Τράπεζες: Γενναιόδωρα προγράμματα εθελουσίας εξόδου και το 2021

Διαψεύδονται συνεχώς οι προειδοποιήσεις για «ψαλίδισμα» των παροχών στα προγράμματα εθελουσίας εξόδου. Σοβαρές οι παρενέργειες, καθώς οι τράπεζες χάνουν τους πιο ικανούς υπαλλήλους και στελέχη.

Στον ρυθμό των μεγάλων και γενναιόδωρων προγραμμάτων εθελούσιας εξόδου κινούνται λίγο πριν εκπνεύσει το 2020 οι ελληνικές τράπεζες, με τους υπαλλήλους να θέτουν το ερώτημα «για πόσο ακόμη θα επαναλαμβάνονται τέτοια προγράμματα για τη μείωση του προσωπικού». Οι διοικήσεις, αν και διαπιστώνεται όλο και πιο συχνά ότι τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου οδηγούν σε απώλειες ικανών υπαλλήλων και στελεχών, δεν έχουν καταφέρει να βρουν εναλλακτική λύση για τη μείωση του προσωπικού.

Στη δεκαετία της μεγάλης κρίσης, το προσωπικό των ελληνικών τραπεζών συρρικνώθηκε δραματικά, όπως συρρικνώθηκε και ο αριθμός των τραπεζικών ιδρυμάτων, αλλά και τα δίκτυα των καταστημάτων τους. Σε όλη αυτή την επώδυνη διαδρομή, σταθερή επιλογή των τραπεζικών διοικήσεων ήταν να αποφευχθούν οι απολύσεις, καθώς εκτιμήθηκε ότι ήταν προτιμότερο να αναλάβουν οι τράπεζες το υψηλό κόστος των προγραμμάτων εθελουσίας αποχώρησης υπαλλήλων, παρά να διαταραχθεί η εργασιακή ειρήνη και μάλιστα σε περίοδο πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης.

Με αυτά τα δεδομένα, η μέθοδος της εθελουσίας εξόδου έγινε μονόδρομος και οι τράπεζες πέτυχαν κάτι αρκετά σπάνιο στα διεθνή τραπεζικά χρονικά: μια μεγάλη μείωση χωρίς να υπάρξουν απολύσεις και εντάσεις.

Από το 2009, όταν ο αριθμός των απασχολούμενων στο τραπεζικό σύστημα έφθανε τους 65.682, μειώθηκε στο τέλος του 2019 κατά 28.955 υπαλλήλους, για να διαμορφωθεί σε 36.727 υπαλλήλους. Αυτή η μείωση που επιτεύχθηκε, σε ποσοστό 44%, ήταν προϊόν συνταξιοδοτήσεων αλλά, σε πολύ μεγάλο βαθμό, και των προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου. Για το τρέχον έτος, εκτιμάται ότι από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες θα αποχωρήσουν έως και 3.000 υπάλληλοι με τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου που έχουν ήδη εφαρμοσθεί ή υλοποιούνται τώρα.

Αυστηρές προειδοποιήσεις και διαψεύσεις

Σε όλη αυτή τη διαδρομή, αρκετές φορές οι τραπεζικές διοικήσεις προσπάθησαν να εκπέμψουν ένα αυστηρό μήνυμα προς το προσωπικό, προειδοποιώντας ότι όσοι θα έχαναν την ευκαιρία να ενταχθούν στο πρόγραμμα εθελουσίας που «έτρεχε» θα είχαν τον κίνδυνο να βρεθούν μπροστά σε ένα επόμενο πρόγραμμα με πολύ χειρότερους όρους και παροχές. Ουδέποτε, όμως, επιβεβαιώθηκαν αυτές οι προειδοποιήσεις. Αντίθετα, τα προγράμματα παραμένουν εξαιρετικά γενναιόδωρα.

