Βασικό μήνυμα της έκθεσης του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής είναι ότι η νέα ενεργειακή κρίση μπορεί να φρενάρει την πορεία της οικονομίας μέσα στο 2026.
Η εκτίμηση είναι ότι η ανάπτυξη μπορεί να υποχωρήσει ακόμη και στο 1,7%, ενώ ο πληθωρισμός μπορεί να φτάσει έως το 4%, εφόσον συνεχιστούν οι πιέσεις στις τιμές της ενέργειας.
Το Γραφείο αναθεώρησε ελαφρά προς τα κάτω την προηγούμενη πρόβλεψή του για την ανάπτυξη, τοποθετώντας πλέον τον βασικό στόχο στο 2% από 2,1%.
Παράλληλα, παρουσιάζει ένα εύρος εκτιμήσεων από 1,7% έως 2,4%, ανάλογα με την πορεία των διεθνών τιμών του πετρελαίου.
Πετρέλαιο, επιτόκια και δημόσιες επενδύσεις στο προσκήνιο
Στην ανάλυση περιλαμβάνονται δύο βασικά σενάρια. Το πρώτο προβλέπει μέση τιμή πετρελαίου στα 90 δολάρια το βαρέλι, περίπτωση στην οποία η ανάπτυξη εκτιμάται ότι θα κινηθεί κοντά στο 2%.
Το δεύτερο σενάριο προβλέπει τιμή στα 100 δολάρια το βαρέλι, κάτι που επιβαρύνει περισσότερο την οικονομική δραστηριότητα.
Στις εκτιμήσεις ενσωματώνεται και μία πιθανή αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 0,25%, ενώ μια δεύτερη αύξηση του ίδιου ύψους θεωρείται πιθανό να αναστραφεί έως το τέλος του έτους.
Ο επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού, καθηγητής Ιωάννης Τσουκαλάς, τόνισε ότι καθοριστικό ρόλο για την οικονομία φέτος θα έχουν οι επενδύσεις, κυρίως λόγω της ώθησης που δίνει η ολοκλήρωση έργων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Όπως επισήμανε, χρειάζεται να επιταχυνθεί η υλοποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, καθώς στο πρώτο δίμηνο του έτους καταγράφεται υστέρηση έναντι του στόχου κατά 906 εκατ. ευρώ.
Για το 2025, η έκθεση καταγράφει ισχυρή δημοσιονομική επίδοση. Το ενοποιημένο πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης, μετά τις αναγκαίες προσαρμογές, εμφανίζει πλεόνασμα 12,668 δισ. ευρώ ή 5,1% του ΑΕΠ. Το ποσό αυτό είναι αυξημένο κατά 1,24 δισ. ευρώ σε σχέση με το αντίστοιχο δωδεκάμηνο του 2024.
Κατανάλωση, εξαγωγές και επενδύσεις κράτησαν τον ρυθμό
Σημαντική συμβολή σε αυτή την πορεία είχαν τα φορολογικά έσοδα. Ο φόρος εισοδήματος αυξήθηκε κατά 2,55 δισ. ευρώ, ενώ τα έσοδα από τον ΦΠΑ ενισχύθηκαν κατά 1,429 δισ. ευρώ.
Ο κ. Τσουκαλάς εκτίμησε ότι το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης για το 2025 διαμορφώθηκε κοντά στο 4,5% του ΑΕΠ.
Σε επίπεδο συνολικής οικονομικής δραστηριότητας, το ΑΕΠ κατέγραψε ρυθμό ανάπτυξης 2,1%, ενώ στο τέταρτο τρίμηνο του 2025 αυξήθηκε κατά 2,4% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024. Την ίδια στιγμή, η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη παρέμεινε πιο αδύναμη, στο 1,4%.
Η θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας στηρίχθηκε κυρίως στην άνοδο της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 2,5%, στην αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά 2,7% συνολικά και στην ενίσχυση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου κατά 14%. Ειδικότερα, οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 7,1%, ενώ στις υπηρεσίες σημειώθηκε μείωση 1,1%.
Υψηλότερος πληθωρισμός και ανάγκη για έλεγχο τιμών
Στο μέτωπο των τιμών, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε τον Φεβρουάριο του 2026 στο 3,1%, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
Το επίπεδο αυτό παραμένει αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που κινήθηκε στο 1,9%, γεγονός που επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Η έκθεση υπογραμμίζει ακόμη ότι για να περιοριστούν οι επιπτώσεις από το νέο ενεργειακό σοκ, χρειάζονται πιο αποτελεσματικά μέτρα συγκράτησης των τιμών. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη χρήση ψηφιακής τεχνολογίας, ώστε οι επιχειρήσεις να ενημερώνουν άμεσα την αρμόδια Αρχή για τα στοιχεία κόστους και τιμών σε κάθε στάδιο της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Οι μικρομεσαίες παραμένουν πιο εκτεθειμένες στη χρηματοδότηση
Ξεχωριστή αναφορά γίνεται και στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Η έρευνα που περιλαμβάνεται στην έκθεση δείχνει ότι, παρά τη βελτίωση των συνθηκών τραπεζικού δανεισμού τα τελευταία χρόνια, οι ελληνικές επιχειρήσεις και ιδιαίτερα οι μικρομεσαίες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες πρόσβασης σε χρηματοδότηση σε σχέση με άλλες χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης.
Παρότι το κόστος δανεισμού στην Ελλάδα παραμένει διαχρονικά υψηλότερο, μετά το 2022 καταγράφεται σταδιακή σύγκλιση με τις άλλες χώρες της περιφέρειας, η οποία κορυφώθηκε το 2025, όταν το κόστος σχεδόν εξισώθηκε.
Ωστόσο, τα ποσοστά απόρριψης δανειακών αιτήσεων και οι συνολικοί δείκτες χρηματοδοτικών εμποδίων εξακολουθούν να είναι υψηλότεροι, με τις πολύ μικρές και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να παραμένουν οι πιο εκτεθειμένες.