της ενισχυμένης επιτήρησης μετά τη λήξη του προγράμματος, μέρους των δαπανών που γίνονται από το Ελληνικό Δημόσιο για τη διαχείριση των μεταναστευτικών ρευμάτων.

Σύμφωνα με αρχικούς υπολογισμούς του οικονομικού επιτελείου, τους οποίους τώρα εξετάζει η Κομισιόν και, αμέσως μετά, θα έλθουν στο «μικροσκόπιο» του Euro Working Group, ο δημοσιονομικός χώρος που θα ανοίξει με την εξαίρεση αυτών των δαπανών θα είναι της τάξεως των 200 εκατ. ευρώ, δηλαδή θα είναι επαρκής για να προχωρήσει άμεσα η κυβέρνηση, την άνοιξη, στην πρώτη μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης.

Ανάλογα με τον ορισμό που θα υιοθετηθεί τελικά για τις δαπάνες που θα εξαιρεθούν, ο δημοσιονομικός χώρος που θα απελευθερωθεί μπορεί να είναι μεγαλύτερος και από τα 200 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με πληροφορίες. Γίνεται λόγος ακόμη και για μια λογιστική «ελάφρυνση» 300 – 400 εκατ. ευρώ.

Ο μηχανισμός εξομάλυνσης

Το δεύτερο μέτρο που προτάθηκε με αναλυτική τεκμηρίωση δεν φαίνεται ότι θα προωθηθεί προς έγκριση, τουλάχιστον στην επόμενη συνεδρίαση του Eurogroup, ενώ είναι αμφίβολο αν τελικά θα γίνει δεκτό σε εύλογο χρόνο για να είναι χρήσιμο στην κυβέρνηση.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η πρόταση για την καθιέρωση ενός δημοσιονομικού μηχανισμού εξομάλυνσης, που θα επιτρέψει να μεταφέρονται σε επόμενα έτη τυχόν πλεονάσματα που θα υπερβαίνουν το στόχο, δεν αντιμετωπίζεται θετικά από τους Θεσμούς των δανειστών, επειδή θεωρούν ότι μπορεί να δημιουργήσει στρεβλώσεις στη δημοσιονομική διαχείριση.

Αν, για παράδειγμα, το πλεόνασμα αυξηθεί πέραν του στόχου, υπό την επίδραση έκτακτων παραγόντων, θεωρείται ότι θα ήταν σφάλμα να μεταφερθεί αυτό το έκτακτο «δώρο» στον επόμενο προϋπολογισμό.

Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση πιθανότατα θα επιστρέψει στο αρχικό σημείο, δηλαδή θα κληθεί να βρει τρόπους για να μοιράσει πριν τη λήξη της χρονιάς, ενδεχομένως με κάποια νέα εκδοχή κοινωνικού μερίσματος, όποιο υπερπλεόνασμα προκύψει από τη φετινή διαχείριση, παρότι θα προτιμούσε τέτοια υπερπλεονάσματα να μεταφέρονται σε επόμενα έτη, επιτρέποντας ένα καλύτερο σχεδιασμό ελαφρύνσεων.

Οι επιστροφές από τις κεντρικές τράπεζες

Το τρίτο μέτρο για άνοιγμα δημοσιονομικού χώρου που προτάθηκε στους Θεσμούς με αναλυτική τεκμηρίωση δεν είναι άλλο από την αξιοποίηση των επιστρεφόμενων από τις κεντρικές τράπεζες κερδών από ελληνικά ομόλογα όχι για την ελάφρυνση του χρέους, αλλά για την τόνωση των επενδύσεων.

Το θέμα αυτό δεν αναμένεται να τεθεί στο Eurogroup του Μαρτίου, αλλά στη συνεδρίαση του Ιουνίου, όπως προανήγγειλε την Πέμπτη ο επίτροπος Οικονομικών, Πάολο Τζεντιλόνι, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Κομισιόν διάκειται θετικά στις ελληνικές προτάσεις. Σημειώνεται ότι τον Ιούνιο, μετά και την ολοκλήρωση της έκτης έκθεσης μεταμνημονιακής αξιολόγησης, θα έλθει η ώρα για να απελευθερωθεί από το Eurogroup η επόμενη εκταμίευση επιστρεφόμενων κερδών, ύψους 640 εκατ. ευρώ.

