ΓΔ: 894.37 0.13% Τζίρος: 54.75 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 17:20:04 ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΓΟΡΑΣ
Φωτο: Sooc

Η ηρωική «διαπραγμάτευση» του 2015: Το χρονικό μιας ιστορικής συντριβής

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη.
Οι αφελείς διαπραγματευτικές βεβαιότητες, η αναζήτηση βοήθειας από τη Ρωσία, το δημοψήφισμα - παρωδία και η παράδοση άνευ όρων. Η μετεωρική πορεία της κυβέρνησης Τσίπρα – Καμμένου από το «σκίζουμε τα μνημόνια» στην υπογραφή του 3ο μνημονίου.

Με κλειστές τράπεζες, ουρές πολιτών για την ανάληψη μετρητών, μια κυβέρνηση σε αποδομή, ένα πανικόβλητο δημοψήφισμα - παρωδία και τη χώρα να βιώνει μια ιστορική ήττα, τον Ιούλιο του 2015, ακριβώς 7 χρόνια πριν, διαδραματίζονταν οι τελευταίες πράξεις της μεγάλης «διαπραγμάτευσης» ή πιο σωστά της μεγάλης ζαριάς του πρώτου εξαμήνου του 2015, μια περιπέτεια που ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας απέδωσε εν πολλοίς σε... αυταπάτες.

Με υπουργό οικονομικών τον Βαρουφάκη έναν δημαγωγό που διαβεβαίωνε τον Τσίπρα και όλους ότι «το να κλείσουν οι τράπεζες είναι τόσο πιθανό όσο να μην ανατείλει αύριο ο ήλιος» και με βασικό διαπραγματευτικό όπλο αφελέστατες αντιλήψεις, ότι οι δανειστές «θα δώσουν τα λεφτά γιατί δεν τους συμφέρει να διαλύσουμε την Ευρωζώνη…», όπως είχε δηλώσει ο Υπουργός Επικρατείας Αλέκος Φλαμπουράρης, η κυβέρνηση Τσίπρα – Καμμένου με μια ηγετική ομάδα γεμάτη δραχμολάτρες, αριστεριστές και αντιευρωπαίους οδήγησαν τη χώρα στη συντριβή και την ταπείνωση, συντριβή που σφραγίστηκε με την υπογραφή ενός νέου μνημονίου.

Εν τέλει η ακραία αντιμνημοναική κυβέρνηση Τσίπρα – Καμμένου, που κέρδισε τις εκλογές το 2015 με τι σύνθημα «σκίζουμε τα μνημόνια», ήταν η μόνη κυβέρνηση από το ξέσπασμα της μεγάλης οικονομικής κρίσης το 2010 που και υπέγραψε μνημόνιο και το εφάρμοσε πλήρως ολοκληρώνοντας το πρόγραμμα. Κάτι που καμία άλλη κυβέρνηση δεν είχε καταφέρει.

Πρώτη φορά Αριστερά: οι ημέρες της ευφορίας

3 Ιανουαρίου 2015. Δυο ημέρες πριν την εκλογική αναμέτρηση, ο Αλέξης Τσίπρας σε εκδήλωση του Σύριζα παρουσίασε το νέο κυβερνητικό πρόγραμμα, το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης. Εκεί ο Τσίπρας υπογράμμισε ότι η νίκη του Σύριζα στις εκλογές βάζει τέλος στην «κοινωνική τραγωδία», στον «εφιάλτη της λιτότητας» και του «αυταρχισμού». «Δεν είναι διάχυτη μόνον η προσδοκία της Ελλάδας. Είναι διάχυτη και η ελπίδα της δημοκρατικής Ευρώπης για αλλαγή. Στις 25 Γενάρη η αναγκαία αλλαγή στην Ευρώπη ξεκινάει από εδώ από την Ελλάδα». Δεσμεύτηκε να δώσει τέλος στον «στην εθνική ταπείνωση, την ανθρωπιστική κρίση και στον μνημονιακό παραλογισμό». «Και Διαπραγμάτευση θα γίνει! Και Συμφωνία θα υπάρξει! Και το μνημόνιο μαζί με τη τρόικα θα αποτελέσουν παρελθόν!». «Με την ισχυρή διαπραγμάτευση εγγυόμαστε την πραγματικά ισότιμη συμμετοχή της χώρας μας στην Ευρωζώνη, χωρίς τη λιτότητα που δεν την επιβάλλουν οι ευρωπαϊκές Συνθήκες και τόσα δεινά επισώρευσε στον τόπο.»

Ο Τσίπρας επανέλαβε τις υποσχέσεις του Σύριζα «για την απαλλαγή της Ελλάδας από το βραχνά του χρέους», με «τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους» όπως «έγινε για τη Γερμανία το 1953», «την καθιέρωση ρήτρας ανάπτυξης για την αποπληρωμή του χρέους» καθώς και την επίτευξη μιας συμφωνίας για ένα «Ευρωπαϊκό New Deal», με δημόσιες επενδύσεις για την ανάπτυξη.

Το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης περιλάμβανε τέσσερα σκέλη: την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, την επανεκκίνηση της οικονομίας, εθνικό σχέδιο για την ανάκτηση της εργασίας και μεταρρυθμίσεις για το θεσμικό και δημοκρατικό μετασχηματισμός της δημόσιας διοίκησης.

Φωτο: Αλέξης Τσίπρας.

Μεταξύ άλλων ο Σύριζα υπόσχονταν: δωρεάν ρεύμα και κουπόνια σίτισης για τουλάχιστον 300.000 νοικοκυριά, πρόγραμμα εξασφάλισης στέγης, επαναφορά της 13ης σύνταξης στους χαμηλοσυνταξιούχους με σύνταξη κάτω από τα 700 ευρώ, δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κατάργηση ειδικού φόρου στο πετρέλαιο θέρμανσης, ρύθμιση ώστε οι δόσεις για την αποπληρωμή υποχρεώσεων να μην ξεπερνούν το 30% του ετήσιου εισοδήματος του οφειλέτη, κατάργηση του «φόρου – λαιμητόμου» ΕΝΦΙΑ (και την αντικατάστασή του από ένα κοινωνικά δίκαιο φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας), αφορολόγητο όριο στα 12.000 ευρώ για όλους, πρόγραμμα της «Νέας Σεισάχθειας» με τη ρύθμιση των κόκκινων δανείων, αναστολή πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ για όλους, αποκατάσταση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και επαναφορά των τριετιών, της επεκτασιμότητας, της μετενέργειας και της διαιτησίας, κατάργηση των ρυθμίσεων για τις μαζικές απολύσεις, άμεση δημιουργία 300.000 θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό, δημόσιο και κοινωνικό τομέα της οικονομίας, επαναφορά του εργασιακού δικαίου που κατήργησαν οι μνημονικοί νόμοι, ίδρυση Δημόσιας Αναπτυξιακής Τράπεζας και τραπεζών ειδικού σκοπού για τους μικρομεσαίους και τους αγρότες κ.α. Στη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, τόνισε ο Τσίπρας, θα «υπάρχουν μόνο δέκα μόνο υπουργεία».

Στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015 ο Σύριζα έλαβε το 36,34% των ψήφων (149 έδρες) και ακολούθησαν η ΝΔ με 28,81% (76 έδρες), η Χρυσή Αυγή με 6,28% (17 έδρες), το Ποτάμι με 6,05% (17 έδρες), το ΚΚΕ με 5,47% (15 έδρες), οι ΑΝΕΛ με 4,75% (13 έδρες) και το ΠΑΣΟΚ με 4,68% (13 έδρες).

Δύο ημέρες μετά ορκίστηκε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα με τη στήριξη του Σύριζα και των ΑΝΕΛ.

Φωτο: Ο Αλέξης Τσίπρας με τον Πάνο Καμμένο.

Στις προγραμματικές δηλώσεις της νέας Κυβέρνησης στη Βουλή, στις 8 Φεβρουαρίου 2015 ο πρωθυπουργός έκανε λόγο για την «ανάκτηση της λαϊκής μας κυριαρχίας» και προσδιόρισε ως βασικούς στόχους της «κυβέρνησης κοινωνικής σωτηρίας την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, την αποκατάσταση της αξιοπρέπειας του λαού μας, την κοινωνική δικαιοσύνη και την πολιτισμική αναγέννηση της πατρίδας μας». «Αυτό που η ελληνική Κυβέρνηση επιδιώκει στις διαπραγματεύσεις με τους εταίρους είναι μια νέα συμφωνία σε ένα πρόγραμμα-γέφυρα, όπως το ονομάζουμε, μέχρι και τον Ιούνιο. Ούτως ώστε να έχουμε το δημοσιονομικό χώρο που απαιτεί μια ειλικρινής διαπραγμάτευση για την αναδιάρθρωση του χρέους, που είναι αναγκαία, και για ένα νέο πρόγραμμα συνεργασίας και ανάπτυξης μεταξύ της Ελλάδας και των Ευρωπαίων εταίρων», τόνισε. Υπογράμμισε και πάλι την ανάγκη διαγραφής του χρέους «η διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους εταίρους μας πρέπει να καταλήξει σε συμφωνία για την απομείωση του χρέους» και ανήγγειλε τη «σύσταση εξεταστικής επιτροπής για το πώς φθάσαμε ως εδώ, εξεταστικής επιτροπής για τα μνημόνια». Ο Τσίπρας εξήγγειλε στις προγραμματικές δηλώσεις, μεταξύ άλλων, τη θέσπιση αφορολόγητου ορίου στα 12.000 ευρώ, την αποκατάσταση των καθαριστριών, την επαναλειτουργία της ΕΡΤ, την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ από το 2015, την σταδιακή μέχρι το 2016 αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ και την επαναχορήγηση της δέκατης τρίτης σύνταξης ως δώρο Χριστουγέννων στο τέλος του 2015 σε όποιους λαμβάνουν συντάξεις χαμηλότερες των 700 ευρώ μηνιαίως. Τέλος χαρακτήρισε ιστορικό χρέος την διεκδίκηση του κατοχικού δανείου. Τελειώνοντας, δακρυσμένος σημείωσε ότι «σε αυτόν τον λαό αξίζει μόνο σεβασμός. Του αξίζει να περπατά περήφανος, του αξίζει να ζει με αξιοπρέπεια… Είμαστε μόνο η φωνή του λαού. Δεν θα διαπραγματευτούμε την υπερηφάνεια αυτού του λαού…Εμείς μπορούμε να είμαστε η θέλησή του, δηλώνουμε ότι δεν πρόκειται να διαπραγματευτούμε την αξιοπρέπεια αυτού του λαού…. Είμαστε σάρκα από τη σάρκα του λαού».

Στη δευτερολογία του στη Βουλή ο Τσίπρας επανέλαβε ότι «δεν πρόκειται να ζητήσουμε παράταση του Μνημονίου. Δεν δεχόμαστε τα προαπαιτούμενα, του περίφημου μειλ της Τρόικα, για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Η τρόικα έχει, όχι μόνο για εμάς, ακόμα και για τους εταίρους και συνομιλητές μας, έχει τελειώσει από τις 25 του Γενάρη, μαζί με το Μνημόνιο. Βρισκόμαστε σε μια σκληρή διαπραγμάτευση και διαβούλευση εντός του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου. Και επιδιώκουμε να βρεθεί πολιτική λύση στους Ευρωπαϊκούς θεσμούς. Αλλά για να βρεθεί συμφωνία σε ένα πρόγραμμα γέφυρα, ώστε να έχουμε την άνεση να συζητήσουμε ειλικρινά, χωρίς εκβιασμούς και εν τέλη να καταλήξουμε σε μια νέα συμφωνία για την ανάπτυξη και τη συνεργασία στην Ευρώπη. Να συμφωνήσουμε για την αναγκαία απομείωση του Ελληνικού χρέους».

Φωτό: Αλέξης Τσίπρας.

Ζητώντας ένα πρόγραμμα – γέφυρα «για να συζητήσουμε χωρίς εκβιασμούς» ο Τσίπρας ουσιαστικά ζητούσε χρήματα για να μπορέσει να διαπραγματευτεί!