Χαρακτηριστικότερη περίπτωση… αυτοδιάψευσης τέτοιας προειδοποίησης ήταν αυτή που καταγράφηκε στις αρχές του έτους στην Εθνική Τράπεζα. Εκείνη την περίοδο, η διοίκηση Μυλωνά αποφάσισε, υπό την πίεση της χαμηλής συμμετοχής στο πρόγραμμα που «έτρεχε» από τα τέλη του προηγούμενου έτους, να παρατείνει τη διάρκειά του, καλώντας το προσωπικό να συμμετάσχει.

Όπως ανέφερε ο Παύλος Μυλωνάς στη σχετική επιστολή του προς το προσωπικό, που παρουσίασε το Business Daily,

  • «Παρατείνουμε το Πρόγραμμα Εθελούσιας Αποχώρησης που έληξε στις 31.12.2019, μέχρι την 10.2.2020, με ίδιους όρους και προϋποθέσεις. (…). Σκοπεύουμε να συζητήσουμε με το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) την εφαρμογή ενός τελευταίου Προγράμματος Εθελουσίας Αποχώρησης για να ανακοινωθεί και να ολοκληρωθεί μέσα στο καλοκαίρι του 2020.
  • Εφόσον εγκριθεί, θέλω να είμαι ξεκάθαρος ότι οι όροι του νέου προγράμματος θα είναι αισθητά δυσμενέστεροι των όρων του τωρινού προγράμματος».

Η προειδοποίηση αυτή ίσως λειτούργησε ως πίεση συμμετοχής στο πρόγραμμα εθελουσίας για κάποιους υπαλλήλους, πλην όμως δεν επιβεβαιώθηκε ότι το επόμενο πρόγραμμα της Εθνικής θα είχε «αισθητά δυσμενέστερους όρους». Αντίθετα, το πρόγραμμα που «τρέχει», με στόχο την αποχώρηση 800 – 900 υπαλλήλων, έχει εξίσου ελκυστικούς όρους, με τις πρόσθετες αποζημιώσεις να προσδιορίζονται, κατ’ ανώτατο όριο, στα 150.000 ευρώ.

Αναποτελεσματικά μεν, αλλά…

Τα μεγάλα ερωτήματα, πλέον, είναι αν θα συνεχισθεί και το 2021 η απομάκρυνση υπαλλήλων με προγράμματα εθελουσίας και αν αυτά θα συνεχίσουν να είναι όσο γενναιόδωρα υπήρξαν ως τώρα. Ουδείς στο τραπεζικό σύστημα αμφιβάλλει ότι, παρά τη μεγάλη «αιμορραγία» απασχόλησης των προηγούμενων ετών, οι συνθήκες που διαμορφώνει η νέα κρίση του κορονοϊού οδηγούν αναπόφευκτα στην ανάγκη πρόσθετης μείωσης του προσωπικού και μάλιστα με αρκετά ταχείς ρυθμούς:

  • Το πέρασμα στην εποχή των ηλεκτρονικών συναλλαγών επιταχύνθηκε θεαματικά και πλέον εννέα στις δέκα «καθημερινές» συναλλαγές διεκπεραιώνονται εκτός τραπεζικών καταστημάτων, οδηγώντας σε νέους σχεδιασμούς συρρίκνωσης των δικτύων.
  • Τα περιθώρια κέρδους των τραπεζών πιέζονται από πολλές πλευρές, με πρώτη βέβαια τη μεγάλη μείωση των επιτοκίων, ενώ δεν έχουν καταφέρει να αυξήσουν επαρκώς τα έσοδα από προμήθειες, κάτι που οδηγεί στην ανάγκη περαιτέρω εξοικονόμησης λειτουργικών δαπανών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, με αυτά τα δεδομένα, ότι η μείωση του προσωπικού θα πρέπει να συνεχισθεί. Ταυτόχρονα, ουδείς στις τραπεζικές διοικήσεις εξετάζει το ενδεχόμενο να γίνει η μείωση του προσωπικού με «σκληρές» μεθόδους (απολύσεις). Επιπλέον, το γεγονός ότι επικρατεί έντονη ανασφάλεια για το μέλλον όσων αποχωρήσουν από τις τράπεζες, εκτιμάται ότι θα υποχρεώσει τις διοικήσεις να διατηρήσουν γενναιόδωρα κίνητρα αποχώρησης και στα επόμενα προγράμματα, γιατί, σε διαφορετική περίπτωση, είναι ορατός ο κίνδυνος να αποτύχουν λόγω χαμηλής συμμετοχής.

