Η παρουσίαση της πρώτης Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για τα Νησιά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποτελεί αναμφίβολα ένα ορόσημο για την ευρωπαϊκή πολιτική.
Για πρώτη φορά, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει με έναν ενιαίο και συνεκτικό τρόπο ότι τα νησιά δεν αποτελούν απλώς μια γεωγραφική κατηγορία περιφερειών, αλλά περιοχές με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, διαφορετικές ανάγκες και σημαντικές δυνατότητες για το μέλλον της Ευρώπης.
Η εξέλιξη αυτή αξίζει να χαιρετιστεί. Αποτελεί αποτέλεσμα πολυετούς προσπάθειας των νησιωτικών περιφερειών, των ευρωπαϊκών θεσμών, της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής και της Επιτροπής Περιφερειών, της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών και δικτύων όπως το INSULEUR, τα οποία επί χρόνια ζητούσαν μια οριζόντια ευρωπαϊκή προσέγγιση για τα νησιά.
Η αναγνώριση ότι οι νησιωτικές περιοχές μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην πράσινη μετάβαση, στην ενεργειακή αυτονομία, στη γαλάζια οικονομία, στην καινοτομία και στην ευρωπαϊκή ανθεκτικότητα αποτελεί ένα σημαντικό πολιτικό μήνυμα.
Ωστόσο, μια στρατηγική δεν κρίνεται μόνο από τις προθέσεις της αλλά κυρίως από την ικανότητά της να εφαρμοστεί.
Το πρώτο και ίσως σημαντικότερο κενό της νέας στρατηγικής είναι η απουσία συγκεκριμένων χρηματοδοτικών εργαλείων. Παρά τις φιλόδοξες αναφορές της, δεν συνοδεύεται από έναν ειδικό προϋπολογισμό ούτε από δεσμευμένους πόρους για την υλοποίηση των δράσεών της.
Χωρίς σαφή χρηματοδότηση, υπάρχει ο κίνδυνος η στρατηγική να παραμείνει περισσότερο μια πολιτική διακήρυξη παρά ένας πραγματικός μηχανισμός αλλαγής.
Ενόψει και της νέας διάρθρωσης του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου με την μορφή των Εθνικών και Περιφερειακών Σχεδίων Εταιρικής Σχέσης, καταλαβαίνει κανείς ότι η χρηματοδότηση για τα νησιά παραμένει θολή και αβέβαιη αφού εναπόκειται στα κράτη μέλη να φροντίσουν για την δημιουργία κεφαλαίων για τη νησιωτικότητα.
Εξίσου προβληματική είναι η περιορισμένη αναφορά στην πολυεπίπεδη διακυβέρνηση. Οι νησιωτικές πολιτικές δεν μπορούν να σχεδιάζονται αποκλειστικά από τις εθνικές κυβερνήσεις.
Οι περιφέρειες, οι δήμοι, οι κοινωνικοί εταίροι και η οργανωμένη κοινωνία των πολιτών γνωρίζουν καλύτερα τις ανάγκες των νησιών και πρέπει να συμμετέχουν ουσιαστικά τόσο στον σχεδιασμό όσο και στην εφαρμογή των πολιτικών.
Η επιτυχία της στρατηγικής θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι τοπικές κοινωνίες θα μετατραπούν από απλοί αποδέκτες πολιτικών σε πραγματικούς συνδιαμορφωτές τους.
Ένα ακόμη σημείο που απαιτεί ενίσχυση αφορά την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος. Η πληθυσμιακή συρρίκνωση, ιδιαίτερα των μικρότερων νησιών, απειλεί όχι μόνο την οικονομική τους βιωσιμότητα αλλά και την πολιτιστική τους ταυτότητα.
Η δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας, η στήριξη των νέων, η πρόσβαση στην εκπαίδευση και στις ψηφιακές υπηρεσίες αποτελούν προϋποθέσεις ώστε οι νέοι να επιλέξουν να παραμείνουν ή να επιστρέψουν στα νησιά.