Ο πρωθυπουργός συνέχισε και τους επόμενους μήνες, με έναν ιδιαίτερα επιθετικό λόγο και εξαιρετικά υψηλούς τόνους, θυμίζοντας περισσότερο έναν ανυπόμονο αρχηγό αξιωματικής αντιπολίτευσης παρά έναν πρωθυπουργό. Με έντονα διχαστική διάθεση και ομιλίες ψυχροπολεμικής λογικής υποδαύλιζε την εχθρότητα προς τους εταίρους και ειδικά προς την Γερμανία. Εκμεταλλευόμενος το συναίσθημα πραγματοποιούσε συχνές αναφορές στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα εγκλήματα των ναζί και παράλληλα επαναλάμβανε διαρκώς την περηφάνια, την αξιοπρέπεια, την Ιστορία και τους αγώνες του ελληνικού λαού. Μαζί του και κορυφαίοι υπουργοί της κυβέρνησης απευθύνονταν απροκάλυπτα στο συναίσθημα: «Επιτέλους, κάποιος πρέπει να πει “όχι”. Έπεσε πάλι στη μικρή Ελλάδα ο κλήρος να πει αυτό το “όχι”. Φαίνεται το έχει η μοίρα µας», δήλωνε ο Γ. Βαρουφάκης στη Βουλή.

Ένα μήνα περίπου μετά τις εκλογές ο πρωθυπουργός μιλώντας στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του Σύριζα ο Αλέξης Τσίπρας τόνιζε: «Δεν μπορούν πια να συμπεριφέρονται στην Ελλάδα σαν να είναι χώρα αποικία»… «Γιατί, για πρώτη φορά, η Ελλάδα έχει δική της φωνή. Φωνή που ακούγεται και στους δρόμους της Ευρώπης, μέσα στα ευρωπαϊκά φόρα γιατί οι εκπρόσωποί της Ελλάδας εκεί, όσο κι αν πιέζονται, για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια δε λένε ναι σε όλα. Για πρώτη φορά λένε και όχι. Και το εννοούνε το ΟΧΙ»…«Ο υπουργός οικονομικών της Γερμανίας χθες, ο κος Σόιμπλε έχασε την ψυχραιμία του. Όχι γιατί καταφέρθηκε εναντίον της Ελληνικής κυβέρνησης. Αλλά γιατί εκφράστηκε υποτιμητικά απέναντι στον ελληνικό λαό. Θα ήθελα με απεριόριστη εκτίμηση και φιλική διάθεση, να του επισημάνω ότι θα ήταν καλύτερα να λυπάται τους λαούς που περπατάνε με το κεφάλι σκυφτό. Να μη λυπάται τους λαούς που σηκώνουν το κεφάλι περήφανα. Αυτούς τους λαούς που σηκώνουν το κεφάλι περήφανα, διεκδικούν με αξιοπρέπεια, να τους σέβεται, να τους εκτιμά και να τους θαυμάζει. Να μη τους λυπάται»…«Δεν δίνουμε έναν αγώνα μόνο στο όνομα του ελληνικού λαού, δίνουμε έναν αγώνα στο όνομα όλων των λαών της Ευρώπης που τόσα χρόνια υπομένουν μια άδικη, αντικοινωνική πολιτική λιτότητας, που οδηγεί την Ευρώπη σε αδιέξοδα»…«Γι’ αυτό και επαναλαμβάνουμε την πεποίθησή μας ότι η διαπραγμάτευση με τους εταίρους μας δεν είναι τεχνική. Είναι βαθύτατα πολιτική και μάλιστα με γεωπολιτικές προεκτάσεις».

Στις 10 Μαρτίου 2015, σχεδόν δύο μήνες μετά τις εκλογές, ο πρωθυπουργός μίλησε στη Βουλή για την διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων από το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, επιχειρώντας για άλλη μια φορά να θέσει το ζήτημα της διαγραφής του ελληνικού χρέους όπως έγινε για τη μεταπολεμική Γερμανία το 1953, πιστός στο προεκλογικό αφήγημα. «Παίρνω, επίσης, το λόγο για να τιμήσω τους αγωνιστές της ελληνικής εθνικής αντίστασης που έδωσαν τη ζωή τους για να απαλλαχθεί η χώρα μας από τη ναζιστική θηριωδία και την κατοχή. Και νωπές στη συλλογική μνήμη του λαού μας οι εικόνες και οι ήχοι των βασανιστηρίων και των εκτελέσεων στο Δίστομο και στην Καισαριανή, στα Καλάβρυτα και στη Βιάννο»…«Είναι ακόμη νωπά στη μνήμη του λαού μας τα εγκλήματα και οι καταστροφές που προκάλεσαν τα στρατεύματα του Γ’ Ράιχ σε όλο το μήκος και το πλάτος της Ελληνικής Επικράτειας αλλά και της Ευρώπης ολόκληρης. Και οι μνήμες αυτές οφείλουν να διατηρηθούν στις νεότερες γενιές. Έχουμε χρέος, ιστορικό, πολιτικό και ηθικό να τις διατηρήσουμε»…«Η Γερμανία παρά τα εγκλήματα του Γ’ Ράιχ και των χιτλερικών ορδών που κατέκαψαν τον κόσμο, παρά το ολοκληρωτικό κακό του Ολοκαυτώματος, ωφελήθηκε -και ορθώς ωφελήθηκε- από σειρά παρεμβάσεων».

Φωτο: Αλέξης Τσίπρας.

Λίγες ημέρες αργότερα, μιλώντας πάλι στη Βουλή σημείωσε μεταξύ άλλων, «η Ελλάδα έγινε για πέντε χρόνια οικονομικό πειραματόζωο. Τώρα κάποιοι επιθυμούν να γίνει και πολιτικό πειραματόζωο, ώστε να σταματήσουν εν τη γενέσει της την πολιτική αλλαγή που έρχεται… Όμως, δεν θα τα καταφέρουν»…«Η Ελλάδα των μνημονίων, της λιτότητας είναι ήδη παρελθόν. Υπάρχουν πολλοί που θέλουν να υπονομεύσουν τη διαπραγμάτευση. Δεν θα τα καταφέρουν. Και η Ευρώπη θα οδηγηθεί σε ένα δρόμο δημοκρατίας και αλληλεγγύης. Και αυτό θα είναι πραγματικότητα πολύ σύντομα. Η Ευρώπη του αυταρχισμού, η Ευρώπη της τιμωρίας, η Ευρώπη της συρρίκνωσης της δημοκρατίας θα είναι και αυτή σε λίγο παρελθόν, αν καταφέρουμε –και πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε- να κερδίσουμε αυτή τη μάχη».

Ο καιρός περνούσε με πολλά μεγάλα λόγια και χωρίς κανένα αποτέλεσμα και ο πρωθυπουργός, υποδαυλίζοντας την τακτική του ή μαζί μας ή εναντίων μας έστρεφε τα βέλη του στον «εσωτερικό εχθρό». Αν κάποιος δεν στήριζε ανεπιφύλακτα τις επιλογές της κυβέρνησης Τσίπρα τότε αυτόματα ήταν με το μέρος των δανειστών, της τρόικας, των Γερμανών.

Στις 31 Μαρτίου στη Βουλή κάλεσε τα άλλα κόμματα να διαλέξουν μεταξύ της εθνικής διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης ή αν θα είναι φερέφωνα των δανειστών. «Θα στηρίξετε αυτή την εθνική διαπραγματευτική στρατηγική για να μπει τέλος στη λιτότητα; Ή θα συνεχίσει να συμπεριφέρεστε ως φερέφωνο των πιο ακραίων πολιτικών και οικονομικών κέντρων της Ελλάδας και της Ευρώπης; Ως φερέφωνο των εμπνευστών του Μνημονίου…;».

Η «διαπραγμάτευση» Τσίπρα

Αυτό που ακολούθησε μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, ήταν μια πυρετική υπερένταση που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως διαπραγμάτευση ή κάτι που να προσομοιάζει με διαπραγμάτευση.

Ήταν ένας καταιγισμός πολεμικής ρητορικής, υπερήφανων διακηρύξεων, ατελείωτων συνεντεύξεων, συναντήσεων, θεαματικών δημόσιων δηλώσεων, συναισθηματικών εκρήξεων και μεγαλοστομιών.

Ήταν ένα θέαμα, με πολλά λόγια και καθόλου πράξεις, μια «διαπραγματευτική παράσταση» στα όρια της γραφικότητας που δόθηκε κυρίως αλλά όχι μόνο για το εγχώριο κοινό. Ένα τηλεοπτικό σόου. Στο ιδιότυπο αυτό θέαμα ξεχώρισε ο υπερ-φλύαρος, αμετροεπής, Υπουργός Οικονομικών Γιάννης Βαρουφάκης, με αμέτρητες συνεντεύξεις, πομπώδεις εκφράσεις και εξεζητημένες δηλώσεις χωρίς όμως να υστερούν σε δηλώσεις και μεγαλοστομίες και πολλά άλλα μέλη της κυβέρνησης.

Φωτο: Ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας με τον υπουργό οικονομικών Γ. Βαρουφάκη.

Η κυβέρνηση παρασύρθηκε και παγιδεύτηκε σε ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο παιχνίδι το οποίο στηρίζονταν στην εξαιρετικά απλοϊκή, ανόητη, στρατηγική, του ότι στο τέλος οι Ευρωπαίοι θα υποχωρήσουν γιατί δεν τους συμφέρει να χρεοκοπήσει η Ελλάδα και να μπει σε περιπέτειες το ευρώ. Οι δανειστές «θα δώσουν τα λεφτά στις 24 Απριλίου, γιατί δεν τους συμφέρει να διαλύσουμε την Ευρωζώνη…», δήλωνε ο Υπουργός Επικρατείας Αλέκος Φλαμπουράρης και μαζί του πολλοί άλλοι. 

Την «στρατηγική» πλαισίωνε μια ακόμα σταθερά ότι η Ελλάδα δεν θα αφεθεί να χρεοκοπήσει λόγω των γεωπολιτικών περιπλοκών που θα προκαλούσε κάτι τέτοιο. Τέλος, η κυβέρνηση αναζήτησε την νομιμοποιητική βάση για την ανατροπή των συμφωνιών που είχαν υπογράψει οι προηγούμενες κυβερνήσεις στο αμφιλεγόμενο επιχείρημα ότι με βάση το εκλογικό αποτέλεσμα ο λαός απέρριπτε τις «μνημονιακές πολιτικές» και οι εταίροι θα έπρεπε να σεβαστούν την ετυμηγορία του ελληνικού λαού.

Φωτο: Ο τότε Υπουργός Επικρατείας Αλέκος Φλαμπουράρης.

Η προσέγγιση αυτή αποτύπωνε την μεσσιανική αντίληψη ότι ο Σύριζα και μόνον αντιπροσώπευε την «πραγματική» βούληση του λαού και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις ήταν αμφισβητούμενες. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τις εκλογές της 25ής Ιανουαρίου ο Τσίπρας έκανε λόγο για την επιστροφή της δημοκρατίας στην Ελλάδα!

Τα πρώτα 24ώρα μετά τις εκλογές επικράτησε άκρατος ενθουσιασμός. Πριν καν ορκιστεί η νέα κυβέρνηση και αναγνώσει ο πρωθυπουργός τις προγραμματικές δηλώσεις πολλά στελέχη του Σύριζα και υπουργοί προχώρησαν σε ένα μπαράζ δηλώσεων με τις οποίες ανέτρεπαν τα πάντα.

Μεταξύ άλλων προανάγγειλαν την ακύρωση των ιδιωτικοποιήσεων (αεροδρόμια, λιμάνια κλπ), την ακύρωση των αλλαγών στην αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό, την επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, επαναπροσλήψεις δημοσίων υπαλλήλων, τον καθορισμός αφορολόγητου στα 12.000 ευρώ, την αντικατάσταση του ΕΝΦΙΑ και την υλοποίηση σχεδόν του συνόλου των προεκλογικών παροχών. Την 28η Ιανουαρίου αμέσως μετά την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης και των καταιγισμό των δηλώσεων – εξαγγελιών των νέων υπουργών το Χρηματιστήριο Αθηνών υποχώρησε κατά 9,24%, ο δείκτης των τραπεζικών μετοχών σημείωσε «βουτιά» κατά 26,67%, ενώ οι αποδόσεις των ομολόγων αναρριχήθηκαν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα (το 3ετές ομόλογο στο 16,5% και το 10ετές στο 10,2%).

