Η πρόσφατη στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα δημιουργεί, σύμφωνα με δήλωση του Νίκου Ανδρουλάκη, Προέδρου του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, ένα εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο για το μέλλον.
Ο κ. Ανδρουλάκης υπενθυμίζει ότι στο παρελθόν, ως Ευρωβουλευτής, είχε καταδικάσει το καθεστώς της Βενεζουέλας και είχε ζητήσει την επιβολή στοχευμένων κυρώσεων κατά του Νικολάς Μαδούρο και προσώπων του περιβάλλοντός του για παραβιάσεις ατομικών ελευθεριών και βασανιστήρια.
Το ΠΑΣΟΚ, όπως επισημαίνει, στηρίζει σταθερά τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δημοκρατία και το διεθνές δίκαιο. Η ιστορία, τονίζει, έχει δείξει ότι η πολιτική αλλαγή δεν επιτυγχάνεται με τη χρήση όπλων ή εξωτερικές παρεμβάσεις, αλλά μέσω της εμβάθυνσης της δημοκρατίας και του σεβασμού της ελεύθερης βούλησης των πολιτών.
Ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ χαρακτηρίζει τη χθεσινή ενέργεια ως κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και της εθνικής κυριαρχίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι δηλώσεις της αμερικανικής διοίκησης μετά την επιχείρηση αποδεικνύουν ότι το πραγματικό κίνητρο δεν ήταν η αποκατάσταση της δημοκρατίας, αλλά η πρόσβαση στον ορυκτό πλούτο της Βενεζουέλας.
Σε αυτό το διεθνές περιβάλλον όπου ενισχύεται ο αναθεωρητισμός και το "δίκαιο του ισχυρού", ο κ. Ανδρουλάκης εκφράζει σοβαρές ενστάσεις για τη στάση του Έλληνα Πρωθυπουργού. Τονίζει ότι η δήλωσή του ήταν προβληματική και δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πορεία της Ελλάδας. Σε αντίθεση με Ευρωπαίους αξιωματούχους, όπως ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα και η Ύπατη Εκπρόσωπος Κάγια Κάλλας, ο Έλληνας Πρωθυπουργός δεν αναφέρθηκε στην ανάγκη σεβασμού του διεθνούς δικαίου.
Ο κ. Ανδρουλάκης θεωρεί απαράδεκτη την τοποθέτηση του Πρωθυπουργού ότι «δεν είναι η ώρα για σχόλια σε σχέση με τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών», ειδικά από τη θέση ηγεσίας μιας χώρας που στηρίζει διαχρονικά την εξωτερική της πολιτική στη διεθνή νομιμότητα και έχει βιώσει την παράνομη τουρκική εισβολή στην Κύπρο.
Θέτει το ερώτημα με ποιο δικαίωμα και ποια στόχευση μπορεί ένας Πρωθυπουργός να αλλάξει τη θεμελιώδη βάση της εθνικής εξωτερικής πολιτικής. Παράλληλα, αναρωτιέται πώς η Ελλάδα μπορεί να στηρίζει την εφαρμογή των διεθνών κανόνων, όταν η κυβέρνηση αποδέχεται την επικράτηση του δικαίου του ισχυρού.
Ο σεβασμός στο διεθνές δίκαιο, καταλήγει, δεν μπορεί να είναι ευκαιριακός και η εξωτερική πολιτική δεν πρέπει να ασκείται με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση χαρακτηρίζεται ως ανεπίγνωστη και εθνικά επικίνδυνη.