ΓΔ: 827.06 0.25% Τζίρος: 49.44 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 17:20:01 ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΓΟΡΑΣ
Staikouras_eurogroup
Ο υπ. Οικονομικών, Χρ. Σταϊκούρας, σε συνεδρίαση του Eurogroup. Πηγή: Shutterstock.

Η Γερμανία βάζει φρένο σε μείωση του πλεονάσματος

Αμφίβολο αν θα μπορέσει η κυβέρνηση Μέρκελ να περάσει από τη Βουλή μια συμφωνία για μείωση του δημοσιονομικού στόχου της Ελλάδας. Με νέα επιχειρήματα η κυβέρνηση στην τεχνική συζήτηση με την Κομισιόν.

Μεγάλα τεχνικά, αλλά κυρίως πολιτικά «αγκάθια», που σχετίζονται με την πολιτική κατάσταση στην Γερμανία, στρώνουν το δρόμο από τον οποίο καλείται να περάσει η κυβέρνηση για να φθάσει στην πολυπόθητη δημοσιονομική χαλάρωση, μέσω μιας συμφωνίας με τους Ευρωπαίους για μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα από 3,5% σε 2,5% του ΑΕΠ, ώστε τη διετία 2021 – 2022 να απελευθερωθούν δημόσιοι πόροι της τάξεως των 4 δισ. ευρώ, οι οποίοι θα υποστηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη.

Η μείωση του στόχου για το πλεόνασμα είναι μια από τις σημαντικότερες πολιτικές επιδιώξεις της κυβέρνησης για το 2020, όχι μόνο επειδή θα μπορούσε να κερδίσει νέους βαθμούς ελευθερίας για να ενισχύσει με δημοσιονομικά μέτρα τη δυναμική της ανάπτυξης, αλλά και επειδή θα είχε τη δυνατότητα να μειώσει με ακόμη ταχύτερο βηματισμό τις φορολογικές επιβαρύνσεις, με ό,τι αυτό σημαίνει για τα πολιτικά οφέλη που θα αποκόμιζε.

Βασικά μέτρα ελάφρυνσης της φορολογίας, όπως η σταδιακή μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το αν θα καταφέρει η κυβέρνηση να πάρει την έγκριση των Ευρωπαίων για ένα μειωμένο στόχο για το πλεόνασμα, τη διετία 2021 – 2022. Υπενθυμίζεται ότι, από το 2023 και μέχρι το 2060, ο δημοσιονομικός στόχος έχει «κλειδώσει» στο 2,2% του ΑΕΠ.

Το πρόβλημα με την Γερμανία

Το πρώτο και σοβαρότερο πρόβλημα που καλείται να ξεπεράσει η κυβέρνηση είναι η μεγάλη αλλαγή στο πολιτικό κλίμα της Γερμανίας, όπου η κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού της Α. Μέρκελ αγωνίζεται για την επιβίωσή της και είναι πλέον πολύ δύσκολο να φέρει στο Κοινοβούλιο μια πρόταση για διευκόλυνση της Ελλάδας με μείωση των πλεονασμάτων, καθώς εκτιμάται ότι θα εκδηλώνονταν σοβαρές αντιδράσεις από μερίδα βουλευτών του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος και θα δινόταν η δυνατότητα στο ακροδεξιό AfD να επιτεθεί στην κυβέρνηση.

Το τελευταίο διάστημα, και ιδιαίτερα μετά την έκπληξη στη διαδικασία αλλαγής ηγεσίας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD), η γερμανική κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού κλυδωνίζεται και τα μηνύματα που φθάνουν στην Αθήνα, σχετικά με τη συζήτηση για το πρωτογενές πλεόνασμα, δεν είναι ενθαρρυντικά.

Η απρόσμενη ήττα του υπουργού Οικονομικών Όλαφ Σολτς στη «μάχη» για την ηγεσία του SPD αποδυνάμωσε το κύρος του και έφερε στο προσκήνιο μια νέα ηγεσία, που ζητεί την αλλαγή των όρων συνεργασίας με τους Χριστιανοδημοκράτες. Την ίδια στιγμή, σε πρωτοφανή ποσοστά (περίπου ένας στους τρεις), οι Γερμανοί ψηφοφόροι ζητούν την προκήρυξη πρόωρων εκλογών, παρότι αυτό δεν συνηθίζεται στη μεταπολεμική πολιτική ζωή της χώρας, που έχει ως βασικό κανόνα την κυβερνητική σταθερότητα.

Η έκθεση βιωσιμότητας του χρέους

Η κυβέρνηση δεν αναστέλλει την προσπάθειά της να φέρει σε συζήτηση στο Eurogroup το αίτημα για τη μείωση του δημοσιονομικού στόχου, προσβλέποντας στην υπέρβαση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση Μέρκελ, μέσα από μια συμφωνία με τους Σοσιαλδημοκράτες για την παράταση της θητείας της κυβέρνησης μεγάλου συνασπισμού.

Ήδη προετοιμάζεται με εντατικούς ρυθμούς, ενόψει της έναρξης του νέου ελέγχου από τους ευρωπαϊκούς Θεσμούς στις 20 Ιανουαρίου, στο πλαίσιο του καθεστώτος ενισχυμένης εποπτείας, ώστε να προβάλει τεχνικά επιχειρήματα, που θα συμβάλουν στην αναμόρφωση της έκθεσης βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, με τρόπο που θα ευνοεί και την έγκριση του αιτήματος για τη μείωση του δημοσιονομικού στόχου.