Αίσθηση προκάλεσαν και οι δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων για το ζήτημα των κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας που έρχονταν σε αντίθεση με την κοινή ευρωπαϊκή θέση. Εν πολλοίς ξέσπασε μια διάθεση ανατροπής των πάντων.

Στις 29 Ιανουαρίου ο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου Μάρτιν Σούλτς βρέθηκε στην Αθήνα και συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό. Ο Σούλτς προέτρεψε τον Αλέξη Τσίπρα να κλείσει το συντομότερο δυνατόν την εκκρεμότητα επιμήκυνσης του προγράμματος, ώστε να μην βρεθεί η χώρα στο κενό. Παράλληλα ο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου σε συνέντευξή του τόνισε ότι «τα σχόλια που προορίζονται για πηχυαίους τίτλους δεν θα αποτελέσουν το καλύτερο εργαλείο τις επόμενες ημέρες» και κάλεσε τον Σύριζα να αντικαταστήσει τη ρητορική «από ρεαλιστικές λύσεις, αποδεκτές και από τις δυο πλευρές».

Την επόμενη ημέρα βρέθηκε στην Αθήνα ο επικεφαλής του Eurogroup Γέρουν Ντάισελμπλουμ όπου επιβεβαιώθηκε το χάσμα αντιλήψεων μεταξύ κυβέρνησης – ευρωζώνης. Μετά την συνάντηση ο πρόεδρος του Eurogroup επανέλαβε την ανάγκη ολοκλήρωσης του προγράμματος και τήρησης των συμφωνηθέντων ενώ ο Βαρουφάκης, δήλωσε στην κοινή συνέντευξη τύπου, ότι η κυβέρνηση εκλέχθηκε «στη βάση μιας αναλυτικής αμφισβήτησης της ίδιας της λογικής του εφαρμοζόμενου προγράμματος», επανέλαβε πολλές φορές ότι η κυβέρνηση απορρίπτει το πρόγραμμα, ότι πρέπει να υπάρξει μια νέα συμφωνία και κατέληξε με το περίφημο «δεν έχουμε στόχο να συνεργαστούμε με μια σαθρά δομημένη τριμερή επιτροπή», δηλαδή την τρόικα. Η σχεδόν ταπεινωτική εκδίωξη του Ντάισλμπλουμ από την Αθήνα προκάλεσε έκρηξη εθνικής υπερηφάνειας και πανηγυρισμούς στο εσωτερικό.

Φωτο: Ο τότε ο επικεφαλής του Eurogroup Γέρουν Ντάισελμπλουμ.

Την ίδια ώρα ο πρωθυπουργός επικοινωνώντας με ξένους ηγέτες εμφανίζονταν καθησυχαστικός διαβεβαιώνοντας για τις καλές προθέσεις της κυβέρνησης.

Με το χρόνο να πιέζει ασφυκτικά, καθώς η δίμηνη παράταση του ελληνικού προγράμματος ολοκληρώνονταν στις 28 Φεβρουαρίου, ο πρωθυπουργός είχε συναντήσεις με ευρωπαϊους ηγέτες επιδιώκοντας να πέσουν οι τόνοι. Στο πλαίσιο αυτό και σε μια προσπάθεια προσέγγισης των Ευρωπαίων η κυβέρνηση απάλυνε το λόγο και τις θέσεις της, τουλάχιστον στις επαφές στο εξωτερικό, για το ζήτημα της διαγραφής του χρέους, την ακύρωση των ιδιωτικοποιήσεων κ.α.

Στις 3 Φεβρουαρίου σε συνάντηση Τσίπρα με τον Ιταλό πρωθυπουργό Ματέο Ρέτσι, ο πρωθυπουργός ζήτησε χρόνο ώστε η κυβέρνηση να παρουσιάσει το σχέδιό της ενώ ο ιταλός πρωθυπουργός σημείωσε ότι αρχή αποτελεί ο σεβασμός των ευρωπαϊκών κανόνων. Ακολούθησε επίσκεψη του Υπουργού Οικονομικών Βαρουφάκη στο Βερολίνο όπου γερμανικές πηγές σημείωναν μετά την συνάντηση ότι «η νέα ελληνική κυβέρνηση δεν έχει πλήρη εικόνα των κινδύνων που υπάρχουν χωρίς δίχτυ προστασίας» ενώ ο πρωθυπουργός στην Αθήνα τόνιζε στην Κοινοβουλευτική Ομάδα ότι η Ελλάδα δεν εκβιάζει και δεν εκβιάζεται.

Τις επόμενες ημέρες συνεχίστηκαν οι αψιμαχίες με την Αθήνα να επιμένει ότι το μνημόνιο τέλειωσε και τον γερμανό υπουργό οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε να διαμηνύει ότι αν η Ελλάδα δεν θέλει το υπάρχον πρόγραμμα τότε δεν θα υπάρξει άλλο. Στο Eurogroup της 11ης Φεβρουαρίου δεν υπήρξε συμφωνία με την κυβέρνηση να υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή παράταση του Μνημονίου θέτοντας ως «κόκκινες γραμμές» τα εργασιακά, το πρωτογενές πλεόνασμα και τις ιδιωτικοποιήσεις. Οι επόμενες ημέρες κύλισαν στο ίδιο μήκος κύματος με την Αθήνα να υπογραμμίζει ότι δεν εκβιάζεται και το Βερολίνο να επαναλαμβάνει ότι το ζητούμενο είναι το εάν το πρόγραμμα διάσωσης θα ολοκληρωθεί ή όχι, απορρίπτοντας κάθε άλλη προοπτική.

Φωτο: Ο τότε γερμανός υπουργός οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

Η Ελλάδα βρίσκονταν εντελώς απομονωμένη. Ακόμα και η Κύπρος δεν υποστήριξε τις ελληνικές διαπραγματευτικής θέσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο κύπριος Υπουργός Οικονομικών Χάρης Γεωργιάδης δήλωσε μετά από το Eurogroup στις 17 Φεβρουαρίου ότι «δεν είμαι βέβαιος ποιο είναι το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης».

Στις 20 Φεβρουαρίου, μετά από έντονες παρασκηνιακές πιέσεις και απειλές, υπήρξε συμφωνία Ελλάδας – ΕΕ με την οποία η κυβέρνηση αναγνώρισε το Μνημόνιο και την ανάγκη ολοκλήρωσης της αξιολόγησής του από τους θεσμούς (όπως μετονομάστηκε η τρόικα από την κυβέρνηση). Η κυβέρνηση δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει τη συμφωνία - γέφυρα που διεκδικούσε ώστε να διαπραγματευτεί τη νέα συμφωνία χωρίς μνημόνιο αλλά έλαβε παράταση χρόνου. Αποδέχθηκε την παράταση της υφιστάμενης συμφωνίας ωστόσο τα χρήματα για τη χρηματοδότηση της Ελλάδας θα αποδεσμεύονταν μόνο μετά από την επιτυχή ολοκλήρωση της εκκρεμούς αξιολόγησης. Μετά την συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου πολλοί πίστεψαν ότι κάπου εδώ η περιβόητη «διαπραγμάτευση» Τσίπρα τελείωσε με την κυβέρνηση να προσγειώνεται στη σκληρή πραγματικότητα.

Όμως τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι η κυβέρνηση υπέγραψε τη συμφωνία μόνο και μόνο για να κερδίσει χρόνο. Υπέγραψε ένα κείμενο χωρίς να έχει την παραμικρή πρόθεση να το εφαρμόσει. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν έφερε τη συμφωνία στη Βουλή, για να αποφύγει το ρήγμα στο κόμμα, ελπίζοντας ότι τελικά θα την ανατρέψει.

Λίγες ημέρες μετά την υπογραφή ο υπουργός οικονομικών Βαρουφάκης έκανε την περίφημη δήλωση περί «δημιουργικής ασάφειας» καθώς και ότι «η συμφωνία αποτελεί το "φύλλο συκής" για να τελειώσει το μνημόνιο».

Φωτο: Ο τότε Υπουργός Οικονομικών Γ. Βαρουφάκης.

Μια εβδομάδα μετά την συμφωνία, και παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση είχε δεσμευτεί να μην προχωρήσει σε ανάκληση μέτρων ή μονομερείς αλλαγές πολιτικών και δομικών μεταρρυθμίσεων, ο Τσίπρας ανακοίνωσε την άμεση προώθηση τεσσάρων νομοσχεδίων για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών, την προστασία της 1ης κατοικίας και την επαναλειτουργία της ΕΡΤ. Επρόκειτο για νομοθετήματα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μονομερείς ενέργειες.

Στα λόγια πάντως η κυβέρνηση παρέμενε αισιόδοξη και βέβαιη για την επιτυχία της. Από το Φεβρουάριο και μετά κάθε εβδομάδα κάποιος υπουργός της κυβέρνησης δήλωνε με αυτοπεποίθηση ότι την επόμενη εβδομάδα θα έχει ολοκληρωθεί η συμφωνία. Όμως οι εβδομάδες περνούσαν άκαρπες με την κυβέρνηση να προσπαθεί να διαπραγματευτεί - ισορροπήσει μεταξύ ΕΕ και κόμματος.

Οι σχέσεις με τους εταίρους επιδεινώνονταν ραγδαία, η αβεβαιότητα εξαπλώνονταν στην οικονομία, τα κρατικά ταμεία άδειαζαν και η θέση της χώρας εξασθενούσε μέρα με τη μέρα. Το Μάρτιο συνεχίστηκε το διαπραγματευτικό κρυφτοκυνηγητό με την κυβέρνηση να φέρνει νομοσχέδια κόντρα στο πνεύμα της συμφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου (μονιμοποίηση και επαναπροσλήψεις δημοσίων υπαλλήλων), να αρνείται επίμονα τις διαβουλεύσεις με την τρόικα (οι συναντήσεις με τα τεχνικά κλιμάκια πραγματοποιούνταν στις Βρυξέλλες) ενώ χωρίς συγκεκριμένα αποτελέσματα ήταν και οι συναντήσεις του πρωθυπουργού με ευρωπαίους ηγέτες.

Η κυβέρνηση συνέχισε να στρογγυλεύει τον προεκλογικό της λόγο ή καλύτερα μαζί με τις ηρωικές και ανατρεπτικές διακηρύξεις να εμπλουτίζει το λόγο της με θέσεις πιο κοντά στην πραγματικότητα. Όμως δεν υπήρξε καμία αποφασιστική στροφή. Ο Τσίπρας προσπαθούσε να ταξιδέψει ταυτόχρονα με δυο βάρκες, αυτήν του κόμματος, και αυτήν της Ευρώπης. Προσπαθούσε να συνταιριάξει δυο πόλους που αμοιβαία απωθούνταν.

Προσπάθεια προσέγγισης

Στα τέλη Μαρτίου, ο πρωθυπουργός, επιχείρησε να προσεγγίσει ουσιαστικά τους εταίρους και να εκτονώσει την ένταση. Κατά τη συνάντησή του με την καγκελάριο της Γερμανίας Άγκελα Μέρκελ στο Βερολίνο δήλωσε μεταξύ άλλων ότι είναι λάθος και απλουστευτικό να λέμε ότι για τα προβλήματα της Ελλάδας φταίνε οι ξένοι προσθέτοντας ότι υπάρχουν ενδογενείς αιτίες για την κρίση στην Ελλάδα. «Ούτε οι Έλληνες είναι τεμπέληδες ούτε οι Γερμανοί φταίνε για τα προβλήματα της Ελλάδας», ενώ παράλληλα έριξε τους τόνους στο θέμα της διεκδίκησης των γερμανικών αποζημιώσεων.

Στην πράξη όμως δεν άλλαζαν πολλά. Στις 30 Μαρτίου η Άγκελα Μέρκελ μαζί με τον πρόεδρο της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ προειδοποίησαν ότι ο χρόνος τελειώνει καλώντας την Ελλάδα να καταθέσει το γρηγορότερο προτάσεις ενώ κοινοτικές πηγές υπογράμμιζαν ότι χρειάζονται προτάσεις βασισμένες σε στοιχεία και όχι ελπίδες.