Τα νησιά αναμένουν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και την επικείμενη Ευρωπαϊκή Στρατηγική για το Δικαίωμα στην Παραμονή προκειμένου να έχουν μια ολοκληρωμένη εικόνα των πολιτικών που θέλει να εφαρμόσει η Επιτροπή προς όφελος των κατοίκων της.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η στήριξη της καινοτομίας. Τα νησιά μπορούν να αποτελέσουν ιδανικά εργαστήρια για την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών στους τομείς της ενέργειας, της κυκλικής οικονομίας, της βιώσιμης κινητικότητας και της ψηφιοποίησης.
Η ευρωπαϊκή πολιτική οφείλει να αξιοποιήσει αυτό το συγκριτικό πλεονέκτημα, μετατρέποντας τις νησιωτικές περιοχές από «περιφέρειες με προβλήματα» σε «περιφέρειες που παράγουν ευρωπαϊκές λύσεις».
Παράλληλα, η στρατηγική θα πρέπει να αναγνωρίσει με μεγαλύτερη σαφήνεια το πρόσθετο κόστος της νησιωτικότητας. Η μεταφορά ανθρώπων και αγαθών, η παραγωγή ενέργειας, οι υποδομές και η παροχή δημόσιων υπηρεσιών είναι αντικειμενικά ακριβότερες στα νησιά.
Η πραγματικότητα αυτή δικαιολογεί υψηλότερα ποσοστά συγχρηματοδότησης, μεγαλύτερη ευελιξία στους κανόνες κρατικών ενισχύσεων και ειδικές προβλέψεις που θα αντισταθμίζουν τα μόνιμα διαρθρωτικά μειονεκτήματα των νησιωτικών περιοχών.
Η συνδεσιμότητα, οι θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές, η ενεργειακή ασφάλεια και η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας εξακολουθούν να αποτελούν βασικές προκλήσεις. Δεν αρκεί η αναγνώρισή τους ως προβλημάτων· απαιτούνται συγκεκριμένοι στόχοι, χρονοδιαγράμματα και μηχανισμοί παρακολούθησης της εφαρμογής τους.
Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034 δημιουργεί πρόσθετο προβληματισμό. Η προτεινόμενη μείωση των πόρων της πολιτικής συνοχής δύσκολα συμβιβάζεται με τους φιλόδοξους στόχους της νέας στρατηγικής.
Δεν μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να ζητά από τα νησιά να πρωταγωνιστήσουν στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση χωρίς να διαθέτει τα κατάλληλα χρηματοδοτικά μέσα για να στηρίξει αυτή τη μετάβαση.
Η νέα Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τα Νησιά είναι, αναμφίβολα, μια σημαντική πολιτική κατάκτηση. Δημιουργεί για πρώτη φορά το αναγκαίο πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν πιο ολοκληρωμένες ευρωπαϊκές πολιτικές για τη νησιωτικότητα.
Όμως η επιτυχία της θα κριθεί από το κατά πόσο θα εξελιχθεί από ένα γενικό πολιτικό όραμα σε ένα δεσμευτικό εργαλείο με επαρκείς πόρους, ουσιαστική συμμετοχή των νησιωτικών κοινωνιών και σαφείς μηχανισμούς εφαρμογής.
Τα ευρωπαϊκά νησιά δεν ζητούν ειδική μεταχείριση. Ζητούν πολιτικές που να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες τους και να τους επιτρέπουν να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητές τους. Η πρώτη Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τα Νησιά είναι μια ιστορική αρχή.
Το επόμενο βήμα είναι να αποκτήσει το περιεχόμενο, τα μέσα και τη φιλοδοξία που απαιτούνται, ώστε να αποτελέσει πραγματικό μοχλό ανάπτυξης, συνοχής και ανθεκτικότητας για όλα τα ευρωπαϊκά νησιά.
*Ο κ. Γιώργου Μελέα, είναι τελέχος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, πρώην ακόλουθου στην Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία.