Μπορεί η χώρα μας να έχει κάνει σημαντικά βήματα προς την πράσινη μετάβαση, ωστόσο εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με υψηλό ενεργειακό κόστος και διαρθρωτικές αδυναμίες σύμφωνα με τις συστάσεις της Κομισιόν κατά την ετήσια αξιολόγησή της για την ελληνική οικονομία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αν η Ελλάδα καταφέρει να επιταχύνει τις επενδύσεις σε ΑΠΕ, δίκτυα, αποθήκευση, ηλεκτροκίνηση και ενεργειακή αποδοτικότητα, μπορεί να μετατραπεί σε περιφερειακή ενεργειακή δύναμη και να αποκτήσει μεγαλύτερη οικονομική ανθεκτικότητα.
Αντίθετα, οι καθυστερήσεις στις μεταρρυθμίσεις, η διατήρηση στρεβλώσεων στην αγορά ενέργειας και η αργή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα ενδέχεται να διατηρήσουν την Ελλάδα σε καθεστώς υψηλού ενεργειακού κόστους και μειωμένης ανταγωνιστικότητας για πολλά ακόμη χρόνια.
Στο 0,2% του ΑΕΠ τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα μέτρα που έλαβε η ελληνική κυβέρνηση (επιδότηση στα καύσιμα, στα λιπάσματα, στα ακτοπλοϊκά κλ.π.) προκειμένου να αντιμετωπίσει τη νέα ενεργειακή κρίση έως και τις αρχές Μαΐου υπολογίζονται στο 0,2% του ΑΕΠ.
Όπως επισημαίνει, σε περίπτωση που τα μέτρα αυτά παραμείνουν σε ισχύ ως τα τέλη του 2026, τότε το κόστος τους θα αυξηθεί στο 0,6% του ΑΕΠ.
Ρήτρα διαφυγής για ενεργειακές δαπάνες έως 0,3% του ΑΕΠ ετησίως
Θυμίζουμε πως σύμφωνα με όσα ανέφερε χθες ο επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις, οι κυβερνήσεις θα μπορούν να υπερβαίνουν τους δημοσιονομικούς στόχους έως κατά 0,3% του ΑΕΠ ετησίως έως το 2028, με ανώτατο όριο το 0,6% του ΑΕΠ συνολικά για την τριετία. Η ρύθμιση θα ισχύσει αναδρομικά για μέτρα που έχουν ληφθεί από τον Φεβρουάριο.
Η Κομισιόν ξεκαθαρίζει ότι οι πρόσθετες δαπάνες θα πρέπει να ενισχύουν τη διαρθρωτική ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος και να επιταχύνουν τη μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι δεν θα θεωρούνται επιλέξιμες παρεμβάσεις όπως γενικευμένες επιδοτήσεις στην τιμή της ενέργειας ή φορολογικές ελαφρύνσεις στα καύσιμα.
Αντίθετα, το δημοσιονομικό περιθώριο θα μπορεί να κατευθυνθεί σε επενδύσεις που μειώνουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, όπως η ενίσχυση των δικτύων, η αποθήκευση ενέργειας, οι αντλίες θερμότητας, τα φωτοβολταϊκά, οι υποδομές μπαταριών και η ηλεκτροκίνηση.
Εξάρτηση από το φυσικό αέριο και υψηλό ενεργειακό κόστος
Παρά τη σημαντική ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα και κυρίως από το φυσικό αέριο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι αυτό έχει ως αποτέλεσμα η χώρα να εμφανίζει υψηλές και συχνά ασταθείς τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες επιβαρύνουν νοικοκυριά, επιχειρήσεις και βιομηχανία.
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών αποκάλυψε τις δομικές αδυναμίες του ελληνικού ενεργειακού μοντέλου.
Η μεγάλη εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα, η περιορισμένη δυνατότητα αποθήκευσης ενέργειας, οι αργοί ρυθμοί εκσυγχρονισμού των δικτύων και οι καθυστερήσεις στις ενεργειακές υποδομές καθιστούν την ελληνική οικονομία ιδιαίτερα ευάλωτη στις διεθνείς αναταράξεις.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, η Ελλάδα οφείλει να επιταχύνει δραστικά την ενεργειακή της μετάβαση ώστε να μειώσει το κόστος ηλεκτρισμού και να ενισχύσει την ενεργειακή της αυτονομία.
Πρόοδος αλλά όχι επάρκεια στις ΑΠΕ
Παρά τις αδυναμίες, η Ελλάδα αναγνωρίζεται ως χώρα με σημαντική πρόοδο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η ηλιακή ακτινοβολία, το αιολικό δυναμικό και οι δυνατότητες ανάπτυξης υπεράκτιων αιολικών πάρκων δημιουργούν προϋποθέσεις ώστε η χώρα να εξελιχθεί σε σημαντικό παραγωγό καθαρής ενέργειας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Ωστόσο, η αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων εξακολουθεί να συναντά σημαντικά εμπόδια. Η γραφειοκρατία, οι πολύπλοκες αδειοδοτικές διαδικασίες, οι αδυναμίες χωροταξικού σχεδιασμού και η περιορισμένη χωρητικότητα των ηλεκτρικών δικτύων καθυστερούν την ανάπτυξη νέων έργων ΑΠΕ.
Να προχωρήσουν τα offshore αιολικά
Η Επιτροπή ζητά επιτάχυνση σε κρίσιμους τομείς όπως ανάπτυξη offshore αιολικών, ενίσχυση ενεργειακών υποδομών, αποθήκευση ενέργειας, ταχύτερη αδειοδότηση έργων ΑΠΕ.
Προτείνει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση και να επιταχυνθεί η ανάπτυξη των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, ως αντιστάθμισμα στους περιορισμούς που υπάρχουν στα χερσαία αιολικά έργα.
Η σύσταση αυτή συνδέεται τόσο με τις προβλέψεις του νέου Ειδικού Χωροταξικού για τις ΑΠΕ όσο και με τη γενικότερη εικόνα της αγοράς, όπου ο κλάδος έχει σημειώσει χαμηλή πρόοδο σε νέες εγκαταστάσεις ισχύος τα τελευταία χρόνια.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Κομισιόν επαναφέρει το ζήτημα των υπεράκτιων αιολικών και εισηγείται η Ελλάδα να διατηρήσει τον στόχο των 1,9 GW έως το 2032, ενώ ταυτόχρονα να προχωρήσει σε μέτρα που θα επισπεύσουν τις διαδικασίες, όπως η σύσταση ειδικού SPV.
Η σημασία των νησιωτικών διασυνδέσεων
Ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα που αναδεικνύει η έκθεση είναι οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις των ελληνικών νησιών, καθώς θεωρεί ότι η ολοκλήρωση των διασυνδέσεων αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά έργα της χώρας.
Σήμερα πολλά νησιά εξακολουθούν να ηλεκτροδοτούνται από αυτόνομους πετρελαϊκούς σταθμούς παραγωγής, οι οποίοι είναι ακριβοί, ρυπογόνοι και ενεργειακά αναποτελεσματικοί.
Η διασύνδεση των νησιών με το ηπειρωτικό σύστημα αναμένεται να επιτρέψει μεγαλύτερη αξιοποίηση ανανεώσιμων πηγών, να μειώσει το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και να περιορίσει σημαντικά τις περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις.
Εκσυγχρονισμός δικτύων και έξυπνοι μετρητές
Παράλληλα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα ελληνικά δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα και μάλιστα οι υποδομές θεωρούνται σε αρκετές περιπτώσεις παλαιές και ανεπαρκείς για να υποστηρίξουν τη μαζική διείσδυση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Οι απώλειες στο δίκτυο παραμένουν υψηλές, ενώ η περιορισμένη ψηφιοποίηση δυσκολεύει τη διαχείριση της ζήτησης και της αποκεντρωμένης παραγωγής ενέργειας. Για τον λόγο αυτό η Επιτροπή ζητά επιτάχυνση της εγκατάστασης έξυπνων μετρητών, εκσυγχρονισμό του δικτύου διανομής και γενικότερη ψηφιοποίηση του ενεργειακού συστήματος.
Οι έξυπνοι μετρητές θεωρούνται κρίσιμο εργαλείο για τη μετάβαση σε ένα πιο ευέλικτο και αποδοτικό ενεργειακό μοντέλο. Μέσω αυτών θα μπορεί να επιτευχθεί καλύτερη διαχείριση της κατανάλωσης, δυναμική τιμολόγηση και αποτελεσματικότερη ενσωμάτωση των ΑΠΕ στο σύστημα.
Επιδοτήσεις στα ορυκτά καύσιμα
Ένα από τα πιο αυστηρά σημεία της έκθεσης αφορά τις επιδοτήσεις στα ορυκτά καύσιμα, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επισημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικές φορολογικές ελαφρύνσεις και επιδοτήσεις για δραστηριότητες που βασίζονται σε ορυκτά καύσιμα, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα κατάργησής τους έως το 2030.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, πολλές από αυτές τις επιδοτήσεις λειτουργούν ανασταλτικά για την πράσινη μετάβαση, καθώς διατηρούν τεχνητά χαμηλό το κόστος χρήσης ορυκτών καυσίμων και μειώνουν τα κίνητρα για ηλεκτροκίνηση και εξηλεκτρισμό της οικονομίας.
Μάλιστα, ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο φορολογικό καθεστώς γύρω από το ντίζελ, αλλά και στη βιομηχανική χρήση άνθρακα και κοκ, που εξακολουθούν να επιβαρύνουν το περιβάλλον και να αυξάνουν την εξάρτηση από ρυπογόνες μορφές ενέργειας.
Προτείνει αναμόρφωση της φορολογίας
Στο πλαίσιο αυτό η Κομισιόν προτείνει αναμόρφωση της ενεργειακής φορολογίας ώστε να δοθούν ισχυρότερα κίνητρα υπέρ της ηλεκτρικής ενέργειας και των καθαρών τεχνολογιών.
Η λογική της Επιτροπής είναι ότι η σημερινή δομή φορολόγησης στην Ελλάδα εξακολουθεί να ευνοεί σε αρκετές περιπτώσεις τα ορυκτά καύσιμα, παρά το γεγονός ότι η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές αυξάνεται συνεχώς.
Σημαντικές οι προοπτικές για την χώρα
Αυτό που αξίζει να ειπωθεί είναι πως, παρά τις αδυναμίες που επισημαίνονται, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα διαθέτει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε σημαντικό ενεργειακό κόμβο για την ευρύτερη περιοχή.
Η γεωγραφική της θέση, οι δυνατότητες ανάπτυξης LNG, οι ενεργειακές διασυνδέσεις με τα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και το υψηλό δυναμικό ανανεώσιμων πηγών, μπορούν να δώσουν στη χώρα κομβικό ρόλο στη νέα ενεργειακή σκακιέρα.