Φωτο: Ο πρόεδρος της Γαλλίας Φ. Ολάντ, η γερμανίδα καγκελάριος Α. Μέρκελ και ο ιταλός προωθυπουργός Μ. Ρέντσι.

Το θέατρο του παραλόγου συνεχίζονταν με την Αθήνα να στέλνει λίστες με μέτρα στους εταίρους ενώ παράλληλα στο εσωτερικό προχωρούσε σε εξαγγελίες για προσλήψεις, αύξηση του αφορολόγητου κ.α. Η κατάσταση στην οικονομία επιδεινώνονταν και η Ελλάδα βρίσκονταν εντελώς απομονωμένη, δίχως την παραμικρή συμμαχία σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Στις 3 Απριλίου για να αντιμετωπίσει το οξύ πρόβλημα ρευστότητας η κυβέρνηση προχώρησε στην ψήφιση τροπολογίας με την οποία υποχρέωσε όλα τα διαθέσιμα των ΔΕΚΟ να μεταφερθούν στα δημόσια ταμεία. Επρόκειτο ουσιαστικά για μια πράξη αναγκαστικού εσωτερικού δανεισμού ενώ λίγο αργότερα υποχρέωσε και τα ασφαλιστικά ταμεία και τους δήμους να μεταφέρουν στα ταμεία του κράτους τα διαθέσιμά τους.

Την ίδια ημέρα ο πρόεδρος της Κύπρου Νίκος Αναστασιάδης δήλωνε ότι δεν θέλει να πιστεύει ότι υπάρχει κίνδυνος για Grexit προσθέτοντας όμως ότι αν συμβεί η επιρροή στην κυπριακή οικονομία θα είναι μικρή και έχουν ληφθεί όλα τα μέτρα προστασίας.

Ο καιρός περνούσε και η διαπραγματευτική λογική του «δεν τους συμφέρει να χρεοκοπήσουμε» δεν έφερνε αποτελέσματα προκαλώντας σύγχυση και νευρικότητα στην κυβέρνηση κάτι που αποτυπώνονταν στις αντικρουόμενες δηλώσεις. Ο πρωθυπουργός και ο υπουργός οικονομικών δήλωναν στο εξωτερικό ότι η Ελλάδα θα εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της στο διηνεκές και ότι θα επιταχυνθούν οι διαδικασίες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης ενώ στο εσωτερικό μέλη της κυβέρνησης έκαναν δηλώσεις για την μη πληρωμή του ΔΝΤ και ότι η ρήξη με τους εταίρους αποτελεί μια ανοιχτή επιλογή.

Η δυστοκία στις διαπραγματεύσεις, η διογκούμενη αβεβαιότητα στην οικονομία αλλά και οι πυκνές αναφορές στο ενδεχόμενο ρήξης προκάλεσαν την παρέμβαση του ΙΟΒΕ το οποίο με ανοιχτή επιστολή σημείωσε ότι «Δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία ότι μια αποχώρηση της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα είχε δραματικές συνέπειες για τη χώρα»…«Οι μακροχρόνιες επιπτώσεις, στις επόμενες γενιές, θα ήταν βαριές»…« Δεδομένου του εξαιρετικά υψηλού αυτού κόστους, αποτελεί παράδοξο να γίνεται επίκληση από οποιαδήποτε πλευρά του ενδεχόμενου μιας εξόδου, ακόμη και ως διαπραγματευτική απειλή».

Και ενώ τα ταμεία άδειαζαν, οι εβδομάδες περνούσαν δίχως συμφωνία και οι εταίροι πίεζαν ο Αλέξης Τσίπρας στις 8 Απριλίου επισκέφτηκε τη Μόσχα παρά την έκδηλη ενόχληση των ΗΠΑ και της ΕΕ, λόγω της διένεξης για την Ουκρανία.

Στη συνέντευξη τύπου μετά την συνάντησή του με τον πρόεδρο της Ρωσίας Β. Πούτιν ο Τσίπρας δήλωσε ότι «η Ελλάδα δεν είναι επαίτης να γυρνάει στις χώρες ζητώντας την επίλυση του χρηματοδοτικού της προβλήματος, για μια οικονομική κρίση, η οποία δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, είναι ευρωπαϊκή. Δεν είναι ελληνικό το πρόβλημα, είναι ευρωπαϊκό. Στο ευρωπαϊκό πρόβλημα θα βρεθεί ευρωπαϊκή λύση. Και έχουμε συνευθύνη με τους εταίρους μας να δώσουμε λύση σ’ αυτό το πρόβλημα, αλλιώς δεν θα έχει μόνο η Ελλάδα ζημία, θα έχει όλη η ευρωζώνη ζημία». Ο Τσίπρας πίεζε ασφυκτικά για πολιτική λύση επιμένοντας να απειλεί τους εταίρους για τις επιπτώσεις μιας ελληνικής χρεοκοπίας στο ευρώ και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Φωτο: Ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας με τον πρόεδρο της Ρωσίας Β. Πούτιν.

Η έντονη δυσαρέσκεια που προκάλεσε το ταξίδι στη Ρωσία, όπως καταγράφηκε στα μέσα ενημέρωσης του εξωτερικού, υποχρέωσε τον Έλληνα πρωθυπουργό σε αναδίπλωση. Την επόμενη της συνάντησής του με τον Β. Πούτιν σε ομιλία του στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Διεθνών Σχέσεων της Μόσχας ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι: «θέλω να είμαι σαφής. Για την Ελλάδα, η Ρωσία δεν αποτελεί «λύση» στις διαπραγματεύσεις που διεξάγει στο πλαίσιο της Ευρωζώνης. Το ζήτημα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου προβλήματος κρίσης στην Ευρωζώνη που είναι ευρωπαϊκό και μόνο στο πλαίσιο αυτό μπορεί να λυθεί».

Η κυβέρνηση έχοντας εγκλωβιστεί στις μεγαλοστομίες περί ακύρωσης των μνημονίων, τερματισμού της λιτότητας κ.α. αλλά και διαποτισμένη από μια έντονα αντιδυτική στάση αναζητούσε παρασκηνιακά χρηματοδότηση από διάφορες χώρες εκτός του δυτικού μπλοκ: Ρωσία, Κίνα ακόμα και το Ιράν χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Η Αθήνα όδευε με ταχύτητα σε αδιέξοδο. Στις 15 Απριλίου ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, που θεωρείται ως φίλος της χώρας μας, δήλωσε ότι η υπομονή εξαντλείται ενώ ανώνυμες κοινοτικές πηγές σημείωναν ότι αν δεν επιτευχθεί σύγκλιση μέχρι τις 24 Απριλίου η Ελλάδα θα εισέλθει σε ένα επικίνδυνο μονοπάτι από το οποίο θα είναι δύσκολο να βρεθεί διέξοδος. Μάλιστα ο υπουργός οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε σημείωνε ότι οι αγορές ήδη έχουν προεξοφλήσει οτιδήποτε συμβεί στην Ελλάδα, υπονοώντας μια χρεοκοπία ή και έξοδο από την ευρωζώνη.

Κυβερνητικές πηγές στην Αθήνα τόνιζαν ότι η κυβέρνηση δεν θα υπερβεί τις κόκκινες γραμμές και καλούσαν τους εταίρους «να συνειδητοποιήσουν το αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί η πολιτική τους». Παράλληλα ο υπουργός Επικρατείας Αλέκος Φλαμπουράρης σημείωνε ότι σε περίπτωση αδιεξόδου μπορεί να γίνει δημοψήφισμα ενώ άλλα κυβερνητικά στελέχη, όπως ο Παναγιώτης Λαφαζάνης Υπουργός Ανάπτυξης, πρόκριναν την ρήξη υποστηρίζοντας ότι σε περίπτωση μη συμφωνίας το πρόβλημα δεν θα το έχει η Ελλάδα αλλά οι δανειστές, προσθέτοντας ότι υπάρχουν και άλλες εναλλακτικές, για τη χώρα μας.

Το παιχνίδι με τη φωτιά συνεχίστηκε και τις επόμενες ημέρες. ΗΠΑ, Ευρώπη, Κίνα και άλλες χώρες πίεζαν δημόσια την Ελλάδα για την ανάγκη ολοκλήρωσης της συμφωνίας με τον πρωθυπουργό να απαντά ότι ελπίζει η Ευρώπη να μην επιλέξει τον δρόμο ενός «ανήθικου και στυγνού χρηματοδοτικού εκβιασμού».

Λόγω της έντονης αβεβαιότητας οι τράπεζες πιέζονταν από νέες μεγάλες εκροές καταθέσεων ενώ παρά τον υποχρεωτικό δανεισμό των διαθεσίμων των ΔΕΚΟ, των ασφαλιστικών ταμείων και της τοπικής αυτοδιοίκησης η κυβέρνηση ξέμενε από ρευστό. Η Ελλάδα κινδύνευε να βρεθεί σε κατάσταση αδυναμίας για την πληρωμή μισθών, συντάξεων και των απολύτως απαραίτητων δαπανών για την λειτουργία του κράτους. Με λίγα λόγια το κράτος κινδύνευε με κατάρρευση.

Στις 23 Απριλίου σχηματίστηκε μια κάποια αισιοδοξία μετά τη νέα συνάντηση του πρωθυπουργού με την Α. Μέρκελ αισιοδοξία που εξανεμίστηκε την επόμενη ημέρα κατά τη νέα συνεδρίαση του Eurogroup όπου οι υπουργοί οικονομικών της ευρωζώνης τόνισαν στον Βαρουφάκη, ότι δεν θα υπάρξει τρίτο πακέτο διάσωσης εάν δεν ολοκληρωθεί η τρέχουσα αξιολόγηση, επέρριψαν ευθύνες προσωπικά στον Βαρουφάκη ενώ ο υπουργός οικονομικών της Σλοβενίας πρότεινε να επεξεργαστεί η Ευρωζώνη σχέδιο Β για την Ελλάδα εάν δεν επιταχυνθεί η διαπραγμάτευση.

Η στρατηγική του ότι οι Ευρωπαίοι θα υποχωρούσαν καθώς δεν τους συμφέρει η Ελλάδα να χρεοκοπήσει και να μπει σε κίνδυνο το ευρώ κατέρρεε.

Η δίοδος διαφυγής και η ρήξη

Η Αθήνα έψαχνε δίοδο διαφυγής από το αδιέξοδο. Ο πρωθυπουργός προχώρησε στην αναδόμηση της διαπραγματευτικής ομάδας τοποθετώντας επικεφαλής τον αναπληρωτή Υπουργό Εξωτερικών Ευκλείδη Τσακαλώτο στη θέση του Βαρουφάκη ενώ σε συνέντευξή του ο Τσίπρας άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο διενέργειας δημοψηφίσματος.

Στο ξεκίνημα του Μάϊου υπήρξε κινητικότητα με την κυβέρνηση να εγκαταλείπει και άλλες «κόκκινες γραμμές» ωστόσο το χάσμα μεταξύ των δυο πλευρών παρέμεινε με την Αθηνά να εξακολουθεί να ελπίζει σε μια πολιτική συμφωνία της τελευταίας στιγμής.

Στο εσωτερικό οι υψηλοί τόνοι και τα μεγάλα λόγια καλά κρατούσαν! Μιλώντας στη Βουλή στις 8 Μάϊου ο Τσίπρας τόνιζε: «Όλοι αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα να επιδείξουν πολιτική βούληση και να προστατέψουν την Δημοκρατία, ως υπέρτατη αξία, στο κοινό μας σπίτι, την Ευρώπη. Αλλιώς, ο αδικημένος και ο πληγωμένος δεν θα είναι η ελληνική κυβέρνηση. Ο αδικημένος και ο πληγωμένος θα είναι η ίδια η Ευρώπη. Η Ευρώπη δεν μπορεί να αντέξει λιγότερη δημοκρατία και το έγκλημα της δημοκρατίας στον τόπο που γεννήθηκε δεν θα έχει σιγαστήρα. Κανείς δεν θα βάλει σιγαστήρα αν κάποιοι επιχειρήσουν έγκλημα και δολοφονία της δημοκρατίας στον τόπο που γεννήθηκε».

Φωτο: Ο Αλέξης Τσίπρας.

