Σε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές δοκιμασίες της δεύτερης θητείας του εισέρχεται ο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες προετοιμάζονται για τις ενδιάμεσες εκλογές της Τρίτης 3 Νοεμβρίου.
Η αυξανόμενη δυσαρέσκεια για την οικονομία, ο πόλεμος με το Ιράν και η μεταναστευτική πολιτική κυριαρχούν στην προεκλογική αντιπαράθεση, με τους Δημοκρατικούς να καταγράφουν δημοσκοπικό προβάδισμα και τους Ρεπουμπλικανούς να αγωνίζονται για τη διατήρηση του ελέγχου του Κογκρέσου.
Οι εκλογές αυτές δεν αφορούν την ανάδειξη νέου προέδρου, αλλά τη σύνθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας, που θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό τα περιθώρια άσκησης πολιτικής του Λευκού Οίκου κατά την επόμενη διετία. Οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν σήμερα οριακή πλειοψηφία στη Βουλή και ελέγχουν τη Γερουσία με 53 έδρες έναντι 47 των Δημοκρατικών και των ανεξάρτητων που συνεργάζονται μαζί τους. Μια μεταβολή αυτών των συσχετισμών θα μπορούσε να επηρεάσει καθοριστικά τη νομοθετική ατζέντα του Αμερικανού προέδρου.
Η δυσαρέσκεια για την οικονομία και το δημοσκοπικό προβάδισμα των Δημοκρατικών
Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos, που ολοκληρώθηκε στις 26 Οκτωβρίου, οι Δημοκρατικοί συγκεντρώνουν ποσοστό 47% έναντι 36% των Ρεπουμπλικανών μεταξύ των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, εξασφαλίζοντας προβάδισμα 11 ποσοστιαίων μονάδων. Την ίδια στιγμή, η αποδοχή του Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται στο 32%, κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα της προεδρίας του.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν ένα ιδιαίτερα δύσκολο πολιτικό περιβάλλον για τον Λευκό Οίκο, χωρίς ωστόσο να προδικάζουν το τελικό αποτέλεσμα. Η κατανομή των εδρών εξαρτάται από επιμέρους αναμετρήσεις σε πολιτείες και εκλογικές περιφέρειες, ενώ η μάχη για τη Γερουσία παρουσιάζει διαφορετικές δυσκολίες από εκείνη της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Στο επίκεντρο της δυσαρέσκειας βρίσκεται η οικονομία. Οι υψηλές τιμές των τροφίμων, των καυσίμων και της ενέργειας επιβαρύνουν τα αμερικανικά νοικοκυριά, με το 73% των ερωτηθέντων στη δημοσκόπηση Reuters/Ipsos να εκτιμά ότι το κόστος ζωής κινείται προς τη λανθασμένη κατεύθυνση.
Όπως επισημαίνει το Bloomberg, ο πόλεμος με το Ιράν έχει επιτείνει τις οικονομικές πιέσεις, προκαλώντας αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου και αυξήσεις στις τιμές της βενζίνης, του ντίζελ και της θέρμανσης. Παράλληλα, η δασμολογική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ αποτελεί ακόμη μία πηγή ανησυχίας για καταναλωτές και επιχειρήσεις.
Ο Αμερικανός πρόεδρος υπερασπίζεται την οικονομική πολιτική του, επικαλούμενος θετικούς δείκτες, μεταξύ των οποίων η πορεία των χρηματιστηρίων. Ωστόσο, όπως παρατηρεί το BBC, η εικόνα των αγορών δεν συμβαδίζει απαραίτητα με την καθημερινή εμπειρία εκατομμυρίων πολιτών, οι οποίοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αυξημένα έξοδα διαβίωσης.
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο της εκλογικής αναμέτρησης είναι η στάση των Ισπανόφωνων ψηφοφόρων. Πρόκειται για μια εκλογική ομάδα που συνέβαλε στην επιτυχία του Τραμπ το 2024, αλλά σήμερα εμφανίζει σημάδια απογοήτευσης, τόσο λόγω της οικονομικής κατάστασης όσο και εξαιτίας των εκτεταμένων επιχειρήσεων απέλασης μεταναστών. Το BBC καταγράφει αυτή τη μεταβολή ιδιαίτερα στο Τέξας, όπου η στάση των Λατίνων μπορεί να αποδειχθεί σημαντική για το αποτέλεσμα. Ωστόσο, η απομάκρυνση ψηφοφόρων από τον Τραμπ δεν συνεπάγεται αυτομάτως και αντίστοιχη ενίσχυση των Δημοκρατικών.
