ΓΔ: 942.46 -1.58% Τζίρος: 100.43 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 17:20:00 ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΓΟΡΑΣ
Φωτο: Shutterstock

Η Ελλάδα, η παγκοσμιοποίηση και η μάχη των νοσταλγών μιας εποχής που έχει παρέλθει

Η μεταπολίτευση επιμένει στην επίτευξη δυο αντικρουόμενων στόχων: τη συμμετοχή της Ελλάδας στην παγκοσμιοποίηση, διατηρώντας ταυτόχρονα ένα ξεπερασμένο οικονομικό και διοικητικό μοντέλο εντελώς ασύμβατο με τις σύγχρονες απαιτήσεις.

Η οικονομική πορεία της Ελλάδας, από τη δημιουργία του νεότερου κράτους το 1821, παρουσιάζει ένα σταθερά επαναλαμβανόμενο μοτίβο: οικονομική μεγέθυνση βασιζόμενη κυρίως στον εξωτερικό δανεισμό, υπερχρέωση, οικονομική κρίση - συχνά χρεοκοπία και τελικά διάσωση με διεθνή οικονομική βοήθεια και την επιβολή μεταρρυθμίσεων.

Πολλά από αυτά που συζητάμε σήμερα για το παραγωγικό μοντέλο, τη δημόσια διοίκηση, τη γραφειοκρατία, την ανταγωνιστικότητα, τη θέση της χώρας στην Ευρώπη και τον κόσμο κ.α. είναι θέματα που συζητούνται ξανά και ξανά σχεδόν απαράλλαχτα καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ουαιώνα. Το μόνο που αλλάζει είναι τα πρόσωπα, οι πρωταγωνιστές.

Στον πυρήνα των συζητήσεων αυτών βρίσκονται οι μεταρρυθμίσεις και η σχέση, η σύνδεση της Ελλάδας με το διεθνές γίγνεσθαι και τις παγκόσμιες αγορές. Δηλαδή, την παγκοσμιοποίηση. Μια σχέση που παραμένει μέχρι σήμερα ανολοκλήρωτη.

Οι πολιτικές ηγεσίες αλλά και μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, θέλουν η Ελλάδα να είναι τμήμα της παγκόσμιας αλυσίδας, απολαμβάνοντας τα μεγάλα οικονομικά πλεονεκτήματα, χωρίς όμως να καταβάλουμε το αναπόδραστο κόστος που απαιτεί η συμμετοχή στην παγκοσμιοποίηση: την υλοποίηση, δηλαδή, των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων για το άνοιγμα των αγορών και των εκμοντερνισμό της δημόσιας διοίκησης.

Το σύνολο του πολιτικού συστήματος επιμένει στην επίτευξη δυο αντικρουόμενων στόχων: τη συμμετοχή της Ελλάδας στην παγκοσμιοποίηση, διατηρώντας ταυτόχρονα ένα ξεπερασμένο, αναποτελεσματικό, οικονομικό και διοικητικό μοντέλο εντελώς ασύμβατο με τις σύγχρονες ανάγκες και απαιτήσεις. Ένα μοντέλο που θυμίζει περισσότερο την μεταπολεμική Ελλάδα και λιγότερο μια οικονομία του 21ου αιώνα.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι πολιτικές προτεραιότητες δεν μπόρεσαν να συντονιστούν με τις οικονομικές ανάγκες και τις απαιτήσεις της παγκοσμιοποίησης. Πολιτική και οικονομία δεν μπόρεσαν να συντονιστούν.