Στα μέσα Μαΐου αποκαλύφθηκε ότι στις 8 Μαΐου ο πρωθυπουργός Α. Τσίπρας απέστειλε επιστολή στους επικεφαλής της τρόικας με τους οποίους προειδοποιούσε ότι αν δεν υπάρξει χρηματοδότηση από την ευρωζώνη η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της προς το ΔΝΤ. Ακολούθησε στασιμότητα με το κλίμα να επιδεινώνεται μετά από δημοσιεύματα, σύμφωνα με τα οποία ο Βαρουφάκης ηχογράφησε τη συνεδρίαση του Eurogroup (κάτι το οποίο αργότερα παραδέχθηκε), ενώ ο ίδιος απείλησε ότι η Ελλάδα δεν θα πληρώσει τη δόση της 5ης Ιουνίου προς το ΔΝΤ.

Ο Μάιος ολοκληρώθηκε με την Αθήνα να αισιοδοξεί, τουλάχιστον δημόσια, για την επίτευξη συμφωνίας. Αντίθετα μηνύματα εξέπεμπαν οι άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ενώ στον τύπο αναλύονταν σχέδια για μια προσωρινή έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. Τον Ιούνιο πραγματοποιήθηκαν νέες επαφές του πρωθυπουργού με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά και τους ηγέτες της Γερμανίας – Γαλλίας σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί συμφωνία χωρίς αποτέλεσμα. Για άλλη μια φορά η διαπραγμάτευση βρίσκονταν στον αέρα με το ΔΝΤ να υπογραμμίζει ότι είμαστε πολύ μακριά από μια συμφωνία ενώ ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ δήλωνε ότι «είναι προφανές ότι χρειαζόμαστε αποφάσεις, όχι διαπραγματεύσεις. Φοβάμαι ότι έρχεται η ημέρα που κάποιος θα πει ότι τελείωσε το παιχνίδι».

Στον απόηχο του τελεσιγράφου Τούσκ το Σαββατοκύριακο 13-14 Ιουνίου τρεις υπουργοί της κυβέρνησης οι Γ. Δραγασάκης, Ν. Παππάς και Ευκλ. Τσακαλώτος μετέβησαν εσπευσμένα στις Βρυξέλες σε μια ύστατη προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβασμού προσπάθεια που επίσης δεν είχε αποτέλεσμα. Η κυβέρνηση βρίσκονταν σε πλήρες αδιέξοδο και απελπισμένη επιχείρησε να παίξει το τελευταίο της χαρτί: το χαρτί της ρήξης!

 

Ο πρωθυπουργός μιλώντας στην ΚΟ του Σύριζα στις 16 Ιουνίου σημείωσε ότι «η εμμονή των θεσμών σε ένα πρόγραμμα περικοπών που έχει πασιφανώς αποτύχει» είναι πιθανό «πως εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες καθώς και ένα πολιτικό σχέδιο για την ταπείνωση όχι μόνο της ελληνικής κυβέρνησης αλλά και την ταπείνωση ενός ολόκληρου λαού», ενώ άφησε ανοιχτή την προοπτική ρήξης σημειώνοντας ότι η υιοθέτηση ενός αποτυχημένου προγράμματος «χωρίς καμία απολύτως ρύθμιση του χρέους, τότε δεν αφήνεται κανένα περιθώριο επιλογής, στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, όχι μόνο στο ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο στην Ελληνική Κυβέρνηση».

Το φλερτ με την καταστροφική επιλογή της ρήξης προκάλεσε την παρέμβαση του διοικητή της ΤτΕ Γιάννη Στουρνάρα. Στις 17 Ιουνίου, παρουσιάζοντας την Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος προειδοποίησε ότι «η αποτυχία στις διαπραγματεύσεις θα είναι η αρχή μιας επώδυνης πορείας που θα οδηγήσει αρχικά σε πτώχευση και τελικά στην έξοδο της χώρας από τη ζώνη του ευρώ και – πιθανότατα – από την Ευρωπαϊκή Ένωση»…«Η Ελλάδα από ισότιμο μέλος στον πυρήνα των ευρωπαϊκών χωρών θα μετατραπεί σε μια φτωχή χώρα της Νότιας Ευρώπης».

Η παρέμβαση Στουρνάρα προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην κυβέρνηση. Ο Σύριζα με ανακοίνωσή του τόνισε ότι η παρέμβαση Στουρνάρα: «όχι μόνο ξεπερνά τα όρια της θεσμικής του ιδιότητας, αλλά προσπαθεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός ασφυκτικού πλαισίου στις κινήσεις και τα διαπραγματευτικά περιθώρια της Ελληνικής Κυβέρνησης».

Ασυνήθιστα σκληρή γλώσσα και εκφράσεις χρησιμοποιούσαν ο περισσότεροι ξένοι αξιωματούχοι ενώ η επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ δήλωσε δημόσια το ανήκουστο ότι «αυτή τη στιγμή μας λείπει ο διάλογος, είναι βασικό να τον αποκαταστήσουμε με ενήλικες στο δωμάτιο.

Φωτο: Η τότε η επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ.

Η αγωνία κορυφώνονταν. Στην Αθήνα, αλλά και σε πολλές άλλες πόλεις, πραγματοποιούνταν συγκεντρώσεις με σύνθημα Μένουμε Ευρώπη, συγκεντρώσει που ξεπήδησαν αυθόρμητα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Παράλληλα πραγματοποιούνταν φιλοκυβερνητικές συγκεντρώσεις για την απόρριψη των μέτρων και της λιτότητας.

Και ενώ η χώρα βρισκόταν αντιμέτωπη με τον κίνδυνο άτακτης χρεοκοπίας και εκδίωξης από την Ευρωζώνη στις 19 Ιουνίου ο πρωθυπουργός επέλεξε να ταξιδέψει για δεύτερη φορά στη Ρωσία όπου, μιλώντας στο Οικονομικό Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης, προχώρησε σε μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη τοποθέτηση – προαναγγελία ρήξης. «Όλοι το γνωρίζετε, τώρα, αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στη μέση μιας μεγάλης φουρτούνας. Αλλά είμαστε ένας λαός της θάλασσας που ξέρει να βγαίνει από φουρτούνες και κυρίως δεν φοβάται να ανοιχτεί σε μεγάλα πελάγη, σε καινούργιες θάλασσες προκειμένου να φτάσει σε νέα και πιο ασφαλή λιμάνια».

Ώρες μόνο μετά την ομιλία του πρωθυπουργού ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ ανακοίνωσε τη σύγκλιση έκτακτης Συνόδου Κορυφής για την Ελλάδα πραγματοποιώντας μια εξαιρετικά σκληρή και απροκάλυπτα απειλητική δήλωση – τελεσίγραφο: «Το παιχνίδι του δειλού πρέπει να τελειώσει, όπως επίσης και το παιχνίδι της επίρριψης ευθυνών γιατί δεν είναι παιχνίδι και δεν υπάρχει χρόνος για κανένα παιχνίδι. Είναι η πραγματικότητα και θα έχει συνέπειες πρώτα απ’ όλα για τον ελληνικό λαό. Στόχος της Συνόδου Κορυφής είναι να βεβαιωθούμε ότι ο ένας καταλαβαίνει τις θέσεις του άλλου και τις συνέπειες των πράξεων μας. Να φύγουν οι ψευδαισθήσεις ότι θα υπάρξει μαγική λύση. Είμαστε κοντά στο σημείο που η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να διαλέξει μεταξύ αυτού που εγώ πιστεύω ότι είναι μια καλή συμφωνία για την παροχή στήριξης ή να βαδίσει προς την πτώχευση».

Πέντε μήνες μετά τις εκλογές πλησίαζε η στιγμή της ανώμαλης προσγείωσης. Ο Τσίπρας, έχοντας στα χέρια του την τύχη της χώρας, ερχόταν αντιμέτωπος –όπως και οι προηγούμενοι πρωθυπουργοί- με τη σκληρή πραγματικότητα: ότι η Ελλάδα για να εξασφαλίσει τα χρήματα που χρειάζονταν για να μην χρεοκοπήσει και τα οποία έδιναν μόνον οι εταίροι στην ΕΕ θα έπρεπε να αποδεχθεί ένα αυστηρό πλαίσιο δημοσιονομικής πειθαρχίας και μεταρρυθμίσεων: ένα μνημόνιο.

Την Δευτέρα 22 Ιουνίου στη Σύνοδο Κορυφής η κυβέρνηση, όντας αντιμέτωπη με την χρεοκοπία και την εκδίωξη της χώρας μας από το ευρώ έκανε ένα πολύ μεγάλο βήμα για την επίτευξη συμφωνίας καταθέτοντας πρόταση που περιλάμβανε μέτρα ύψους 7,9 δις. ευρώ για να εξασφαλίσει νέα παράταση του υπάρχοντος προγράμματος. Όμως η αισιοδοξία δεν είχε διάρκεια. Την επόμενη ημέρα οι θεσμοί ζήτησαν αλλαγές στο μείγμα των μέτρων, ακολούθησαν μαραθώνιες διαβουλεύσεις ώστε να υπάρξει συμφωνία χωρίς, όμως, αποτέλεσμα.

Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές ο Τούσκ ανέφερε στον πρωθυπουργό ότι το παιχνίδι τελείωσε ενώ ο πρωθυπουργός του αντέτεινε ότι δεν πρέπει να υποτιμά μέχρι που μπορεί να φθάσει ένας λαός όταν αισθάνεται ταπεινωμένος.

Το αδιέξοδο και το δημοψήφισμα

Το απόγευμα της Παρασκευής 26 Ιουνίου η καγκελάριος της Γερμανίας παρότρυνε τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα να αποδεχθεί τη «εξαιρετικά γενναιόδωρη», όπως τη χαρακτήρισε, προσφορά των πιστωτών της χώρας, προειδοποιώντας ταυτόχρονα για τις συνέπειες στην αντίθετη περίπτωση. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρόεδρος της Γαλλίας αλλά και άλλοι ευρωπαϊοι ηγέτες.

Φωτο: Η τότε καγκελάριος της Γερμανίας Α. Μέρκελ.

Λίγες ώρες μετά ο πρωθυπουργός προχώρησε στην προκήρυξη δημοψηφίσματος για την 5η Ιουλίου με ερώτημα την αποδοχή ή όχι της πρότασης των δανειστών. Παράλληλα ζήτησε «ολιγοήμερη παράταση του προγράμματος, προκειμένου ο Ελληνικός λαός να αποφασίσει, ελεύθερος από πιέσεις και εκβιασμούς», αίτημα που απορρίφθηκε από το Eurogroup. Η Ελλάδα βρέθηκε εκτός προγράμματος η ΕΚΤ διεμήνυσαν ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί η χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών και την Κυριακή 28 Ιουλίου η κυβέρνηση ανακοίνωσε την επιβολή κεφαλαιακών περιορισμών στις τράπεζες κάτι που δεν είχε προηγούμενο εδω και πολλές δεκαετίες.

Πέντε μήνες μετά τις εκλογές και την επαναδιαπραγμάτευση για την οποία διαβεβαίωνε ότι δεν υπάρχει ούτε μια στο εκατομμύριο να μην πετύχει ο Τσίπρας μετέφερε την ευθύνη της επιλογής στους πολίτες, αφού οδήγησε τη χώρα σε αδιέξοδο

Σε διάγγελμά του τόνισε ότι οι προτάσεις των θεσμών «δεν είναι μια βιώσιμη και επωφελής συμφωνία για όλα τα μέρη, αλλά η ταπείνωση ολόκληρου του ελληνικού λαού»… «Στο εκβιαστικό τελεσίγραφο για την αποδοχή από τη μεριά μας μιας αυστηρής και ταπεινωτικής λιτότητας δίχως τέλος και χωρίς προοπτική να ορθοποδήσουμε ποτέ κοινωνικά και οικονομικά, σας καλώ να αποφασίσετε κυρίαρχα και περήφανα, όπως η ιστορία των Ελλήνων προστάζει».

Η άτακτη υποχώρηση

Το δημοψήφισμα αποτέλεσε την τελευταία στάση στο ταξίδι στον κόσμο του φαντασιακού και των μαγικών λύσεων, τουλάχιστον για την κυβέρνηση Σύριζα - ΑΝΕΛ.

