Τα αποτελέσματα της μελέτης του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΕΕ, με θέμα «Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στη σύγχρονη Ελλάδα: Στελέχωση, ποιότητα της εργασίας, ελκυστικότητα», παρουσιάστηκαν σε εκδήλωση που διοργάνωσαν το ΚΑΝΕΠ/ΕΕ και η Ομοσπονδία Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδος (ΟΙΕΛΕ). Η μελέτη αναδεικνύει σημαντικές μεταβολές στους όρους άσκησης του εκπαιγγελματικού επαγγέλματος, εστιάζοντας πέρα από τα λειτουργικά κενά, τους διορισμούς και τις προσλήψεις αναπληρωτών.
Όπως τόνισε ο Γενικός Διευθυντής του ΙΝΕ & ΚΑΝΕΠ/ΕΕ, Χρήστος Γούλας, το βασικό ερώτημα δεν αφορά μόνο τον αριθμό των εκπαιδευτικών, αλλά και τους όρους εργασίας, τη σταθερότητα της επαγγελματικής θέσης, τις αποδοχές, τον χρόνο εργασίας, την υποστήριξη που λαμβάνουν και τις δυνατότητες εξέλιξης στο επάγγελμα. Η μελέτη επισημαίνει ότι η στελέχωση της δημόσιας εκπαίδευσης έχει αλλάξει σημαντικά, με την παρουσία των αναπληρωτών να αυξάνεται σε όλες τις βαθμίδες τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο επιστημονικός διευθυντής του ΚΑΝΕΠ-ΕΕ, Νίκος Φωτόπουλος, οι αναπληρωτές στα νηπιαγωγεία αποτελούν το 33,1% του προσωπικού, στα δημοτικά το 25,6%, στην επαγγελματική εκπαίδευση το 24,2%, στα γυμνάσια το 21,2% και στα γενικά λύκεια το 14,3%. Όπως ανέφερε, απαιτείται αναστοχασμός σχετικά με το προφίλ του εκπαιδευτικού στον 21ο αιώνα.
Η προσωρινότητα στην απασχόληση φαίνεται να παγιώνεται. Στα γυμνάσια, μεταξύ 2015 και 2024, οι μόνιμοι εκπαιδευτικοί μειώθηκαν κατά 13%, ενώ οι αναπληρωτές αυξήθηκαν κατά 403,3%. Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και στις άλλες βαθμίδες. Ένα σημαντικό μέρος των πάγιων λειτουργικών αναγκών καλύπτεται πλέον από προσωπικό προσωρινής απασχόλησης, γεγονός που μεταβάλλει την εμπειρία του επαγγέλματος. Στον ιδιωτικό τομέα, η μερική απασχόληση φτάνει το 60,9% στη κατώτερη και το 45,3% στην ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Ένα δεύτερο σημαντικό εύρημα αφορά τις αποδοχές των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα. Βρίσκονται σημαντικά χαμηλότερα από τους μέσους όρους της ΕΕ και του ΟΟΣΑ. Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, οι αποδοχές αντιστοιχούν στο 69% των αποδοχών άλλων εργαζομένων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ στη δευτεροβάθμια φθάνουν το 72%. Η κατάσταση είναι ακόμη δυσμενέστερη για τους νεοεισερχόμενους στο επάγγελμα.
Όπως σημείωσε ο κ. Γούλας, η Ελλάδα συνδυάζει χαμηλό σημείο εκκίνησης με πραγματική υποχώρηση των αποδοχών, γεγονός που επηρεάζει την κοινωνική και επαγγελματική αποδοχή των εκπαιδευτικών. Ένα επάγγελμα που απαιτεί πανεπιστημιακές σπουδές, συνεχή ενημέρωση και υψηλή ευθύνη, δεν μπορεί να παραμένει χαμηλά στην οικονομική ιεράρχηση χωρίς συνέπειες στην ελκυστικότητά του.
Ένα τρίτο στοιχείο που αναδεικνύεται αφορά τον χρόνο και την ένταση της εργασίας. Στην ιδιωτική εκπαίδευση, το 57,9% των εργαζομένων δηλώνει έκθεση σε πίεση χρόνου ή υψηλό φόρτο εργασίας. Το 48,7% όσων έχουν εκτεθεί σε επιβαρυντικούς παράγοντες αναφέρει άγχος σχετιζόμενο με την εργασία, ενώ το 39,7% πονοκεφάλους ή κόπωση ματιών. Η εργασιακή επιβάρυνση έχει έντονο ψυχοκοινωνικό και γνωστικό χαρακτήρα, όπως επισημαίνει ο κ. Γούλας, και η επαγγελματική εξουθένωση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ατομική αδυναμία.
Ελκυστικότητα του επαγγέλματος και προοπτικές
Η μελέτη αναδεικνύει και το ζήτημα της ελκυστικότητας του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού, σε συνδυασμό με τις δημογραφικές εξελίξεις. Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, μόλις το 1,4% των εκπαιδευτικών στην κατώτερη και το 1,6% στην ανώτερη βαθμίδα είναι κάτω των 30 ετών, ενώ το 57,8% και το 58,3% αντίστοιχα είναι 50 ετών και άνω.
Παράλληλα, παρατηρούνται ενδείξεις υποχώρησης της ελκυστικότητας ορισμένων πανεπιστημιακών διαδρομών που οδηγούν στο επάγγελμα. Τα τμήματα που οδηγούν στον ΠΕ02 (φιλόλογοι) παρουσιάζουν σημαντική μείωση στη σχετική θέση των βάσεων και 1.243 κενές θέσεις το 2026, ενώ στα Μαθηματικά καλύφθηκε μόλις το 44,5% των προσφερόμενων θέσεων.
Ο πρόεδρος της ΟΙΕΛΕ, Γιώργος Χριστόπουλος, επισήμανε την απομάκρυνση των νέων αποφοίτων καθηγητικών σχολών από το επάγγελμα λόγω καλύτερων αποδοχών στην ελεύθερη αγορά, εκφράζοντας ανησυχία για ενδεχόμενες ελλείψεις σε εκπαιδευτικούς στα ιδιωτικά και δημόσια σχολεία τα επόμενα χρόνια.