Ένα μεγάλο οικονομικό βήμα για μη οικονομικούς λόγους

Δεν είναι τυχαίο ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1974 είχε πολιτικά και όχι οικονομικά κίνητρα. «Θα ήθελα να τονίσω ότι η Ελλάς δεν επιθυμεί την ένταξίν της στην ΕΟΚ αποκλειστικώς και μόνον για λόγους οικονομικούς. Την επιδιώκει προ πάντων για λόγους πολιτικούς, που αναφέρονται εις την σταθεροποίησιν της δημοκρατίας», υπογράμμιζε το 1975 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Με λίγα λόγια, το αποφασιστικό βήμα για την ένταξη της Ελλάδας στην κοινή αγορά και την παγκοσμιοποίηση δεν έγινε με οικονομική στόχευση και φιλοδοξίες αλλά για την κατοχύρωση της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Οι πολιτικές ηγεσίες δεν οραματίστηκαν το οικονομικό μέλλον της Ελλάδας στην Ευρώπη, δεν σχεδίασαν τον οικονομικό μετασχηματισμό της χώρας για να πετύχουν την ένταξή της στο παγκόσμιο περιβάλλον, δεν επεξεργάστηκαν ούτε έθεσαν σε εφαρμογή κάποιο οικονομικό σχέδιο.

Επιπλέον η τότε αξιωματική αντιπολίτευση, το ΠΑΣΟΚ, ήταν κατά της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Με άλλα λόγια δεν υπήρξε στοιχειώδης συναίνεση σε στρατηγικές επιλογές για το μέλλον της χώρας.

Αλλά και αργότερα το 1992 όταν η κατοχύρωση από τη Βουλή της συνθήκης του Μάαστριχ επιτεύχθηκε με σαρωτική πλειοψηφία, με τη θετική ψήφο όχι μόνο της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ αλλά και του Συνασπισμού, η συναίνεση αποδείχθηκε επιφανειακή. Τότε στο Συνασπισμό συγκυριακά κυριαρχούσαν οι ευρωπαϊκές – εκσυγχρονιστικές δυνάμεις της αριστεράς οι οποίες γρήγορα συρρικνώθηκαν και χάθηκαν εντελώς από τον διάδοχο ΣΥΡΙΖΑ.

Στη θεωρία όλοι συμφωνούσαν για την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και την ένταξη στη ζώνη του ευρώ, στην πράξη, ωστόσο, οι περισσότεροι έβλεπαν αρνητικά τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούσε το Μάαστριχτ στην κατεύθυνση της φιλελευθεροποίησης της οικονομίας.

Συνοπτικά, στα περισσότερα κοινοβουλευτικά κόμματα υπήρχε πάντα ένας έντονος διχασμός. Ένα τμήμα τους πιο εξωστρεφές, πιο μορφωμένο, οραματικό και με αυτοπεποίθηση έβλεπε και βλέπει θετικά το άνοιγμα της ελληνικής οικονομίας στον διεθνή ανταγωνισμό, πιστεύοντας ότι αν γίνουν οι κατάλληλες μεταρρυθμίσεις η Ελλάδα όχι απλά θα τα καταφέρει αλλά θα διακριθεί στον παγκόσμιο στίβο. Από την άλλη πλευρά, ένα άλλο τμήμα των κομμάτων έβλεπε και βλέπει την παγκοσμιοποίηση και τη διεθνοποίηση της ελληνικής οικονομίας εχθρικά, διαισθανόμενο την προοπτική μιας ήττας. Ο φόβος είναι ρεαλιστικός διότι ακόμα και αν η Ελλάδα τα καταφέρει, σε μια χώρα που θα λειτουργεί με κανόνες και αξιοκρατία, το συντηρητικό αυτό κομμάτι του πολιτικού συστήματος δεν έχει ούτε θέση, ούτε ρόλο. Η παλαιοκομματική αυτή προσέγγιση αποτελούσε και αποτελεί τη μεγάλη πλειοψηφία στα κόμματα, τη δεξιά, το κέντρο και την αριστερά, και περιστασιακά και μόνο, οι πιο φιλελεύθερες δυνάμεις αποκτούσαν κάποια υπεροχή, υπεροχή που επέτρεπε την εκκίνηση κάποιων φιλόδοξων μεταρρυθμιστικών πολιτικών οι οποίες γρήγορα όμως ακυρώνονταν από την αντίδραση της συντήρησης.

Έτσι η μεταπολίτευση και σύσσωμο το πολιτικό προσωπικό τόσο της Νέας Δημοκρατίας όσο και του ΠΑΣΟΚ αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ πρόσφατα, ματαιοπονούν σε μια μάχη που δεν έχει απολύτως καμία ελπίδα νίκης: την διατήρηση ενός μοντέλου που έχει ξεπεραστεί προ πολλού από τις εξελίξεις.

Εχθρική στάση στις ξένες επενδύσεις, παθιασμένες μάχες κατά των ιδιωτικοποιήσεων, οικονομικός εθνικισμός, καλλιέργεια εξωπραγματικών προσδοκιών για τον ορυκτό πλούτο της χώρας, κρατικός παρεμβατισμός, κομματισμός και ευνοιοκρατία, επιδοτήσεις και διανομή κρατικών προσόδων σε προνομιούχους, αντιευρωπαϊκή – αντικαπιταλιστική ρητορεία, δαιμονοποίηση της επιχειρηματικότητας, κλειστές αγορές, κακοδιαχείριση κρατικών εταιριών, έμμεση ενθάρρυνση παραοικονομίας, σπατάλη δημοσίου χρήματος σε κάθε τομέα, από το ασφαλιστικό και την υγεία, μέχρι την παιδεία και την τοπική αυτοδιοίκηση και καθολική άρνηση στις μεταρρυθμίσεις.

Η στάση αυτή βεβαίως όπως σημειώσαμε δεν είναι παράλογη: οι δυνάμεις αυτές προτιμούν μια κλειστή κρατικοδίαιτη δομή που οδηγεί σε μια φτωχή Ελλάδα, αλλά η δομή αυτή τους εξασφαλίζει προνομιακή πρόσβαση στην πίτα, από μια ανοικτή ανταγωνιστική οικονομία που ίσως οδηγήσει την Ελλάδα σε ανάπτυξη και ευημερία, αντίστοιχη των άλλων ευρωπαϊκών κρατών, ωστόσο δεν θα έχουν πρόσβαση και προνομιακή θέση στο μοίρασμα της πίτας αυτής. Ή, με διαφορετικά λόγια, όπως το έχει θέση ο σοφός λαός: «καλύτερα πρώτος στο χωριό παρά τελευταίος στην πόλη».

«Οι εξελίξεις είναι μη αναστρέψιμες»

Ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης είχε περιγράψει ωμά την νέα πραγματικότητα: «Οι εξελίξεις είναι μη αναστρέψιμες. Η νοσταλγία μιας εποχής που μας είχε κάπως βολέψει όλους είναι μάταια. Δεν πρόκειται ποτέ να επιστρέψουμε στη, μέσα σε εθνικά πλαίσια, ρυθμιζόμενη οικονομία». Προειδοποίηση που δεν εισακούστηκε.

Σε κάθε προσπάθεια αλλαγών, τα τελευταία 50 χρόνια, στην παιδεία, το ασφαλιστικό, την υγεία, τη δημόσια διοίκηση, την τοπική αυτοδιοίκηση, τη δομή της οικονομίας, τις επενδύσεις κ.ά., η άμεση, ενστικτώδης αντίδραση κομμάτων και κοινωνίας ήταν ένα ηχηρό «όχι». Ένα μεγάλο «όχι» σε όλα. Ακόμα και όταν οι προτεινόμενες αλλαγές είχαν την υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας, όπως στα ζητήματα της παιδείας, τελικά οι δυναμικές μειοψηφίες και τα κατεστημένα συμφέροντα κατόρθωναν να επιβάλλονται.

Οι όποιες προσπάθειες ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων που επιχειρήθηκαν από κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης αναχαιτίστηκαν εύκολα από τις δυνάμεις του λαϊκισμού. Όπως και κάθε προσπάθεια σταθεροποίησης και ενίσχυσης της οικονομίας.

Αντίσταση, αντίσταση, αντίσταση

Μετά τους ανορθόδοξους πειραματισμούς στις αρχές της δεκαετίας του 1980 από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, πειραματισμοί που οδήγησαν σε μεγάλη άνοδο του πληθωρισμού, της ανεργίας και των ελλειμμάτων, ο Ανδρέας Παπανδρέου υποχρεώθηκε το 1985 στην εφαρμογή ενός σταθεροποιητικού προγράμματος. Το πρόγραμμα όμως δυο χρόνια μετά εγκαταλείφθηκε, μετά τις έντονες αντιδράσεις των συνδικάτων, με τον Α. Παπανδρέου να δίνει το σύνθημα για την επιστροφή στην ελληνική κανονικότητα με τη φράση «Τσοβόλα δώστα όλα».

Το πρόγραμμα ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων που επιχείρησε η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στις αρχές της δεκαετίας του 1990 προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων.  Ουσιαστικά ο Μητσοτάκης επιχείρησε να υλοποιήσει ένα «Μνημόνιο» εγχώριας εμπνεύσεως, 20 χρόνια πριν το επιβάλουν στη χώρα οι δανειστές. Οι νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης ήταν σαρωτικές. Στην παιδεία, το ασφαλιστικό (αύξηση εισφορών, αύξηση ορίων ηλικίας, κατάργηση 15ετίας γυναικών, συμπλήρωση κενών από ιδιωτική ασφάλιση), στον δημόσιο τομέα (πρόσληψη μάνατζερ με τριετές συμβόλαιο), τις εργασιακές σχέσεις (καθιέρωση της μερικής απασχόλησης), την απελευθέρωση του ωραρίου των καταστημάτων, την ίδρυση ιδιωτικών κλινικών, τη διάθεση σε ιδιώτες των αδειών κινητής τηλεφωνίας κ.ά. Προχώρησε, επίσης, στην κατάργηση της ΑΤΑ (Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή) και στην απελευθέρωση της οικονομίας με το άνοιγμα των αγορών και την κατάργηση επιδοτήσεων, του ενοικιοστασίου, του αγορανομικού ελέγχου κ.ά. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη από την πρώτη στιγμή βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα απεργιακό κύμα που μεταβλήθηκε σε τσουνάμι, ενώ οι μεταρρυθμίσεις προκάλεσαν ρήξη στο εσωτερικό της κυβέρνησης, με τον αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης, Αθανάσιο Κανελλόπουλο να επικρίνει με άρθρο του την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης παίρνοντας αποστάσεις από τον «ακραίο φιλελευθερισμό». Η κυβέρνηση Μητσοτάκη τελικά έπεσε με αφορμή το Μακεδονικό.

Λίγο μετά, η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη επιχείρησε την προσαρμογή της οικονομίας στα κριτήρια του Μάαστριχ και πέτυχε την ένταξη της χώρας στο ευρώ. Ωστόσο, η όλη προσπάθεια επικεντρώθηκε περισσότερο στην δημοσιονομική εξυγίανση και την ονομαστική επίτευξη των στόχων του Μάαστριχτ αποφεύγοντας της δύσκολες διαρθρωτικές αλλαγές, οι οποίες απαιτούσαν ρίξεις με τα κατεστημένα συμφέροντα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κώστα Σημίτης άφησε για το τέλος την αντιμετώπιση του ασφαλιστικού, το οποίο από τη δεκαετία του 1990 θεωρούνταν βραδυφλεγής βόμβα για τη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και των χωρίς καμία λογική οικονομικών παροχών, με χαρακτηριστικότερη την πρακτική της πρόωρης συνταξιοδότησης, όπου χιλιάδες συνταξιούχοι λάμβαναν συντάξεις πολλαπλάσιες των εισφορών που είχαν καταβάλει. Ο Κ. Σημίτης επιχείρησε το 2001 την αναμόρφωση του ασφαλιστικού, προσπάθεια που εγκατέλειψε γρήγορα υπό το βάρος των τεράστιων αντιδράσεων.

Σημειώνεται ότι το έλλειμα του ασφαλιστικού συστήματος, δηλαδή οι δαπάνες για συντάξεις και υγεία, διαμορφώθηκε στο διάστημα 1994 – 2009 στα 89 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας τότε στο 30% του συνολικού χρέους της χώρας. Το ασφαλιστικό αποτέλεσε μια από τις βασικές αιτίες της χρεοκοπίας της χώρας.

Οι λίγες διστακτικές προσπάθειες του Κώστα Καραμανλή για μεταρρυθμίσεις πνίγηκαν εν τη γενέσει τους. Ο Κ. Καραμανλής συνέχισε πατώντας τέρμα το γκάζι της κατανάλωσης μια πρακτική που κυριάρχησε στα χρόνια της μεταπολίτευσης.  

Το «θαύμα»

Κάποια στιγμή, στα μέσα της δεκαετίας του 2000 φάνηκε ότι το εγχώριο πολιτικό προσωπικό κατόρθωσε να πετύχει το ακατόρθωτο: να απολαμβάνουμε τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης, με την συμμετοχή της χώρας στο πανίσχυρο ευρώ που εκμηδένισε τα επιτόκια και έδωσε μια χωρίς προηγούμενο πρόσβαση της Ελλάδας στο δανεισμό, διατηρώντας παράλληλα το κρατικοδίαιτο μοντέλο λειτουργίας. Η Ελλάδα απολάμβανε μια απίθανη κατάσταση, όπου από την μια πλευρά η οικονομία αναπτυσσόταν δυναμικά και από την άλλη ξοδεύονταν δισεκατομμύρια για τη διόγκωση του κράτους, συνταξιούχους ετών 45 με παχυλές συντάξεις, μια αδιανόητα υψηλή φαρμακευτική δαπάνη και μια υπερκατανάλωση παντού σαν να μην υπάρχει αύριο. Το ΑΕΠ της Ελλάδας αντιστοιχούσε το 2001 στο 76,1% του μέσου όρου του ΑΕΠ της Ε.Ε. των 15 και έφτασε στο 85,7% το 2009!

Ένα «θαύμα», που γρήγορα αποδείχθηκε απατηλό.

Στη σκιά της αισιοδοξίας που τροφοδοτούσε η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη η παραγωγικότητα επιδεινωνόταν, η ανεργία παρέμενε υψηλή, όπως και ο πληθωρισμός, συνδυασμός που οδηγούσε σε περαιτέρω εξασθένιση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Το 2010 τα προβλήματα αποκαλύφθηκαν και η χώρα πρακτικά χρεοκόπησε, για 7η φορά τα τελευταία 200 χρόνια. Το δράμα ολοκληρώθηκε με τη διάσωση της Ελλάδας με ξένη οικονομική βοήθεια. Η χρεοκοπία και η διάσωση επανέφερε εμφατικά το θέμα των μεταρρυθμίσεων. Η συνέχεια είναι γνωστή.

Το πολιτικό σύστημα αρχικά δεν πίστεψε το μέγεθος του προβλήματος και μετά επιχείρησε τα πάντα για την μη υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων: κατηγόρησε τους ξένους δανειστές, θυμήθηκε τα δάνεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, απέδωσε την κρίση στις μεταρρυθμίσεις, στο ευρώ, αναζωπύρωσε έναν οικονομικό εθνικισμό με φαντασιώσεις ότι χωρίς την Ελλάδα το ευρώ θα καταρρεύσει και άλλα απίθανα.

Στο τέλος του 2016 το ΑΕΠ της Ελλάδας αντιστοιχούσε στο 62,3% του μέσου όρου του ΑΕΠ της Ε.Ε. των 15, από 85,7% το 2009 και 76,1% το 2001. Η κατάρρευση του ΑΕΠ μας πήγε πίσω στην δεκαετία του 1980, κάτι όχι τυχαίο, αφού και σήμερα πολλά κομμάτια της εγχώριας οικονομίας και διοίκηση (όπως η δικαιοσύνη ή η παιδεία) παραπέμπουν περισσότερο στη δεκαετία του 1980 και ελάχιστα στο σήμερα. Σημειώνεται ότι τη δεκαετία του 1980, στη σκιά των σοσιαλιστικών πειραματισμών,  το κατά κεφαλή ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε στο 60% του αντίστοιχου των χωρών της ΕΕ των 15 από 70% που ήταν τη δεκαετία του 1970.

Ασφαλώς δεν είναι μόνο το πολιτικό προσωπικό. Μεγάλο μερίδιο των ευθυνών βαραίνουν επιχειρηματικά συμφέροντα και μια επιχειρηματικότητα, που πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, έχει γαλουχηθεί να μην επενδύει στη χώρα, να συσσωρεύει κεφάλαια εκτός Ελλάδας και να πετυχαίνει αυτό που επιδιώκει μέσω πολιτικών διασυνδέσεων και όχι μέσω της αγοράς.

Η τελευταία μεγάλη αντεπίθεση

Η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε την τελευταία μεγάλη, μάταια, αντεπίθεση της μεταπολίτευσης. Γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ συσπειρώθηκαν όλες οι  συντηρητικές δυνάμεις της δεξιάς και του ΠΑΣΟΚ, «νοσταλγοί μιας εποχής που κάπως είχε βολέψει όλους», ξεσπαθώνοντας κατά της Ευρώπης, του ευρώ και της παγκοσμιοποίησης, επιδιώκοντας το αδύνατο: την επιστροφή στην εθνικά ρυθμιζόμενη οικονομία.

Η «μάχη» έληξε με μια ατιμωτική ήττα με τις πλέον επιθετικές φωνές κατά των μνημονίων και των μεταρρυθμίσεων να υπογράφουν και να εφαρμόζουν ένα ακόμα μνημόνιο.

Η πανωλεθρία του λαϊκισμού και του οικονομικού ανορθολογισμού δεν σημαίνει όμως ότι ο παλαιοκομματισμός έχει καταθέσει τα όπλα.

Οι μάχες, ή πιο σωστά, ο ανταρτοπόλεμος κατά των αλλαγών και του αναπόδραστου εκμοντερνισμού συνεχίζεται στην παιδεία, την υγεία, την δικαιοσύνη, την δημόσια διοίκηση κ.α. Η πολεμική κατά των επενδύσεων συνεχίζεται όπως και η κομματική διαχείριση της δημόσιας διοίκησης. 

Κάτι αλλάζει αλλά ο κόσμος δεν περιμένει

Ασφαλώς, τα πράγματα στην χώρα μας έχουν αλλάξει και αλλάζουν, ωστόσο η Ελλάδα δεν κινείται μόνη. Ο κόσμος εξελίσσεται με ταχύτητα και δεν περιμένει όσους ματαιοπονούν. Η χώρα μας έχει προοδεύσει σημαντικά τα τελευταία 50 χρόνια, ωστόσο τα βήματα είναι μικρά και διστακτικά, σε σχέση με την πρόοδο που έχει σημειωθεί, όχι μόνο στις χώρες της δυτικής Ευρώπης, αλλά ακόμα και σε σχέση με αυτές της πρώην ανατολικής Ευρώπης. Η παιδεία, η δικαιοσύνη, η υγεία, η κεντρική διοίκηση εξακολουθούν να λειτουργούν με ρυθμούς δεκαετιών του ’80 και ’90, ενώ καθηλωμένη στα στερεότυπα του χθες παραμένει η στάση μας έναντι των επενδύσεων.

Σε έναν κόσμο που εδώ και πολλά χρόνια οι χώρες δίνουν αγώνα για το πως θα προσελκύσουν ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα δικαιοσύνη και δημόσια διοίκηση ζουν και αναπνέουν για να δημιουργούν προβλήματα και εμπόδια.

Όλα αυτά βέβαια, η επικράτηση της βαθιάς συντήρησης, έχουν ένα βαρύ τίμημα: η Ελλάδα είναι ουραγός σε όλες σχεδόν τις διεθνείς κατατάξεις από την οικονομία μέχρι την παιδεία και την δικαιοσύνη. Μια χώρα φτωχή, με υψηλή ανεργία σε μεγάλη απόσταση από τις χώρες της ευρωζώνης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ένας μοντέρνος, εκσυγχρονιστής πρωθυπουργός με σαφείς απόψεις για τη θέση της Ελλάδας που πιστεύει ότι με τις κατάλληλες μεταρρυθμίσεις οι χώρα μας μπορεί να διακριθεί στο διεθνή στίβο. Και δεν υπάρχει αμφιβολία επίσης ότι τα τελευταία δυόμιση χρόνια η κυβέρνησή του έχει προχωρήσει σε τολμηρές μεταρρυθμίσεις και εργάζεται σκληρά για την προσέλκυση επενδύσεων. Επιπλέον τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργηθεί ένας ισχυρός πυρήνας δυναμικών εταιριών, που εξάγουν, επενδύσουν και επικτατούν στο διεθνές απαιτητικό περιβάλλον. 

