«Βαθιά, ανοιχτή πληγή για την ελληνική κοινωνία» χαρακτήρισε τον τομέα των μεταφορών ο πρόεδρος της Νέας Αριστεράς, Αλέξης Χαρίτσης, από το βήμα της Βουλής, στη συζήτηση για την κύρωση της σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της HELLENIC TRAIN ΑΕ, που αφορά την ανάθεση υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας στις επιβατικές σιδηροδρομικές μεταφορές.
Στο ίδιο πλαίσιο σημειώθηκε σφοδρή αντιπαράθεση με τον αναπληρωτή υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, Κωνσταντίνο Κυρανάκη, με επίκεντρο τόσο το περιεχόμενο της σύμβασης όσο και την πορεία του σιδηροδρόμου μετά την τραγωδία των Τεμπών.
Στην παρέμβασή του, ο κ. Χαρίτσης συνέδεσε το ζήτημα της ασφάλειας στις μεταφορές με τις πρόσφατες εξελίξεις, αναφερόμενος στο δυστύχημα των Τεμπών, αλλά και στο ολικό μπλακ άουτ στο FIR Αθηνών. Όπως δήλωσε, πρόκειται για έναν τομέα «παταγώδους κυβερνητικής αποτυχίας», χωρίς «καμία ανάληψη ευθύνης».
Αμφισβήτησε ευθέως αν η κύρωση της συγκεκριμένης σύμβασης βελτιώνει ουσιαστικά τον «χάρτη των σιδηροδρομικών μεταφορών» στη χώρα.
«Η απάντηση είναι όχι», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για «μια σύμβαση που τα δίνει όλα στον ιδιώτη πάροχο, στη Hellenic Train», ενώ «στην ελληνική κοινωνία δίνει καθρεφτάκια για “καινούρια τρένα”».
Ο πρόεδρος της Νέας Αριστεράς κατήγγειλε ότι η σύμβαση «εγγυάται τα έσοδα του ιδιώτη παρόχου», «περιορίζει τις κυρώσεις», «δίνει άλλοθι για καθυστερήσεις» και «μεταφέρει το επιχειρηματικό ρίσκο του παρόχου στο Δημόσιο», προβλέποντας, όπως είπε, δυνατότητα αύξησης του ποσού της αποζημίωσης των 50 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, μίλησε για αποδυνάμωση των μηχανισμών ελέγχου, υποστηρίζοντας ότι «παγιώνεται η δεσπόζουσα -μονοπωλιακή επί της ουσίας- θέση της Hellenic Train στο πεδίο των μεταφορών».
Σχολιάζοντας την καθημερινότητα των επιβατών, ο κ. Χαρίτσης περιέγραψε ένα σιδηροδρομικό δίκτυο που, όπως είπε, δεν λειτουργεί με όρους «ασφάλειας, αξιοπιστίας και σεβασμού στον επιβάτη», εκτιμώντας ότι αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει «στο παραμικρό» με τη συγκεκριμένη σύμβαση.
Τόνισε ακόμη ότι δεν επανεξετάζεται «το μοντέλο που οδήγησε στην τραγωδία των Τεμπών», ενώ έθεσε ως κεντρικό ερώτημα το αν ο σιδηρόδρομος αντιμετωπίζεται ως «δημόσιο αγαθό» ή ως «διαχειριζόμενη υποχρέωση».
Σε αυτό το πλαίσιο, ζήτησε συνολική επανεξέταση της ιδιωτικοποίησης του σιδηροδρομικού δικτύου, σημειώνοντας ότι δεν θα ήταν η πρώτη φορά που μια χώρα «επανεξέτασε ιδιωτικοποιήσεις» και «επανέφερε τον δημόσιο έλεγχο», καθώς, όπως είπε, ο σιδηρόδρομος αποτελεί «στρατηγική υποδομή».
Υποστήριξε ότι απαιτείται «άλλη στρατηγική για τον σιδηρόδρομο συνολικά» και μίλησε για ανάγκη ενός «σχεδίου μετάβασης σε δημόσιο έλεγχο, με χρονικό ορίζοντα, οικονομική αποτίμηση και νομική ασφάλεια».