Μαζική πρόωρη ψηφοφορία και αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η μεγάλη συμμετοχή στην πρόωρη ψηφοφορία. Σύμφωνα με στοιχεία που μετέδωσε το Reuters στις 31 Οκτωβρίου, περισσότεροι από 51 εκατομμύρια Αμερικανοί είχαν ήδη ψηφίσει, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω επιστολικής ψήφου, πριν από την επίσημη ημέρα των εκλογών.
Η αυξημένη συμμετοχή καταγράφεται σε αρκετές κρίσιμες πολιτείες, χωρίς ωστόσο να αποτελεί ασφαλή ένδειξη για την τελική κατανομή των ψήφων. Το Τέξας, η Πενσυλβάνια, η Τζόρτζια και άλλες πολιτείες συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον των αναλυτών, καθώς οι τοπικές αναμετρήσεις θα συμβάλουν στη διαμόρφωση των νέων ισορροπιών στο Κογκρέσο.
Παράλληλα, η εκλογική διαδικασία διεξάγεται σε κλίμα αντιπαράθεσης για την αξιοπιστία της ψηφοφορίας. Ο Τραμπ εξακολουθεί να διατυπώνει ισχυρισμούς περί εκτεταμένης νοθείας μέσω της επιστολικής ψήφου και συμμετοχής μη πολιτών στις εκλογές. Ωστόσο, οι διαθέσιμες έρευνες δεν τεκμηριώνουν την ύπαρξη εκτεταμένης νοθείας.
Επιπλέον, νομικές αντιπαραθέσεις στην Αλάσκα και την Καλιφόρνια, σε συνδυασμό με τις διαφορετικές διαδικασίες καταμέτρησης των επιστολικών ψηφοδελτίων, ενδέχεται να καθυστερήσουν την οριστικοποίηση ορισμένων αποτελεσμάτων.
Το Reuters εξηγεί ότι τα μεγάλα αμερικανικά ειδησεογραφικά δίκτυα θα αρχίσουν να ανακοινώνουν τους νικητές επιμέρους αναμετρήσεων πριν ολοκληρωθεί η καταμέτρηση όλων των ψήφων. Οι ανακοινώσεις αυτές θα βασίζονται στα διαθέσιμα αποτελέσματα και σε στατιστικές εκτιμήσεις οργανισμών όπως το Associated Press και το Decision Desk HQ. Πρόκειται, ωστόσο, για δημοσιογραφικές προβολές και όχι για την επίσημη επικύρωση των αποτελεσμάτων από τις αρμόδιες εκλογικές αρχές.
Πέρα από την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση, οι εκλογές έχουν ιδιαίτερη σημασία για τις διεθνείς αγορές και την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Το Bloomberg εξηγεί πόσο σημαντικές επιπτώσεις θα μπορούσε να έχει μια αλλαγή των ισορροπιών στο Κογκρέσο στην ενεργειακή πολιτική, στη ρύθμιση του τραπεζικού τομέα και των κρυπτονομισμάτων, καθώς και στις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και στα μεγάλα κέντρα δεδομένων.
Εξίσου σημαντικό είναι το διακύβευμα για τη διεθνή στρατηγική της Ουάσιγκτον. Η διατήρηση του ελέγχου του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικανούς θα διευκόλυνε την προώθηση βασικών κυβερνητικών επιλογών, ενώ μια νίκη των Δημοκρατικών σε ένα ή και στα δύο νομοθετικά σώματα θα ενίσχυε τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και θα μπορούσε να περιορίσει τη δυνατότητα προώθησης ορισμένων πρωτοβουλιών του προέδρου.
Η αντιπαράθεση για τον πόλεμο στο Ιράν, τους εμπορικούς δασμούς και τις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με τους διεθνείς εταίρους τους προσδίδει, άλλωστε, στην αναμέτρηση ευρύτερη γεωπολιτική σημασία.
Με τις κάλπες να ανοίγουν στις 3 Νοεμβρίου, το κεντρικό ερώτημα δεν είναι μόνο ποιο κόμμα θα εξασφαλίσει την πλειοψηφία στο Κογκρέσο, αλλά και πώς το εκλογικό αποτέλεσμα θα επηρεάσει την πορεία της αμερικανικής πολιτικής μέχρι τις προεδρικές εκλογές του 2028. Σε μια περίοδο έντονης οικονομικής πίεσης και διεθνούς αβεβαιότητας, οι Αμερικανοί καλούνται να αποφασίσουν για τις πολιτικές ισορροπίες που θα διαμορφώσουν το δεύτερο μισό της προεδρίας Τραμπ.