Όμως, σύμφωνα με πληροφορίες, για αυτό το θέμα η διαπραγμάτευση παραμένει ανοικτή, καθώς η ελληνική πλευρά επιδιώκει μια μικρή παράκαμψη του πλαισίου που ισχύει με βάση τις αποφάσεις του Eurogroup του Ιουνίου 2018. Έχει ζητηθεί, αντί να υποβάλει η Ελλάδα ένα κατάλογο ώριμων έργων που θα χρηματοδοτηθούν με τα επιστρεφόμενα κέρδη, όπως προβλέπει η σχετική απόφαση, να επιτραπεί στην κυβέρνηση να προσφέρει φορολογικές ενισχύσεις στις επιχειρήσεις που επενδύουν, με τη μορφή της μείωσης προκαταβολής φόρου.

Η πρόταση αυτή δεν έχει γίνει προς το παρόν δεκτή με θετικά σχόλια από τις Βρυξέλλες και θα είναι δύσκολο να υιοθετηθεί από κυβερνήσεις που επιμένουν ότι δεν θα πρέπει να αλλάξουν οι κανόνες που καθιερώθηκαν τον Ιούνιο του 2018. Αν δεν «περπατήσει» αυτή η ιδέα, η κυβέρνηση θα πρέπει να ακολουθήσει τον πιο δύσκολο δρόμο της επιλογής έργων που θα χρηματοδοτηθούν με τις επιστροφές κερδών και θα τα «ευλογήσει» το Eurogroup.

Όλα δύσκολα για τη μείωση του στόχου

Όσον αφορά το… ιερό δισκοπότηρο της δημοσιονομικής χαλάρωσης, δηλαδή τη μείωση του στόχου για το πλεόνασμα το 2021 και το 2022 από το 3,5% στο 2,5% ή και χαμηλότερα, ώστε να ανοίξει χώρος δύο μονάδων του ΑΕΠ (σχεδόν 4 δισ. ευρώ) για δημοσιονομικές ελαφρύνσεις, το τοπίο παραμένει θολό και η επίτευξη των ελληνικών στόχων φαίνεται όλο και δυσκολότερη.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι η σχετική συζήτηση στην καλύτερη περίπτωση θα ανοίξει στο Eurogroup του Ιουνίου, αφού η νέα ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους (DSA) θα γίνει από την Κομισιόν όχι στην παρούσα, πέμπτη αξιολόγηση, αλλά στην έκτη. Η κυβέρνηση περιμένει από αυτή την έκθεση να επιβεβαιώσει τις δικές της εκτιμήσεις, όπως και της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με τις οποίες η μεγάλη μείωση του κόστους δανεισμού του Δημοσίου και η βελτίωση των προβλέψεων για την ανάπτυξη επιτρέπουν μικρότερα πλεονάσματα τη διετία 2021 – 2022, χωρίς να επηρεασθεί αρνητικά η βιωσιμότητα του χρέους.

Όμως, ακόμη και αν τα τεχνικού χαρακτήρα επιχειρήματα κλίνουν προς την πλευρά των ελληνικών θέσεων, το πρόβλημα στην έγκριση της αλλαγής των στόχων είναι κατ’ εξοχήν πολιτικό. Όπως έχει γράψει το Business Daily, η παρατεταμένη πολιτική κρίση στην Γερμανία δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα αφήσει περιθώρια να εγκριθεί από τη γερμανική Βουλή μια νέα διευκόλυνση προς την Ελλάδα.

Παρήγορο είναι ότι υπάρχουν ακόμη κάποια χρονικά περιθώρια αναμονής για να εγκριθεί η αλλαγή των στόχων, με την ελπίδα ότι, στη διάρκεια αυτών των μηνών, η πολιτική κρίση στην Γερμανία θα εκτονωθεί. Οι τελικές αποφάσεις θα πρέπει να ληφθούν το αργότερο το φθινόπωρο, όταν θα γίνει και η συζήτηση με την Κομισιόν για τον προϋπολογισμό του 2021.

Μέχρι τότε, η ελληνική πλευρά ελπίζει ότι η κυβέρνηση της Α. Μέρκελ θα έχει καταφέρει να εκτονώσει τις πολιτικές πιέσεις που δημιουργεί η διαδοχή της καγκελαρίου, ώστε να έχει το πολιτικό κεφάλαιο που χρειάζεται για να περάσει από τη Βουλή τη συμφωνία για το ελληνικό πλεόνασμα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Έπεσαν έξω οι ρυθμίσεις χρεών, πρωταθλητές οφειλών οι Έλληνες

Ειδική έκθεση του ΔΝΤ εξηγεί πώς οι ελληνικές κυβερνήσεις «έθρεψαν» το... «Δεν πληρώνω». Στοιχεία που «καίνε» τις όλο και πιο ευνοϊκές ρυθμίσεις οφειλών σε δόσεις. Ποσοστό αποτυχίας 77% στις ρυθμίσεις οφειλών από εισφορές.