Ο διευθύνων σύμβουλος της Volkswagen, Όλιβερ Μπλουμ, βρίσκεται αντιμέτωπος με μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές της θητείας του, καθώς επιχειρεί να πείσει το εποπτικό συμβούλιο της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας να εγκρίνει επώδυνες περικοπές θέσεων εργασίας και κλείσιμο εργοστασίων. Η κίνηση αυτή θεωρείται απαραίτητη για να αντιμετωπιστεί ο αυξανόμενος ανταγωνισμός από τις κινεζικές εταιρείες.
Στις 9 Ιουλίου, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου θα συνεδριάσουν στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας στο Βόλφσμπουργκ, προκειμένου να εξετάσουν αυτό που οι αναλυτές χαρακτηρίζουν ως τη μεγαλύτερη διαρθρωτική αναμόρφωση στην ιστορία της δεύτερης μεγαλύτερης αυτοκινητοβιομηχανίας στον κόσμο, σύμφωνα με το Reuters.
Το σχέδιο, που συναντά έντονη αντίδραση από συνδικάτα και βασικούς μετόχους, προβλέπει σημαντικές περικοπές κόστους, το κλείσιμο τεσσάρων εργοστασίων και περίπου 50.000 επιπλέον απολύσεις.
Αν υλοποιηθεί, θα αποτελέσει καθοριστική δοκιμασία για τον 58χρονο Μπλουμ, τη στιγμή που η Volkswagen πιέζεται από μειωμένα περιθώρια κέρδους και αυξημένους δασμούς στις ΗΠΑ.
«Πρέπει να το κάνει αυτό. Με την αγορά να γίνεται υπερανταγωνιστική, δεν υπάρχει άλλη επιλογή», δήλωσε ο ανεξάρτητος αναλυτής Matthias Schmidt, εκτιμώντας πιθανότητα επιτυχίας 50-50, με έναν ενδεχόμενο συμβιβασμό που θα περιλαμβάνει το κλείσιμο δύο εργοστασίων αντί τεσσάρων.
Οι νέες περικοπές θα προστεθούν στις ήδη προγραμματισμένες 50.000 για τον όμιλο, εντείνοντας την πίεση προς τον Μπλουμ να προχωρήσει σε βαθύτερες αλλαγές στη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, της οποίας οι μετοχές βρίσκονται κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα 16ετίας.
Αντιδράσεις και προκλήσεις για τη Volkswagen
Η αναδιάρθρωση του 2024, που περιελάμβανε την κατάργηση 35.000 θέσεων έως το 2030, είχε θεωρηθεί τότε νίκη των συνδικάτων, αφού απέκλειε κλείσιμο εργοστασίων και υποχρεωτικές απολύσεις. Ωστόσο, η νέα πρόταση ανατρέπει αυτή την ισορροπία, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις.
Παράλληλα, ο μεγαλύτερος επενδυτής της εταιρείας, η Porsche SE, πιέζει για ευρύτερη αναμόρφωση του επιχειρηματικού μοντέλου, υποστηρίζοντας ότι οι περικοπές κόστους δεν είναι από μόνες τους αρκετές για να εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητα του ομίλου.
Η πρόκληση για τον Μπλουμ είναι διπλή: πρέπει να προωθήσει διαρθρωτικές αλλαγές χωρίς να έχει την πλήρη στήριξη των συνδικάτων, τα οποία, αν και δεν κατέχουν μετοχές, διαθέτουν ισχυρή επιρροή μέσω του εποπτικού συμβουλίου.
«Ο Μπλουμ είναι απλώς αυτός που είναι υπεύθυνος τώρα, επομένως είναι δίκαιο να τον θεωρήσουμε υπεύθυνο για τις στρατηγικές που προτείνει και για το κατά πόσον είναι αποτελεσματικές», ανέφερε ο Μαρκ Λίμπσερ της SdK, που εκπροσωπεί μικρομετόχους της Volkswagen. «Οι περικοπές κόστους δεν αποτελούν στρατηγική... Απλώς καθυστερούν την αναπόφευκτη παρακμή».
Εσωτερικές ισορροπίες και διεθνείς πιέσεις
Από τον Σεπτέμβριο του 2022, ο Όλιβερ Μπλουμ έχει χτίσει φήμη ηγέτη που επιδιώκει τη συναίνεση, ισορροπώντας τα συμφέροντα οικογενειών, συνδικάτων και θεσμικών επενδυτών όπως το Κατάρ και το κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας.
Ωστόσο, η πρόσφατη αποχώρηση της Σούζαν Βίγκαν από το εποπτικό συμβούλιο έχει ενισχύσει τη θέση των εργαζομένων, οι οποίοι πλέον κατέχουν 10 από τις 19 έδρες.
«Χωρίς το εργατικό συνδικάτο, δεν μπορείς να αναλάβεις καμία δράση», τόνισε ο αναλυτής Φέρντιναντ Ντουντενχέφερ, επισημαίνοντας ότι η Volkswagen αντιμετωπίζει υψηλό κόστος παραγωγής στη Γερμανία σε σύγκριση με τα φθηνότερα εργοστάσια της Κίνας.
«Η VW πρέπει να αναμορφωθεί, αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα της VW είναι η Γερμανία», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ο Hendrik Schmidt του DWS, ενός εκ των δέκα μεγαλύτερων μετόχων, κάλεσε σε επανεξέταση του χαρτοφυλακίου μαρκών της εταιρείας, υπογραμμίζοντας ότι ο Μπλουμ έχει επικεντρωθεί στην αντιμετώπιση κρίσεων αντί στη διαμόρφωση του μέλλοντος της Volkswagen.
Παρά τις δυσκολίες, οι οικογένειες των μετόχων εκτιμούν ότι μια αλλαγή ηγεσίας θα προκαλούσε περαιτέρω αναταραχή, προτιμώντας τη σταθερότητα στη σημερινή φάση.