Απαντώντας, ο αναπληρωτής υπουργός Κωνσταντίνος Κυρανάκης αντέκρουσε τις επικρίσεις, λέγοντας ότι δεν μπορεί να γίνεται «μάθημα δημοσιονομικής υπευθυνότητας» από την αντιπολίτευση, όταν επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ έγινε η πώληση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ στην ιταλική εταιρεία έναντι 45 εκατ. ευρώ.
Όπως τόνισε, οι υποχρεώσεις της κρατικής ΤΡΑΙΝΟΣΕ μεταβιβάστηκαν αυτούσιες στην HELLENIC TRAIN, ενώ διαγράφηκαν χρέη ύψους περίπου 700 εκατ. ευρώ.
Ο κ. Κυρανάκης ανέφερε ότι ακόμη και ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας είχε χαρακτηρίσει χαμηλό το τίμημα, προσθέτοντας ότι η συμφωνία προέβλεπε ετήσια καταβολή 50 εκατ. ευρώ προς την εταιρεία.
Υποστήριξε επίσης ότι η σημερινή κυβέρνηση ζητά από την Hellenic Train να επενδύσει 308 εκατ. ευρώ για ανανέωση του στόλου με νέα τρένα, ενώ επί ΣΥΡΙΖΑ, όπως είπε, ήρθαν μεταχειρισμένα τρένα 30 ετών.
Στο πεδίο των υποδομών, ο αναπληρωτής υπουργός υποστήριξε ότι ο σιδηρόδρομος βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση σε σχέση με το 2019, λέγοντας ότι τότε η τηλεδιοίκηση ήταν στο 1%, ενώ σήμερα φτάνει, όπως ανέφερε, στο 80% και αναμένεται να αγγίξει το 100% το καλοκαίρι.
Παράλληλα, σημείωσε ότι έως το τέλος του 2026 η γραμμή Αθήνα – Θεσσαλονίκη θα διαθέτει πλήρη σηματοδότηση, τηλεδιοίκηση και αυτόματα συστήματα πέδησης.
Στη δευτερολογία του, ο κ. Χαρίτσης απάντησε ότι η πώληση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ήταν μνημονιακή υποχρέωση, προκειμένου να αποφευχθούν υψηλά πρόστιμα για παράνομες κρατικές ενισχύσεις που, όπως είπε, ξεπερνούσαν τα 15 δισ. ευρώ.
Υποστήριξε επίσης ότι τα 700 εκατ. ευρώ που διαγράφηκαν αφορούσαν πρόστιμα από χρηματοδοτήσεις προηγούμενων κυβερνήσεων και όχι της δικής του παράταξης.
Ο πρόεδρος της Νέας Αριστεράς επέμεινε ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας βρίσκεται στην εξουσία επτά χρόνια και συνέδεσε την περίοδο αυτή με το δυστύχημα στα Τέμπη, υποστηρίζοντας ότι η εικόνα του σιδηροδρόμου παραμένει προβληματική.
Ζήτησε, μάλιστα, την επιστροφή του σιδηροδρόμου σε ενιαίο δημόσιο φορέα, κάνοντας λόγο για ανάγκη ευρύτερου διαλόγου και για ακρόαση των εργαζομένων στη Βουλή ώστε να υπάρξει, όπως είπε, «αντικειμενική εικόνα» για την πραγματική κατάσταση και το μέλλον του δικτύου.
Ο κ. Κυρανάκης απάντησε ότι μια τέτοια επιλογή θα οδηγούσε σε νέα πρόστιμα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, επικαλούμενος τον διαχωρισμό μεταξύ σιδηροδρομικών επιχειρήσεων και διαχειριστών υποδομής.
Η συζήτηση ολοκληρώθηκε σε κλίμα έντασης, με αντιδράσεις από τις πτέρυγες του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς, καθώς η αντιπαράθεση για τη σύμβαση και την κατεύθυνση του σιδηροδρόμου παραμένει στο επίκεντρο της πολιτικής σύγκρουσης.