Πάντως, αναλυτές, αλλά ακόμη και στελέχη τραπεζών, αμφισβητούν πλέον την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου. Το κύριο πρόβλημα που εντοπίζουν δεν είναι το υψηλό κόστος τους, που γίνεται όλο και πιο σημαντικό σε περιόδους δυσκολιών στην παραγωγή κερδών, αλλά ότι καταλήγουν να προκαλούν ποιοτική υποβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού.

Ειδικότερα, παρατηρείται όλο και περισσότερο ότι αυτοί που αξιοποιούν τα προγράμματα για να αποχωρήσουν είναι οι υπάλληλοι και τα στελέχη με τα μεγαλύτερα προσόντα και ικανότητες, που μπορούν πιο εύκολα να συνεχίσουν την καριέρα τους σε άλλες θέσεις εντός ή εκτός τραπεζικού συστήματος. Αντίθετα, παραμένουν στις τράπεζες εργαζόμενοι χαμηλών προσόντων, οι οποίοι θα δυσκολεύονταν να βρουν άλλες θέσεις απασχόλησης και έχουν περιορισμένη συνεισφορά στη λειτουργία των τραπεζών, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου οι απαιτήσεις είναι αυξημένες, καθώς οι τραπεζικές λειτουργίες απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τις απλές συναλλαγές της καθημερινότητας και αυξάνονται οι απαιτήσεις από το προσωπικό. Παρά τις παρενέργειες, όμως, εναλλακτική λύση δεν έχει βρεθεί.

Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Business Daily-Katasthma-Trapezes-Ethniki
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κλείνουν τραπεζικά καταστήματα, πίεση στα εμπορικά ακίνητα

Η πανδημία επιταχύνει τη συρρίκνωση των τραπεζικών δικτύων και ενισχύει την προσφορά ακινήτων προς ενοικίαση. Αβέβαιη η απορρόφησή τους από άλλες επιχειρήσεις, αναμένεται πτώση στα μισθώματα.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Υπέρ της bad bank το ΔΝΤ, στο γήπεδο της κυβέρνησης η πρόταση της ΤτΕ

Όπως και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, το ΔΝΤ τάσσεται υπέρ της πρότασης για bad bank. Την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου εστάλη στον υπουργό Οικονομικών η πρόταση της Τρ. Ελλάδος και δεν υπάρχει αντίδραση μέχρι στιγμής.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Π. Μυλωνάς: Οι τρεις μεγάλες προκλήσεις για τις τράπεζες στην εποχή της πανδημίας

Σε άρθρο του στην εφημερίδα Τα Νέα ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας σημειώνει ότι η παροχή ρευστότητας στις επιχειρήσεις, το νέο κύμα «κόκκινων» δανείων και ο πτωχευτικός αποτελούν τις σημαντικότερες προκλήσεις για το τραπεζικό σύστημα.
bank_building
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Παραμένει η απόσταση τραπεζών - κυβέρνησης για τον νέο πτωχευτικό

Επιφυλάξεις από τις τράπεζες για τις ρυθμίσεις για τα φυσικά πρόσωπα, ενώ αναμένεται και η «ετυμηγορία» της ΕΚΤ. Προβληματισμός για τη δήλωση του πρωθυπουργού περί γενικού «παγώματος» πλειστηριασμών α' κατοικίας ως το τέλος του έτους.