Σύμφωνα με την κυβέρνηση το αδιέξοδο θα μπορούσε να ξεπεραστεί, η διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας να ενισχυθεί και μια καλύτερη συμφωνία να επιτευχθεί αρκεί οι πολίτες, ο λαός, να ψήφιζε το μεγάλο, περήφανο, Όχι! Το πώς ακριβώς θα ενδυνάμωνε την κυβέρνηση ένα δημοψήφισμα, μόλις πέντε μήνες μετά την εκλογική της νίκη με την οποία είχε λάβει ξεκάθαρη λαϊκή εντολή για την ακύρωση των μνημονίων και τον τερματισμό της λιτότητας, δεν εξηγήθηκε πότε.

Με κάποιο αόριστο τρόπο η κυβέρνηση πίστευε ότι το όχι, θα την ισχυροποιούσε.

Το όχι στο δημοψήφισμα, υποστήριζε η κυβέρνηση, θα της έδινε την δύναμη να επιτύχει μια καλύτερη συμφωνία από αυτή που προτάθηκε από τους εταίρους στις 25 Ιουνίου και η οποία απορρίφθηκε από την ελληνική πλευρά. Παράλληλα κυβερνητικά στελέχη διαβεβαίωναν ότι την επόμενη ημέρα του δημοψηφίσματος ανεξαρτήτου αποτελέσματος θα είχαμε σίγουρα συμφωνία ενώ χαρακτήριζαν τρομοκρατικές και προπαγανδιστικές τις αναλύσεις, που μετέδιδαν με ένταση τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ότι η επικράτηση του «Όχι» θα έθετε σε κίνδυνο την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.

Η κυβέρνηση υπογράμμιζε ότι το «Όχι» στο δημοψήφισμα δεν αποτελούσε ούτε όχι στο ευρώ, ούτε όχι στην Ευρώπη διαβεβαιώνοντας ότι δεν υπήρχε κανένας απολύτως κίνδυνος για την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.

Η επόμενη μέρα «ενός περήφανου όχι στην υποτέλεια, στην αναξιοπρέπεια, θα είναι μια μέρα που θα βρει τη χώρα μας με πολύ πιο ενισχυμένη τη διαπραγματευτική της δυνατότητα, αλλά θα είναι ταυτόχρονα και η ώρα της αλήθειας για του πιστωτές. Θα είναι η ώρα που θα καταλάβουν ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να παραδοθεί, ότι η Ελλάδα δεν είναι παιχνίδι που τελείωσε», δήλωνε ο πρωθυπουργός.

Οι διαβεβαιώσεις για την δύναμη του «Όχι» και την επίτευξη καλύτερη συμφωνίας ήταν σχεδόν πανομοιότυπες με τις προεκλογικές διαβεβαιώσεις ότι η πρόταση του Σύριζα προς τους ευρωπαίους για τον τερματισμό της λιτότητας δεν υπήρχε περίπτωση να μην γίνει δεκτή.

Φωτο: Αλέξης Τσίπρας.

Ο υπουργός οικονομικών Βαρουφάκης σε γραπτή του δήλωσή του, για την ανάγκη επικράτησης του «Όχι» στο δημοψήφισμα, υποστήριξε ότι «από την στιγμή που ανακοινώσαμε το δημοψήφισμα, η επίσημη Ευρώπη έχει σηματοδοτήσει εμπιστευτικά πως είναι έτοιμη να συζητήσει την αναδιάρθρωση του χρέους», ενώ δυο ημέρες πριν τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος υποστήριξε ότι: «Από τότε που αναγγείλαμε τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος και ενοχλήσαμε τους Ευρωπαίους εταίρους μας είχαμε τις πιο ενδιαφέρουσες προτάσεις να έρχονται από τις Βρυξέλλες. Ενδεχομένως αυτό το δημοψήφισμα και το αδιέξοδο που αντιπροσωπεύει, συγκέντρωσε αρκετά μυαλά στις Βρυξέλλες και είχαμε ορισμένες πολύ καλές προτάσεις. Προτάσεις που θα υπογράφαμε».

Ο ισχυρισμός Βαρουφάκη δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα. Απλά έλεγε ψέμματα.

Στην ΕΕ η αναγγελία του δημοψηφίσματος προκάλεσε σύγχυση. Υπογραμμίστηκε ότι η πρόταση της 25ης Ιουνίου δεν υπάρχει πια, ότι η Ελλάδα ήταν χωρίς πρόγραμμα χρηματοδότησης και ότι η επικράτηση του «Όχι» δεν θα βοηθούσε τη χώρα. O πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιούνκερ δήλωσε ότι μια ψήφος υπέρ του Όχι στο δημοψήφισμα θα αποδυνάμωνε δραματικά τη θέση της Ελλάδας στις διαπραγματεύσεις, ενώ ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μάρτιν Σούλτς σημείωσε ότι το πραγματικό διακύβευμα του δημοψηφίσματος είναι το ευρώ, δηλώσεις που από κυβερνητικούς κύκλους χαρακτηρίστηκαν ως ωμή παρέμβαση στα εσωτερικά της χώρας.

Στο εσωτερικό επικράτησε έντονη αντιπαλότητα και διχασμός με τους υποστηρικτές του «Ναι» να προειδοποιούν για τις καταστροφικές συνέπειες του Όχι και με τους υποστηρικτές του Όχ», και την κυβέρνηση, να τους κατηγορούν για τρομοκρατία.

Την Κυριακή 5 Ιουλίου το «Όχι» στο δημοψήφισμα θριάμβευσε, συγκεντρώνοντας το 61,31% των ψήφων. Σύριζα και Τσίπρας θριάμβευσαν για άλλη μια φορά.

Ωστόσο οι πανηγυρισμοί του κόσμου και των υποστηρικτών του Όχι δεν κράτησαν παρά ώρες. Μετά την γνωστοποίηση του αποτελέσματος, το βράδυ της Κυριακής, στο Μέγαρο Μαξίμου επικρατούσε, σύμφωνα με μαρτυρίες, απόλυτη θλίψη και αμηχανία για την διαχείριση του αποτελέσματος.

Ακολούθησε άτακτη υποχώρηση.

Νωρίς το πρωί της Δευτέρας 6 Ιουλίου ο Βαρουφάκης παραιτήθηκε (είχε δηλώσει ότι θα παραιτούνταν αν επικρατούσε το «Ναι») ενώ τη θέση του Υπουργού Οικονομικών ανέλαβε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος. Το μεσημέρι συνεδρίασε σε βαρύ κλίμα το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας όπου στο κοινό ανακοινωθέν τονίζονταν ότι η πρόσφατη ετυμηγορία του ελληνικού λαού δεν συνιστά εντολή ρήξης αλλά εντολή συνέχισης της διαπραγμάτευσης. Στη συνάντηση των πολιτικών αρχηγών ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι δεν τίθεται ζήτημα αμφισβήτησης της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας, ότι θα κινηθεί άμεσα για την επίτευξη συμφωνίας και τόνισε την ετοιμότητα της Αθήνας να αποδεχθεί την πρόταση των θεσμών.

Φωτο: ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας με τον Δημήτρη Τζανακόπουλο και τον Νίκο Παππά.

Την ίδια ημέρα ο Τσίπρας επικοινώνησε τηλεφωνικά, μετά από διό του αίτημα με τον πρόεδρο της Ρωσίας Β. Πούτιν. Δεκαέξι μήνες μετά γαλλικές πληροφίες υποστήριζαν ότι ο Β. Πούτιν ενημέρωσε τον Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ ότι «η Ελλάδα ζήτησε από εμάς να τυπώσουμε δραχμές στη Ρωσία. Ηθελα να σου δώσω αυτή την πληροφορία για να καταλάβεις ότι δεν επιθυμούμε καθόλου κάτι τέτοιο».

Με τις τράπεζες κλειστές, λόγω της ειδικής τραπεζικής αργίας για την επιβολή των κεφαλαιακών περιορισμών, τα κρατικά ταμία άδεια, δίχως πρόγραμμα χρηματοδότησης και δίχως την παραμικρή εναλλακτική επιλογή η κυβέρνηση βρίσκονταν στο έλεος των εταίρων. Η χώρα όδευε προς μια ταπεινωτική, ιστορική, συντριβή.

Την Τρίτη 7 Ιουλίου πραγματοποιήθηκε νέα Σύνοδος Κορυφής όπου παρουσιάστηκε στον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα το σχέδιο Β της Κομισιόν 1.000 σελίδων για την αντιμετώπιση της εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη και την παροχή βοήθειας για την αντιμετώπιση της συνακόλουθης ανθρωπιστικής κρίσης στη χώρα μας. Χωρίς περιστροφές οι εταίροι έδειχναν στην Ελλάδα την πόρτα της εξόδου.

Μετά τη Σύνοδο ακολούθησε μπαράζ δραματικών δηλώσεων ευρωπαίων ηγετών και αξιωματούχων που μιλούσαν για έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ και για το σχέδιο αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης που θα επακολουθούσε παγώνοντας το αίμα στην Αθήνα και όλη τη χώρα. Ο πρόεδρος της Κομισιόν Γιούνκερ δήλωσε ότι «δεν αποκλείω κανένα σενάριο, ούτε το χειρότερο, προσθέτοντας ότι η Επιτροπή έχει επεξεργαστεί σχέδιο για Grexit σε όλη του την έκταση». Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ σημείωσε ότι: «δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το μαύρο σενάριο και πρέπει να συζητηθούν οι επιπτώσεις του μαύρου σεναρίου για όλη την ΕΕ και τις πιθανές ανθρωπιστικές ανάγκες της Ελλάδας, γι' αυτό ήταν απολύτως δικαιολογημένη η σύγκληση των 28 χωρών». Ο πρόεδρος της Γαλλίας Φ. Ολάντ προειδοποίησε ότι «χωρίς συμφωνία, οι παρενέργειες θα είναι πολύ σοβαρές» ενώ η καγκελάριος της Γερμανίας τόνισε ότι «έχουμε ελάχιστες ημέρες, αν όχι ώρες ώστε να βρούμε μία λύση», προσθέτοντας ότι η Ελλάδα θα χρειαστεί μια νέα πολυετή συμφωνία με περισσότερα μέτρα».

Φώτο: Ο τότε πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ.

Η κυβέρνηση του Σύριζα βρισκόταν αντιμέτωπη με το αδιανόητο. Αυτό που θεωρούσε αδύνατο και διαβεβαίωνε τους πολίτες ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να συμβεί: τον εξοστρακισμό της χώρας από την Ευρώπη.

Το Grexit δεν αποτελούσε πλέον ένα κινδυνολογικό σενάριο αλλά βρίσκονταν προ των πυλών. Για πρώτη φορά ορίστηκε Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ (την Κυριακή 12 Ιουλίου) για την Ελλάδα για να συζητηθεί το ενδεχόμενο εξόδου της χώρας μας από την ευρωζώνη και την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας! Μετά από αυτά δόθηκε παράταση λίγων ημέρων στην Ελλάδα ώστε η κυβέρνηση να παρουσιάσει ένα αποδεκτό από την ευρωζώνη σχέδιο, το αργότερο μέχρι το Σάββατο 11 Ιουλίου, ώστε να αποφύγει το μοιραίο.

Η Αθήνα τις επόμενες ημέρες θα έτρεχε νυχθημερόν για να παρουσιάσει μια συμφωνία αποδεκτή από τους εταίρους. Όμως δεν ήταν πια εντελώς μόνη. Γαλλία, Ιταλία και Κύπρος αντιτάχθηκαν ανοιχτά στην πρόταση Σόιμπλε για την προσωρινή αποχώρηση της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, ωστόσο οι 15 υπόλοιπες χώρες μέλη δεν έφεραν αντίρρηση.181 Στην δύσκολη προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης για την διαμόρφωση ενός αποδεκτού πακέτου μέτρων και μεταρρυθμίσεων και την επίτευξη συμφωνίας βοήθησε σημαντικά ομάδα Γάλλων εμπειρογνωμόνων.