Ειδικότερα, στην αμέσως προηγούμενη έκθεση βιωσιμότητας, που περιλήφθηκε στην τελευταία έκθεση ενισχυμένης εποπτείας, αν και αναγνωρίζεται ότι η μείωση του κόστους δανεισμού της Ελλάδας, που έχει καταγραφεί το 2019, δημιουργεί καλύτερες συνθήκες για τη βιωσιμότητα του χρέους, ωστόσο αυτό δεν καταγράφεται στο βασικό σενάριο για την πορεία του χρέους, αλλά μόνο σε ένα ξεχωριστό, καλό σενάριο που εκπόνησαν οι τεχνοκράτες της Κομισιόν.

Όπως σημειώνει η Κομισιόν, η μείωση του κόστους δανεισμού σε ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων είναι μεν μια θετική εξέλιξη, όμως δεν μπορεί να ενσωματωθεί με συνεπή τρόπο στα σενάρια για το χρέος, επειδή υπάρχουν ακόμη σοβαρές αβεβαιότητες για το πόσο θα διαρκέσει αυτή η περίοδος χαμηλών επιτοκίων.

Ελληνικά επιχειρήματα με συνδρομή και από Τρ. Ελλάδος

Η ελληνική πλευρά θέλει να αντικρούσει αυτή τη συντηρητική προσέγγιση του θέματος της βιωσιμότητας του χρέους από τις Βρυξέλλες, γι’ αυτό και ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους έχει αναλάβει να εκπονήσει δική του μελέτη, όπου θα ενσωματώνει, χωρίς υπερβολές, τα νέα δεδομένα που δημιουργούνται από τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού, ώστε να υποστηριχθεί το επιχείρημα πως μια μείωση του στόχου θα έχει τελικά ουδέτερη επίδραση στη βιωσιμότητα του χρέους, αφού θα αντισταθμισθεί από τη μείωση του κόστους δανεισμού.

Αυτή την επιχειρηματολογία ενισχύει και η Τράπεζα της Ελλάδος με ειδική μελέτη που ενσωματώθηκε στην τελευταία Ενδιάμεση Έκθεση. Η ΤτΕ υπογραμμίζει ότι η ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, στην οποία βασίσθηκαν οι αποφάσεις του Eurogroup, τον Ιούνιο του 2018, «πάτησε» σε εκτιμήσεις για υψηλό κόστος χρηματοδότησης του Δημοσίου από τις αγορές: «το επιτόκιο αναχρηματοδότησης από τις αγορές θεωρήθηκε ότι θα εκκινούσε από 4,1% το 2019, θα αυξανόταν βαθμιαία σε 5,4% το 2030 και θα σταθεροποιούνταν κοντά στο 5,1% μετά το 2040», σημειώνει η ΤτΕ.

Και προσθέτει ότι αυτές οι παραδοχές «έχουν μέχρι στιγμής αποδειχθεί ιδιαίτερα συντηρητικές», καθώς, μεταξύ άλλων, «το επιτόκιο των εκδόσεων του δεκαετούς ομολόγου μειώθηκε από 3,875% το Μάρτιο σε 1,50% τον Οκτώβριο». Έτσι, υπογραμμίζει η ΤτΕ, «στην περίπτωση που η παρέκκλιση από τις παραδοχές του Ιουνίου 2018 στοιχειοθετεί μια μόνιμη διόρθωση, η βιωσιμότητα του χρέους εκτιμάται ότι βελτιώνεται σημαντικά, όπως άλλωστε αναγνωρίζεται και στην Έκθεση Ενισχυμένης Εποπτείας του Νοεμβρίου 2019».

Με αυτά τα δεδομένα, η Τράπεζα της Ελλάδος βάζει επί τάπητος τα σενάρια για τη βιωσιμότητα του χρέους, ενσωματώνοντας μια μείωση στο κόστος αναχρηματοδότησης σε 1,7% το 2019 και με βαθμιαία αύξηση στο 4,25%, μέχρι το 2035. Αυτό δημιουργεί χώρο για να μειωθεί από 3,5% σε 2,2% του ΑΕΠ ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα, χωρίς να «φουσκώσει» το χρέος. Όπως εκτιμά η ΤτΕ, αν ο στόχος πέσει από το 2021 στο 2,2%, «η επίδραση της μείωσης του δημοσιονομικού στόχου εμφανίζεται οριακή και συνίσταται σε αύξηση του χρέους κατά περίπου 2% του ΑΕΠ έως το 2060 και σε αύξηση των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών κατά 0,3% του ΑΕΠ την ίδια περίοδο».

Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι φοροελαφρύνσεις περνούν στο μικροσκόπιο των Θεσμών

Η κυβέρνηση «ποντάρει» στο 1,2 δισ. ευρώ από τα κέρδη των κεντρικών τραπεζών για να προχωρήσει σε μειώσεις φόρων χωρίς κίνδυνο δημοσιονομικού εκτροχιασμού, αλλά χρειάζεται και το «πράσινο φως» από τους Θεσμούς των δανειστών.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Υπερπλεόνασμα 900 εκατ. το 2019, «χώρος» για έκτακτες παροχές

Σπάει τα... κοντέρ και φέτος το πλεόνασμα του προϋπολογισμού, κοντά στα 2 δισ. η υπέρβαση στόχων ως τώρα. Τι είδαν τα τεχνικά κλιμάκια των θεσμών στην Αθήνα, ποια τα «αγκάθια» στις συζητήσεις με τους επικεφαλής της ομάδας επιτήρησης.
eurogroup
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στο τραπέζι του Eurogroup τα μέτρα για τη ρευστότητα των επιχειρήσεων

Από τις οριζόντιες παροχές ρευστότητας, η ευρωζώνη ετοιμάζεται για το πέρασμα σε στοχευμένα μέτρα στήριξης. Η αναμενόμενη αύξηση πτωχεύσεων και η πρόταση της Κομισιόν για αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης.