Φώτο: Shutterstock

Οι μεγάλες business με την κλιματική αλλαγή

Κερδισμένοι και χαμένοι από την «κούρσα» για την «πράσινη» ανάπτυξη: πίεση σε αυτοκινητοβιομηχανίες και αεροπορικές εταιρείες, μεγάλες ευκαιρίες για τις εταιρείες των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Σε όλο τον κόσμο την περασμένη Παρασκευή οι δρόμοι καταλήφθηκαν από διαδηλωτές που καλούσαν τις κυβερνήσεις τους να αντιμετωπίσουν την κλιματική αλλαγή. Με τον πλανήτη μας να έχει φτάσει, σύμφωνα με πολλές εκτιμήσεις, σε οριακό σημείο, όλο και περισσότερος κόσμος αντιδρά πιέζοντας για μια πιο «πράσινη» ανάπτυξη.

Η κινητοποίηση ολοένα και περισσότερων ατόμων και η μεγάλη αύξηση του ενδιαφέροντος για το περιβάλλον προκαλεί την αντίδραση και των αγορών, κάτι που ίσως πολλοί δεν θα περίμεναν. Σε εταιρικό επίπεδο όλο και περισσότερα χρήματα επενδύονται στην βιώσιμη ανάπτυξη, μεγάλο κομμάτι χρηματοδότησης πηγαίνει στην «πράσινη ενέργεια» και οι εταιρίες δίνουν μεγάλο βάρος στην μείωση του περιβαλλοντικού τους αποτυπώματος.

Η αυτοκινητοβιομηχανία

Από τους πιο προφανείς τομείς είναι εκείνος της αυτοκινητοβιομηχανίας που για χρόνια υστερούσε στον τομέα της βιώσιμης ανάπτυξης καθώς «έτρεχε» με κεκτημένη ταχύτητα. Το σκάνδαλο Dieselgate αποκάλυψε την τρομακτική αποτυχία των ευρωπαϊκών προσπαθειών να μειωθούν οι εκπομπές αερίου διοξειδίου του άνθρακα καθώς και το γεγονός πως οι εταιρείες προτίμησαν να βασίζονται σε ένα καύσιμο που προκαλεί τεράστια μόλυνση παρά να αναπτύξουν τεχνολογίες που θα ήταν υπέρ της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος.

Αποτέλεσμα ήταν ότι οι βιομηχανίες βρίσκονται πλέον στη μέση μιας απότομης, και πολυδάπανης, μετάβασης στην ηλεκτρική τεχνολογία. Στο μεταξύ το τεχνολογικό κενό που είχαν δημιουργήσει σε σχέση με τους Κινέζους παραγωγούς δείχνει να έχει γεφυρωθεί. Παράλληλα οι κατασκευαστές από την Ασία βρίσκονται σε καλύτερο επίπεδο, καθώς είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν τις νέες τεχνολογίες τους σε μια τεράστια τοπική αγορά και πλέον μπορούν να τις εφαρμόσουν σε παγκόσμιο επίπεδο.

Οι αεροπορικές εταιρείες

Την ίδια στιγμή, η αεροπορικές εταιρείες δέχονται έντονη κριτική για τη μικρή «συνεισφορά» της στη μάχη της κλιματικής αλλαγής, καθώς οι εκπομπές αερίων διοξειδίου του άνθρακα παραμένουν υψηλές, με την Γαλλία και την Γερμανία να έχουν ήδη αρχίσει να παίρνουν μέτρα.

Ο στρατηγικός αναλυτής της Deutsche Bank Ούλριχ Στέφαν σημειώνει πως οι ευρωπαϊκές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα έχουν αυξηθεί κατά 200% από την αρχή του έτους και μπορούν να αυξηθούν ακόμα περισσότερο και είναι ένας από τους λόγους για να μην αγοράζουν οι επενδυτές μετοχές αεροπορικών εταιρειών.

Οι κερδισμένοι

Υπάρχουν όμως και εκείνοι που βγαίνουν κερδισμένοι από την συζήτηση για την κλιματική αλλαγή. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δανέζικη εταιρεία αιολικής ενέργειας Oersted, όπου η τιμή της μετοχής της έχει υπερδιπλασιαστεί τα τελευταία δυο χρόνια και έχει εξαπλώσει την τεχνογνώσια της σε πολλές περισσότερες αγορές, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ. Με την μετοχή να διορθώνει τον τελευταίο μήνα κατά 7%.

Μια ματιά στον υπόλοιπο ευρωπαϊκό τομέα ενέργειας καταδεικνύει πως η πράσινη ανάπτυξη είναι σε πιο έντονους ρυθμούς και αποδίδει. Εκτός από την Oersted, η Iberdrola και η αυστριακή Verbund AG που ειδικεύονται στην υδροηλεκτρική και άλλες μορφές ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ξεχωρίζουν με τις επιδόσεις των μετοχών τους.

Από τις μετοχές που αποδίδουν χαμηλότερα είναι η εταιρείες φυσικού αερίου όπως η Centrica και η γαλλική εταιρεία πυρηνικής ενέργειας EDF που αντιμετωπίζουν σκληρές νομοθεσίες και ειδικά στην περίπτωση της EDF και τεχνολογικές προκλήσεις.

Και για τους επενδυτές που είναι πρόθυμοι να δεχτούν πως είναι δύσκολη η αγορά υπάρχει η δανέζικη Vestas της αιολικής ενέργειας, και η Siemens Gamesa που εδρεύει στην Ισπανία, που έχουν καταφέρει και έχουν διατηρήσει την ηγετική τους θέση στην αγορά τουρμπίνας παρά την απειλή που έρχεται από τους κατασκευαστές της Ασίας.

Μεγάλες εταιρείες δεσμεύθηκαν να περιορίσουν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα

Σχεδόν 90 μεγάλες εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε τομείς από τα τρόφιμα ως το τσιμέντο και τις τηλεπικοινωνίες δεσμεύθηκαν να περιορίσουν την έκλυση αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου σε μια νέα εκστρατεία που έχει στόχο να ωθήσει τις πολυεθνικές προς ένα μέλλον με χαμηλό διοξείδιο του άνθρακα.

Ο συνασπισμός We Mean Business ανακοίνωσε ότι δεκάδες εταιρείες έχουν ενταχθεί στην πρωτοβουλία τους τελευταίους δύο μήνες.

«Τώρα χρειαζόμαστε πολλές περισσότερες εταιρείες να ενταχθούν στο κίνημα, στέλνοντας ξεκάθαρο μήνυμα ότι η αγορά αλλάζει», ανέφερε σε ανακοίνωσή του ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες.

Ο συνασπισμός ξεκίνησε τον Ιούνιο και οι 28 πρώτες εταιρείες ανακοίνωσαν την ένταξή τους σε αυτόν ένα μήνα αργότερα. Τώρα ο We Mean Business ανακοίνωσε ότι έχουν ενταχθεί σε αυτόν 87 εταιρείες.

Κάποιες από αυτές έχουν συμφωνήσει να πετύχουν ουδέτερο ισοζύγιο εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα ως το 2050, ανάμεσά τους η Nestle, η L’ Oreal και η γαλλική εταιρία οικοδομικών υλικών Sain- Gobain.

Άλλες περιορίστηκαν να συμμορφωθούν με τον στόχο του περιορισμού της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας κατά 1,5 βαθμό Κελσίου. Σε αυτή την ομάδα εταιρειών ανήκει η Nokia, η Danone και η βρετανική φαρμακοβιομηχανία AstraZeneca Plc.

Ωστόσο με τις πετρελαϊκές εταιρείες να εξακολουθούν να αναπτύσσουν τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις τους και αυτές του φυσικού αερίου και πολλές αναπτυσσόμενες χώρες να ενισχύουν την εξάρτησή τους από τον άνθρακα, οι δεσμεύσεις του συνασπισμού είναι πολύ μικρές σε σχέση με την αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε παγκόσμιο επίπεδο.

Κάποιοι ειδικοί μάλιστα έχουν εκφράσει αμφιβολίες για το αν μεγάλες εταιρείες που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο και είναι δεσμευμένες στην αύξηση των κερδών των μετόχων τους θα μπορέσουν να κάνουν τις ριζικές επενδύσεις που χρειάζονται για να καταπολεμηθεί η κλιματική αλλαγή.

Ο Γκουτέρες θεωρεί τον ιδιωτικό τομέα κρίσιμης σημασίας ώστε να αναληφθούν και άλλες δεσμεύσεις στη σύνοδο κορυφής που διοργανώνει ο ΟΗΕ αύριο Δευτέρα και η οποία έχει στόχο να ενισχύσει τη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΙΕΘΝΗ

Πού θα κατευθυνθούν οι βιώσιμες επενδύσεις του μέλλοντος

Ο πρώην αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Αλ Γκορ σημειώνει πως η πανδημία του κορονοϊού επιταχύνει τις διαδικασίες για να επικεντρωθεί το ενδιαφέρον σε επιστήμες και κυβερνητικές αλλαγές που θα οδηγήσουν σε μια αειφόρα επανάσταση.