Στις 8 Ιουλίου ο Υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος απέστειλε επιστολή στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμού Σταθερότητας (European Stability Mechanism - ESM) με την οποία η Ελλάδα ζητούσε και τυπικά μια νέα δανειακή σύμβαση. Ένα νέο μνημόνιο. Στην επιστολή ανέφερε την αποφασιστικότητα της κυβέρνηση να λάβει μέτρα και να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας τονίζοντας ότι «η Ελλάδα είναι αποφασισμένη να τηρήσει τις οικονομικές της υποχρεώσεις προς όλους τους πιστωτές της πλήρως και εγκαίρως»… «Επαναδιατυπώνουμε την δέσμευση της Ελλάδας να παραμείνει μέλος της ευρωζώνης και να σεβαστεί τους κανόνες και τις ρυθμίσεις ως κράτος μέλος».

Και το Μνημόνιο Τσίπρα - Καμμένου

«Εδώ κινδυνεύουμε να ανατιναχτεί το κράτος, δεν μιλάμε για Grexit, μιλάμε για άτακτη χρεοκοπία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται»…«ανάμεσα σε μια κακή και μια καταστροφική επιλογή είμαστε υποχρεωμένοι να επιλέξουμε το πρώτο».

Τα παραπάνω θα μπορούσε κάλλιστα να τα έχει πει ο Γ. Παπανδρέου το 2011 ή ο Α. Σαμαράς το 2012, ωστόσο, ειπώθηκαν το καλοκαίρι του 2015. Ειπώθηκαν από τον Α. Τσίπρα λίγες μόνο ημέρες μετά το θρίαμβο του «Όχι» στο δημοψήφισμα, το οποίο υποτίθεται θα ενδυνάμωνε την θέση της Ελλάδας στη διαπραγμάτευση.

Τα ηρωικά «η Ελλάδα δεν παραδίδεται» και οι άλλες πολεμικές ιαχές σίγησαν. Το 3ο Μνημόνιο, το μνημόνιο Τσίπρα ήταν προ του πυλών.

Μιλώντας στη Βουλή στις 11 Ιουλίου 2015 ο πρωθυπουργός τόνισε ότι «αποφασίσαμε, λοιπόν, με υψηλή αίσθηση της ευθύνης και γνωρίζοντας την κρισιμότητα της απόφασης αυτής, να αποτρέψουμε ένα πολιτικό Grexit με οικονομική πρόφαση». «Το παραδεχόμαστε, πήγαμε σε ένα δύσκολο συμβιβασμό με ένα πρόγραμμα υφεσιακό, διότι στην παρούσα φάση, στους δυσμενείς σημερινούς πολιτικούς συσχετισμούς στην Ευρώπη, δεν είχαμε άλλη επιλογή».

 

Με τη χώρα χρεοκοπημένη, τα κρατικά ταμεία άδεια, και τις τράπεζες κλειστές ο Τσίπρας ασφαλώς δεν είχε άλλη επιλογή. Ακριβώς όπως και οι προηγούμενοι πρωθυπουργοί. «Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν είχαμε υπολογίσει το μέγεθος της αντίδρασης από τους συντηρητικούς κύκλους της Ευρώπης και ενδεχομένως να είχαμε υπερτίμηση τη δυναμική της πολιτικής αλλαγής. Υπερτιμήσαμε τη δύναμη του δίκαιου και υποτιμήσαμε τη δύναμη του χρήματος και των τραπεζών. Είχαμε την εκτίμηση ότι η πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα θα δημιουργήσει ένα ντόμινο εξελίξεων σε όλη την Ευρώπη, δεν το είδαμε αυτό, είδαμε μια αντισυσπείρωση».

Εν τέλει μετά από έξι μήνες διαπραγμάτευσης ως κυβέρνηση, και μετά από 5 και πλέον χρόνια στείρας αντιμνημονιακής ρητορικής ως αντιπολίτευση, ο Τσίπρας προσγειώθηκε βίαια στην ανώμαλη επιφάνεια της πραγματικότητας. Αναγνώρισε τους περιορισμούς, το συσχετισμό δυνάμεων και τις μικρές διαπραγματευτικές δυνατότητες μιας χώρας ανήμπορης να ανταποκριθεί στις βασικές δαπάνες για να λειτουργεί στοιχειωδώς. Μιας χώρας αντιμέτωπης όχι με κατάρρευση αλλά με την ανατίναξη του κράτους! Ο πρωθυπουργός συνειδητοποίησε, χονδρικά, όλα όσα έλεγαν το προηγούμενο διάστημα και τα προηγούμενα χρόνια πολιτικοί, ακαδημαϊκοί, επιχειρηματίες, φορείς, δημοσιογράφοι και πολλοί άλλοι που είχαν στιγματιστεί ως μνημονιακοί και λοιδορηθεί ως «γερμανοτσολιάδες», «μερκελιστές», «προδότες» κ.α.

«Η έξοδος από το ευρώ θα ήταν μια ανείπωτη καταστροφή», δήλωσε ο Α. Τσίπρας.

Την Παρασκευή 14 Αυγούστου, μια ημέρα πριν την μεγάλη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου, η κυβέρνηση με διαδικασίες εξπρές (τις οποίες ως αντιπολίτευση ο Σύριζα χαρακτήριζε ως αντιδημοκρατικές) και σε ένα μόνο άρθρο έφερε προς ψήφιση την νέα δανειακή σύμβαση, το 3ο μνημόνιο! Αργά τα μεσάνυχτα το σχέδιο νόμου: «Κύρωση του Σχεδίου Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και ρυθμίσεις για την υλοποίηση της Συμφωνίας Χρηματοδότησης» εγκρίθηκε ως νέος νόμος του κράτους. Υπέρ της συμφωνίας ψήφισαν συνολικά 222 βουλευτές. Κανένα άλλο μνημόνιο δεν είχε εγκριθεί με τόσο μεγάλη πλειοψηφία από το κοινοβούλιο. Ωστόσο 44 βουλευτές του Σύριζα δεν ψήφισαν το νομοσχέδιο και η κυβέρνηση ουσιαστικά απώλεσε την πλειοψηφία του κοινοβουλίου. Η υπερψήφιση της συμφωνίας με την οποία αποφευχθεί η «ανατίναξη του κράτους» πραγματοποιήθηκε με τις ψήφους της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι δηλαδή τα κόμματα που Σύριζα και ΑΝΕΛ κατηγορούσαν ως «προδότες» και εντολοδόχους των δανειστών. Λίγο μετά ο Σύριζα διασπάστηκε, με την δημιουργία της Λαϊκής Ενότητας του Παναγιώτη Λαφαζάνη η οποία υποστήριζε τη ρήξη και την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ.

Με το 3ο μνημόνιο, το μνημόνιο Τσίπρα - Καμμένου, η χώρα εξασφάλιζε χρηματοδότηση περίπου 85 δις. ευρώ μέχρι το καλοκαίρι του 2018 ενώ η χώρα θα έπρεπε να λάβει νέα περιοριστικά μέτρα ύψους 10 δις. ευρώ και να προχωρήσει σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και σε ιδιωτικοποιήσεις ύψους 50 δισ. ευρώ. Μετά την «διαπραγμάτευση» όχι μόνο έπρεπε να ληφθούν μέτρα κατά πολύ υψηλότερα αυτών που θα χρειάζονταν για να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση (και το 2ο μνημόνιο), αλλά η χώρα παρέμεινε σε καθεστώς μνημονίων και αυστηρού ελέγχου, η μόνη στην Ευρωζώνη.

Φωτο: Αλέξης Τσίπρας - Πάνος Καμμένος.

Τι περιλάμβανε το νέο μνημόνιο; Πληθώρα φορολογικών μέτρων (με την μονιμοποίηση του ΕΝΦΙΑ και παγίωση των εσόδων του ανεξάρτητα από τις τιμές των ακινήτων, την αύξηση της εισφοράς κοινωνικής αλληλεγγύης, την αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ σε αγαθά και υπηρεσίες, αύξηση φόρων για αγρότες και ελεύθερους επαγγελματίες κ.α.), την απελευθέρωση τομέων της οικονομίας (ενέργειας – φυσικού αερίου, φορτηγά αυτοκίνητα, τουριστικά λεωφορεία, τουριστικά επαγγέλματα κ.α.), μεταρρύθμιση ασφαλιστικού (περικοπή κρατικής συμμετοχής, ενοποίηση ταμείων, αύξηση ορίων συνταξιοδότησης, σταδιακή κατάργηση πρόωρων συντάξεων κ.α.), παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας ώστε να καταστεί πιο ευέλικτη, την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, την δημιουργία ειδικού ταμείου για αποκρατικοποιήσεις ύψους 50 δις. ευρώ κ.α. Περιλάμβανε επίσης δράσης για την μείωση των δαπανών (μείωση αμυντικών δαπανών), για την ριζική αναδιάρθρωση του κράτους, την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, την εφαρμογή της νέας εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ (άνοιγμα των επαγγελμάτων του μηχανικού, του συμβολαιογράφου, του δικαστικού επιμελητή και του αναλογιστή, απλοποίηση της αδειοδότησης επιχειρήσεων, απελευθέρωση της αγοράς γάλακτος, η απελευθέρωση της λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων τις Κυριακές, παρεμβάσεις στο χονδρικό εμπόριο, κατασκευές, ηλεκτρονικό εμπόριο και μεταποίηση, μείωση της γραφειοκρατία κ.α.). Και πολλά άλλα. Επίσης με τη συμφωνία η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να ακυρώσει ή να τροποποιήσει σημαντικά νόμους που θεσμοθετήθηκαν μονομερώς το 2015.

«Είναι εξαιρετικό κατόρθωμα, από τη μία οι Έλληνες να απορρίπτουν ένα κείμενο, με φόντο μια αντιευρωπαϊκή προπαγάνδα, και έναν μήνα μετά η ελληνική κυβέρνηση να προτείνει ένα κείμενο πολύ πιο σκληρό απ’ αυτό που απέρριψε ο ελληνικός λαός. Είναι πραγματικό κατόρθωμα», ανέφερε ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζ. Κ. Γιούνκερ.

Υπήρχε Plan B;

«Θέλω να ομολογήσω ότι η μεγάλη διάψευση για μένα δεν έγινε στη σύγκρουση και την τελική συμφωνία. Η μεγάλη διάψευση για μένα ήταν όταν ήρθε κάποια στιγμή ο τότε υπουργός οικονομικών ο Βαρουφάκης και μου μετέφερε το μήνυμα του Σόιμπλε για συντεταγμένη έξοδο από το ευρώ και την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα και τότε συνειδητοποίησα ότι αυτό είναι το σχέδιο του αντιπάλου και μάλιστα του πιο σκληρού αντιπάλου», σημείωνε ο Τσίπρας τον Αύγουστο 2015.

Υπήρχε σχέδιο της κυβέρνησης να μας οδηγήσει εκτός ευρωζώνης; Υπήρχε Plan B; Πρόκειται για ερώτημα που θα απαντηθεί από τους αναλυτές και τους ιστορικούς στο μέλλον. Όμως παρά τις αλλοπρόσαλλές δηλώσεις, τις αυτοκαταστροφικές κινήσεις και επιλογές δεν φαίνεται ότι ο Τσίπρας είχε στο μυαλό του ή πολύ περισσότερο επεδίωκε κάτι τέτοιο. «Κοιτάξτε τι γίνεται γύρω μας: πόλεμος στην Ουκρανία, πόλεμος στη Συρία, διάλυση της Λιβύης, επέλαση τζιχαντιστών, κύματα προσφύγων. Που θα πάει η χώρα; Δεν ήταν ποτέ επιλογή μου να φύγουμε από την Ευρώπη», δήλωνε στο τέλος Αυγούστου.

Το πιθανότερο είναι ότι για μεγάλο διάστημα η κυβέρνηση πίστευε ότι πράγματι μπορούσε να αποσπάσει μια πολύ καλύτερη συμφωνία από τους ευρωπαίους στη λογική του «δεν τους συμφέρει να χρεοκοπήσουμε». Όσο περνούσε ο καιρός η κυβέρνηση απουσία σοβαρού σχεδίου και εγκλωβισμένη στις αφελείς βεβαιότητες, τις μεγάλες υποσχέσεις και τη συγκρουσιακή προδιάθεσή της, κατέφευγε σε ολοένα και πιο αντιφατικές κινήσεις, σε προπαγανδιστικά - επικοινωνιακά τεχνάσματα και στη διγλωσσία. Όταν το αδιέξοδο πλησίαζε με ταχύτητα επιχείρησε κάποιες τελευταίες απελπισμένες κινήσεις: την αναζήτηση χρηματοδότησης από τρίτες χώρες και την απειλή ρήξης όπως διατυπώθηκε στη φράση του πρωθυπουργού για νέα ασφαλή λιμάνια. Τον Μάιο του 2015 φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκε μυστική σύσκεψη στην κυβέρνηση για να διαπιστωθούν οι «αντοχές» της χώρας σε μια ενδεχόμενη οριστική ρήξη με τους εταίρους.

