Η Ελλάδα τάσσεται υπέρ της όσο το δυνατόν βαθύτερης διασύνδεσης στον ενεργειακό τομέα, έχοντας βιώσει τα προηγούμενα χρόνια τον «οξύ πόνο» του να βρίσκεται στο άκρο του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος. Αυτό τόνισε από τη Θεσσαλονίκη ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, μιλώντας στο συνέδριο του ΟΟΣΑ και του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών.
Όπως ανέφερε, η Ελλάδα έχει έντονο ενδιαφέρον να διασφαλίσει τη δημιουργία ενός νέου διαδρόμου ηλεκτρικής ενέργειας, ικανού να μεταφέρει ηλεκτρισμό «από την Ελλάδα προς την Κεντρική Ευρώπη και σε όλες τις ενδιάμεσες περιοχές, αλλά και προς την αντίθετη κατεύθυνση».
Στρατηγικό όραμα για ενεργειακή συνδεσιμότητα
Ο κ. Τσάφος υπογράμμισε ότι έργα όπως το «Electricity & Regional Interconnectivity in South East Europe», που χρηματοδοτείται από την Ελλάδα και συγχρηματοδοτείται από τη Ρουμανία, αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου στρατηγικού οράματος. Όπως είπε, η συνδεσιμότητα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη είναι καθοριστική τόσο για την ενεργειακή ασφάλεια όσο και για την αποανθρακοποίηση της περιοχής.
Αποκλίσεις τιμών και ρυθμιστικές προκλήσεις
Ο υφυπουργός υπενθύμισε ότι το 2019 η Ελλάδα είχε τις υψηλότερες τιμές χονδρικής στην Ευρώπη, ενώ το καλοκαίρι του 2024 οι τιμές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη αποσυνδέθηκαν πλήρως από εκείνες της Κεντρικής Ευρώπης. Επισήμανε ότι η απόκλιση αυτή δεν οφείλεται μόνο σε ελλείψεις υποδομών, αλλά και σε ρυθμιστικά ζητήματα που επηρεάζουν τη ροή του ηλεκτρισμού στην Ευρώπη.
«Ένα από τα βασικά μηνύματα του έργου είναι να εξετάσουμε τα παράλληλα “σύμπαντα” της φυσικής και της ρύθμισης και των αγορών», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι συχνά υπάρχουν υποδομές χωρίς το κατάλληλο ρυθμιστικό πλαίσιο για την πλήρη αξιοποίησή τους.
Ενεργειακός μετασχηματισμός και εξαγωγική δυναμική
Ο κ. Τσάφος ανέφερε ότι η Ελλάδα είναι πλέον ενσωματωμένη στην ευρωπαϊκή αγορά μέσω Ιταλίας και Βουλγαρίας, ενώ διαθέτει διασυνδέσεις με τη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία. Τόνισε πως η χώρα επιδιώκει τη δημιουργία ενός νέου διαδρόμου ηλεκτρικής ενέργειας που θα ενισχύσει τη ροή ηλεκτρισμού προς και από την Κεντρική Ευρώπη.
Υπενθύμισε ότι η Ελλάδα έχει υποστεί ριζικό μετασχηματισμό στο ενεργειακό της μείγμα: «Πριν από 20 χρόνια, το 60% της ηλεκτρικής μας ενέργειας προερχόταν από λιγνίτη. Πέρυσι ήταν κάτω από 5%». Πλέον, περισσότερο από το μισό της ηλεκτρικής ενέργειας παράγεται από ήλιο και άνεμο, ενώ η χώρα έχει μετατραπεί σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, αποκομίζοντας έσοδα 400 εκατ. ευρώ ετησίως.
Οι προκλήσεις των Δυτικών Βαλκανίων
Από την πλευρά του, ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ, Ματίας Κόρμαν, επισήμανε τέσσερα πεδία βελτίωσης για τον ενεργειακό τομέα των Δυτικών Βαλκανίων. Το πρώτο αφορά την επιτάχυνση της ρυθμιστικής εναρμόνισης με την ΕΕ, καθώς μόνο το 48% των προτύπων της ενεργειακής κοινότητας έχει εφαρμοστεί.
Το δεύτερο πεδίο σχετίζεται με το άνοιγμα των αγορών στον ανταγωνισμό και τη βελτίωση της διακυβέρνησης των κρατικών επιχειρήσεων, οι οποίες παραμένουν λιγότερο αποδοτικές σε σχέση με τις ευρωπαϊκές. Ο κ. Κόρμαν τόνισε ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι αναγκαίες για την ενίσχυση της ανάπτυξης και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Εκσυγχρονισμός δικτύων και αξιοποίηση ΑΠΕ
Το τρίτο πεδίο δράσης αφορά τον εκσυγχρονισμό των δικτύων, καθώς περίπου το 14% της ηλεκτρικής ενέργειας στα Δυτικά Βαλκάνια χάνεται, έναντι 5% στην ΕΕ. Ο εκσυγχρονισμός αυτός, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, μπορεί να προσελκύσει μακροπρόθεσμες επενδύσεις και να ενισχύσει τη βιωσιμότητα των συστημάτων.
Τέλος, η υιοθέτηση ψηφιακών τεχνολογιών και η αξιοποίηση του ανεκμετάλλευτου δυναμικού των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας θεωρείται κρίσιμη. «Τα Δυτικά Βαλκάνια χρησιμοποιούν σήμερα λιγότερο από το 4% του δυναμικού τους σε ηλιακή ενέργεια και λιγότερο από το 2% σε αιολική», υπογράμμισε ο κ. Κόρμαν, προσθέτοντας ότι η Ελλάδα αποτελεί παράδειγμα για το πώς οι επενδύσεις σε “έξυπνα” δίκτυα συμβάλλουν στην επίτευξη φιλόδοξων κλιματικών στόχων.