Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς (ΕΒΕΠ) προτείνει μια σταδιακή αναδιάρθρωση του φορολογικού μείγματος, με στόχο την ενίσχυση της ισορροπίας μεταξύ άμεσων και έμμεσων φόρων, καθώς και τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης.
Σύμφωνα με ανακοίνωσή του, βασικό πρόβλημα της ελληνικής φορολογίας δεν είναι το συνολικό φορολογικό βάρος, αλλά η υπερβολική εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους, που επιβαρύνουν δυσανάλογα την κατανάλωση, τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Το ΕΒΕΠ επισημαίνει την ανάγκη για ένα πιο δίκαιο, αποτελεσματικό και ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα, το οποίο θα διασφαλίζει τη δημοσιονομική σταθερότητα χωρίς να υπονομεύει την αγοραστική δύναμη και την κοινωνική συνοχή.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, δήλωσε: «Οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα, με τα πλεονεκτήματα για την κυβέρνηση και τα μειονεκτήματα για τους πολίτες, δημιουργούν ένα διαρθρωτικό δίλημμα όταν η εξαίρεση γίνεται κανόνας και η δημοσιονομική σταθερότητα δοκιμάζει την κοινωνική αντοχή».
Όπως σημείωσε, η υψηλή εξάρτηση από ΦΠΑ και ειδικούς φόρους ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις, ενώ η υιοθέτηση ενός συστήματος δύο συντελεστών ΦΠΑ θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερα έσοδα και μεγαλύτερη φορολογική συμμόρφωση.
Η ανισορροπία μεταξύ άμεσων και έμμεσων φόρων
Το ΕΒΕΠ υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα κατατάσσεται στις πρώτες θέσεις της ΕΕ ως προς την αναλογία έμμεσων φόρων προς ΑΕΠ, με ποσοστά 17,3%-19%, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 13,5%.
Παράλληλα, περίπου το 44% των συνολικών φορολογικών εσόδων προέρχεται από την κατανάλωση, όταν στην ΕΕ ο μέσος όρος κινείται γύρω στο 33%. Αυτή η δομική επιλογή, σύμφωνα με το Επιμελητήριο, επηρεάζει αρνητικά την ανταγωνιστικότητα, τον πληθωρισμό και το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Η στροφή της οικονομικής πολιτικής προς τους έμμεσους φόρους, όπως αναφέρει το ΕΒΕΠ, δεν έγινε τυχαία. Οι φόροι κατανάλωσης αποτέλεσαν διαχρονικά αξιόπιστο εργαλείο για τη διασφάλιση δημοσίων εσόδων, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, λόγω της υψηλής εισπραξιμότητάς τους.
Ωστόσο, η υπερβολική εξάρτηση από αυτούς εγκυμονεί κινδύνους για την κοινωνική συνοχή και την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας.
Οι κοινωνικές επιπτώσεις της έμμεσης φορολογίας
Η υψηλή έμμεση φορολογία, σύμφωνα με το ΕΒΕΠ, ενσωματώνεται στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις και περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Οι φόροι στην κατανάλωση έχουν αντίστροφα προοδευτικό χαρακτήρα, καθώς επιβαρύνουν όλους ανεξαρτήτως εισοδήματος, με τα χαμηλά και μεσαία στρώματα να πλήττονται περισσότερο.
Παρά τα πλεονεκτήματα των έμμεσων φόρων, όπως η σταθερότητα και η διοικητική ευκολία στη συλλογή, τα μειονεκτήματα παραμένουν σημαντικά.
Η επιβάρυνση των χαμηλότερων εισοδημάτων και η αύξηση του κόστους ζωής περιορίζουν την κατανάλωση και τη ζήτηση, επηρεάζοντας αρνητικά το λιανεμπόριο και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Το αίτημα για μείωση του ΦΠΑ
Την ανάγκη άμεσης μείωσης του ΦΠΑ, κυρίως στα τρόφιμα, επανέλαβε ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, μιλώντας στην εκπομπή «Ώρα Ελλάδος» του OPEN. Όπως τόνισε, σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς, καμία επιχείρηση δεν έχει λόγο να διατηρεί υψηλές τιμές αν ο ανταγωνιστής της τις μειώσει.
Ο κ. Χατζηθεοδοσίου χαρακτήρισε τον ΦΠΑ «άδικο φόρο», καθώς επιβαρύνει εξίσου μικρούς και μεγάλους ανεξαρτήτως εισοδήματος, ενώ υπογράμμισε ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τους υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ στα τρόφιμα στην Ευρώπη.
Όπως ανέφερε, η μείωση του ΦΠΑ αποτελεί το πιο άμεσο εργαλείο για την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, σύμφωνα και με πρόσφατη έρευνα του Επιμελητηρίου που δείχνει πως η ακρίβεια παραμένει το σημαντικότερο πρόβλημα για τους πολίτες.