Όμως, έχοντας γνώση των εμπειριών του παρελθόντος, ο Κ. Μητσοτάκης φαίνεται πως μέχρι στιγμής προχωρά με μια στρατηγική που θυμίζει τον Κ. Σημίτη: αποφεύγει τα δύσκολα. Αποφεύγει την αντιμετώπιση του πυρήνα του προβλήματος: τη δημόσια διοίκηση και τον μετασχηματισμό της οικονομίας ώστε να μπορέσει να επιβιώσει στο ανταγωνιστικό παγκόσμιο περιβάλλον. Η κατάσταση στην δικαιοσύνη, την παιδεία, την υγεία και σε κρίσιμες λειτουργίες της δημόσιας διοίκησης είναι απελπιστική θυμίζοντας… Σοβιετική Ένωση.  Επιπλέον ο Κυριάκος Μητσοτάκης φαίνεται ότι έχει συμβιβαστεί με άνεση με την πρακτική της κομματικής διαχείρισης του κράτους: χιλιάδες μετακλητοί υπάλληλοι διορισμένοι παντού, διόγκωση του κράτους και αποτυχημένοι πολιτευτές να τοποθετούνται σε κρίσιμες θέσεις ευθύνης.

Πρόκειται για πυρηνικά ζητήματα που μια ευθεία αντιμετώπισή τους θα προκαλούσε έκρηξη. Πιθανότατα ο Κ. Μητσοτάκης να αφήνει τις μεγάλες και δύσκολες μεταρρυθμίσεις για αργότερα, για τη δεύτερη τετραετία που, αν όλα πάνε καλά, ελπίζει ότι θα εξασφαλίσει. Ή να έχει αποδεχθεί ότι οι πυρηνικές αυτές αλλαγές δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν από το σημερινό πολιτικό σύστημα.  

Όποιο και αν είναι το σχέδιό του ένα είναι βέβαιο: είναι αδύνατο η Ελλάδα να σταθεί ανταγωνιστικά στο παγκόσμιο περιβάλλον και να ανακτήσει το χαμένο έδαφος στην ευρωζώνη, δίχως επώδυνες μεταρρυθμίσεις και χωρίς ρήξη με κομματικά και άλλα συμφέροντα, που ακόμα και σήμερα και την εμπειρία της δεκαετούς κρίσης της χρεοκοπίας μοιάζουν ακλόνητα.

Google news logo Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ν. Παπαθανάσης: Νέα προοπτική στις επιχειρήσεις με τον Αναπτυξιακό Νόμο

Ο αναπληρωτής υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων αναφέρει ότι τα 13 εμβληματικά καθεστώτα που περιέχει ο νέος Αναπτυξιακός Νόμος θα επιτρέψουν στις επιχειρήσεις να πραγματοποιήσουν σύγχρονες μορφές επενδύσεων.
Mitsotakis
ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μεγάλη επένδυση από την Boehringer - Μητσοτάκης: Αναστρέφουμε το brain drain

Ο πρωθυπουργός τόνισε ότι «ο πιο σημαντικός λόγος για να επενδύσει μια ξένη επιχείρηση στην πατρίδα μας δεν είναι ούτε το κανονιστικό περιβάλλον, ούτε η φορολογία, ούτε η περιορισμένη γραφειοκρατία, είναι οι άνθρωποι».
Κυριάκος Μητσοτάκης
ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μητσοτάκης: Δρομολόγηση της επόμενης φάσης της ανάκαμψης επιχειρήσεων

Ο πρωθυπουργός στη συνάντησή του με τη Διοικητική Επιτροπή του ΕΒΕΑ τόνισε πως είναι υπό συζήτηση σχήματα με τα οποία μπορούν να κινητοποιηθούν κεφάλαια για χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.