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης παραδέχθηκε λίγο πριν την εκλογική αναμέτρηση της 20ης Σεπτεμβρίου 2015 ότι η κυβέρνηση προσπάθησε να βρει χρήματα από τρίτες χώρες ώστε να μπορέσει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και να συνεχίσει την διαπραγμάτευση προσπάθεια που δεν είχε θετική κατάληξη.

Φωτο: Ο τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης.

Ο Πάνος Καμμένος, πρόεδρος των ΑΝΕΛ και υπουργός άμυνας στην κυβέρνηση Τσίπρα, παραδέχθηκε ότι υπήρξαν προσπάθειες και συζητήσεις για να βρεθεί εναλλακτική χρηματοδότηση και η Ελλάδα να προχωρήσει στην έκδοση εθνικού νομίσματος ωστόσο «μας πούλησαν όλοι αυτοί που έλεγαν ότι θα μας βοηθήσουν. Δεν είχαμε ούτε Ρούβλια, ούτε άλλο ξένο νόμισμα»… «όταν ήρθε η ώρα που θα χρειαζόταν να στείλουμε τα C-130 να πάρουν τις παλέτες με τα χρήματα που θα ήταν ουσιαστικά η εγγύηση για ένα νόμισμα, όλοι έκαναν τους τρελούς».

Η οπορτουνιστική, ασυνάρτητη, πορεία της κυβέρνησης Σύριζα – ΑΝΕΛ κορυφώθηκε με την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, όπου μετά την πανηγυρική απόρριψη της πρότασης των θεσμών, η κυβέρνηση έτρεχε άρον άρον για να υπογράψει ένα νέο Μνημόνιο για να μην βρεθεί η χώρα εκτός Ευρώπης.

Μπορεί να μην υπήρχε, κατά τη γνώμη μου, σχέδιο της κυβέρνησης για να οδηγήσει τη χώρα εκτός ευρώ αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν δυνάμεις εντός της κυβέρνησης που επιθυμούσαν την ρήξη για ιδεοληπτικούς λόγους ή προσδοκώντας προσωπικά οφέλη. Ο Παναγιώτης Λαφαζάνης για παράδειγμα, που ήταν υπουργός της κυβέρνησης Τσίπρα, μιλούσε ανοιχτά για την αποχώρηση τη χώρας από την ευρωζώνη υπογραμμίζοντας ότι «υπάρχει ζωή και έξω από την ευρωζώνη».

Φωτο: Ο τότε Υπουργός Ανάπτυξης Παναγιώτης Λαφαζάνης.

Ο υπουργός Οικονομικών Βαρουφάκης, φαίνεται ότι επίσης επεδίωκε διακαώς την ρήξη. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης – τραγέλαφος λειτούργησε υπονομευτικά, διέλυσε την όποια αξιοπιστία της κυβέρνησης και γκρέμισε κάθε γέφυρα επικοινωνίας. Δεν είναι εύκολο να παρακολουθήσει κανείς, με όλον αυτό τον τεράστιο όγκο δηλώσεων, τι είπε ο Βαρουφάκης. Το βέβαιο είναι ότι δεν είχε καμία δυσκολία να λέει το οτιδήποτε για κάθε περίσταση.

Στις 12 Ιανουαρίου 2015, λίγες ημέρες πριν τις εκλογές, ο Βαρουφάκης δήλωνε ότι το ενδεχόμενο η ΕΚΤ να διακόψει τη ρευστότητα προς τις ελληνικές τράπεζες τόσο πιθανό «όσο να μην ανατείλει αύριο ο ήλιος». Όταν η διακοπή της ρευστότητας πραγματοποιήθηκε λίγους μήνες μετά δήλωνε με άνεση «σας λέω ευθαρσώς δεν είχα καμία αμφιβολία ότι η αντίδραση των εταίρων θα ήταν να μας κλείσουν τις τράπεζες» και κατηγορούσε την ΕΚΤ και την Ευρώπη για εκβιασμό. Στις 5 Απριλίου δήλωνε με αφορμή την αποπληρωμή της οφειλής της χώρας προς το ΔΝΤ ότι η Ελλάδα θα εκπληρώνει «τις υποχρεώσεις της στο διηνεκές». Δέκα ημέρες μετά δήλωσε ότι «εάν οι υποστηρικτές της σκληρής γραμμής λιτότητας στην Ευρώπη δεν υποκύψουν, η Ελλάδα δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να αθετήσει τις επικείμενες πληρωμές της για το χρέος». Το Μάιο του 2015 δήλωσε ότι αν γίνονταν δημοψήφισμα θα αφορούσε το ευρώ και στις 28 Ιουνίου διαβεβαίωνε ότι το δημοψήφισμα δεν αφορά τη συμμετοχή της χώρας στο ευρώ. Στις 28 Ιουνίου μιλώντας στο ραδιόφωνο του BBC παραδέχθηκε ότι εξετάζεται η επιβολή κεφαλαιακών περιορισμών, λίγες ώρες μετά το διέψευσε τονίζοντας ότι η κυβέρνηση είναι αντίθετη σε κάτι τέτοιο και λίγα 48ώρες μετά η κυβέρνηση ανακοίνωσε την επιβολή των capital controls στις τράπεζες.

Αυτά και άλλα πολλά καμώματα του Βαρουφάκη διέλυσαν την εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση και οδήγησαν την επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστιάν Λαγκάρντ να κάνει την περίφημη, εξαιρετικά ταπεινωτική προς τη χώρα μας, δήλωση: «για να γίνει διάλογος πρέπει να υπάρχουν ενήλικες στο δωμάτιο».

Λίγες ημέρες πριν το δημοψήφισμα ο Βαρουφάκης δήλωνε ότι από τι στιγμή που ανακοινώθηκε το δημοψήφισμα η επίσημη Ευρώπη έχει σηματοδοτήσει εμπιστευτικά πως είναι έτοιμη να συζητήσει την αναδιάρθρωση του χρέους και πως οι εταίροι είχαν στείλει νέες προτάσεις τις οποίες θα υπογράφαμε. Λίγο πριν το δημοψήφισμα, με τις τράπεζες κλειστές λόγω των capital controls, δήλωνε κατηγορηματικά ότι 48 ώρες μετά το δημοψήφισμα οι τράπεζες θα ανοίξουν.

Τα αδίστακτα αυτά ψέματα προφανώς είχαν σκοπό να υφαρπάξουν ψήφους υπέρ του Όχι. Ερωτηματικά δημιουργεί η σπουδή του πρώην Υπουργού, νωρίς το βράδυ της Κυριακής του δημοψηφίσματος αμέσως μόλις φάνηκε η σαρωτική επικράτηση του όχι, να προχωρήσει σε δηλώσεις, πριν τοποθετηθεί ο πρωθυπουργός, που έμοιαζαν με διάγγελμα προάγγελο ρήξης. Όπως σημείωσε ο Βαρουφάκης ο ελληνικός λαός είπε όχι στην υποκρισία ότι η πτώχευση του ελληνικού δημοσίου μπορούσε να ξεπεραστεί με νέα μη βιώσιμα δάνεια που θα πλήρωναν οι ασθενέστεροι οικονομικά Έλληνες. Επανέλαβε ότι οι δυο διαπραγματευτικοί στόχοι της κυβέρνησης ήταν ο τερματισμός της λιτότητας και η αναδιάρθρωση του μη βιώσιμου χρέους, ότι οι δανειστές στα δυο αυτά θέματα αρνήθηκαν κάθε ουσιαστική συζήτηση τους προηγούμενους μήνες, ότι επιδίωκαν την ταπείνωση της κυβέρνησης και της Ελλάδας και παρομοίωσε την ευρωζώνη με ένα απέραντο σιδερένιο κλουβί.

Φωτο: Ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας με τον τότε πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο.

Με την βιασύνη του να κλιμακώσει την ένταση με τους εταίρους είναι πιθανό να επιδίωκε την δημιουργία τετελεσμένων ώστε να καταστήσει τη ρήξη αναπόφευκτη. Δηλαδή, μετά το δημοψήφισμα, τη Δευτέρα το πρωί να πραγματοποιηθούν ενέργειες από την ΕΕ που θα οδηγούσαν de facto τη χώρα μας εκτός ευρωζώνης. Είναι βέβαιο ότι υπήρχαν κερδοσκοπικά συμφέροντα που θα επωφελούνταν από μια μεγάλη κρίση στην ευρωζώνη όμως το πιθανότερο είναι όλα αυτά να αποτέλεσαν ένα παραλήρημα μεγαλείου, τυφλής φιλοδοξίας και μωροφιλόδοξων σχεδίων για την πυροδότηση τεκτονικών αλλαγών στην Ευρώπη.

Οι δηλώσεις Βαρουφάκη έγιναν προφανώς χωρίς καμία συνεννόηση με τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα καθώς την επόμενη ημέρα εκδιώχθηκε κακήν κακώς από την κυβέρνηση και ο Τσίπρας έκανε το παν για να αποφύγει την καταστροφική ρήξη.

Το τέλος της αντιμνημονιακής υστερίας

Ο Αλέξης Τσίπρας, έχοντας υποστεί βαρύτατες απώλειες κατά την ψήφιση του νέου μνημονίου στη Βουλή στις 14 Αυγούστου, δεν είχε πολλές επιλογές. Έπρεπε είτε να διευρύνει τον κυβερνητικό συνασπισμό συνεργαζόμενος με άλλα κόμματα είτε να προσφύγει ξανά στην κάλπη.

Επέλεξε τις εκλογές και θριάμβευσε. Ο Σύριζα απέσπασε το 35,46% έναντι 28,10% της ΝΔ. Ωστόσο αυτή τη φορά δεν θριάμβευσε η επανάσταση και η ανατροπή των πάντων αλλά η συμφωνία με την ΕΕ. Εν πολλοίς θριάμβευσαν τα μνημόνια! Ο Τσίπρας παρά τις διαφωνίες που διατύπωσε για τις επιμέρους πολιτικές της συμφωνίας που πέτυχε ο ίδιος, δήλωσε απερίφραστα, και πριν και μετά τις εκλογές, ότι θα την εφαρμόσει.

Οι εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου 2015 αποτέλεσαν πανωλεθρία για το αντιμνημονιακό μέτωπο. Τα κόμματα που ψήφισαν το νέο μνημόνιο ή τάσσονται ξεκάθαρα υπέρ της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας εξέλεξαν συνολικά 267 βουλευτές, 45 περισσότερους από όσους ψήφισαν τη συμφωνία ένα μήνα πριν.

Το κείμενο έχει βασιστεί στο βιβλίο: «Από το Μεγάλο Πάρτι στη Χρεοκοπία. 1980 – 2009: Δημαγωγία και μοιραίες επιλογές», Εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Google news logo Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Tsipras-Alexis
ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τσίπρας: O κος Μητσοτάκης δεν ανακάλυψε εθνική ευθύνη αλλά πολιτικό αδιέξοδο

Μίλησε μεταξύ άλλων για το σχέδιο της αξιωματικής αντιπολίτευση για την εξωτερική πολιτική, με το οποίο «θα επαναφέρει τη χώρα στο δόγμα του πυλώνα ειρήνης, και θα βάλει τέλος στην τουρκική προκλητικότητα όχι με λεονταρισμούς, αλλά με ουσιαστικές πράξεις.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αλέξης Τσίπρας για Novartis: «Εμείς θα σας πάμε μέχρι τέλους, κύριε Μητσοτάκη»

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ υπογραμμίζει σε δήλωσή του, ότι το βούλευμα «αθωώνει πλήρως, όλους τους κατηγορούμενους από τη κατασκευασμένη κατηγορία της σκευωρίας και στέλνει στο κάλαθο των αχρήστων το στημένο κατηγορητήριο της προανακριτικής».