Στη δημοσιότητα δόθηκε σήμερα η ενδιάμεση έκθεση 2025 του Ινστιτούτου Εργασίας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας, η οποία καταγράφει τις εξελίξεις στην ελληνική οικονομία και την απασχόληση.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η Ελλάδα παρουσιάζει υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ τα τελευταία τρίμηνα. Ωστόσο, η απόδοσή της υπολείπεται αρκετών συγκρίσιμων χωρών, αναδεικνύοντας σχετική υστέρηση της ελληνικής οικονομίας.
Το χάσμα ευημερίας με την ΕΕ παραμένει έντονο. Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2024 περίπου 14.600 ευρώ χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) ανήλθε στο 68,5% του μέσου όρου της ΕΕ, με τη χώρα να υπολείπεται σημαντικά έναντι κρατών της Ανατολικής Ευρώπης.
Η διάρθρωση της ζήτησης παραμένει καταναλωτική, με την κατανάλωση νοικοκυριών να αντιστοιχεί στο 67,7% του ΑΕΠ, έναντι 51,1% στην ΕΕ. Οι επενδύσεις αυξάνονται αλλά παραμένουν χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ το εμπορικό έλλειμμα διευρύνεται, αποτυπώνοντας τη διαχρονική εισαγωγική εξάρτηση της οικονομίας.
Η επενδυτική ανάκαμψη δεν συμβάλλει ουσιαστικά στην παραγωγικότητα και τον μετασχηματισμό της οικονομίας. Το μερίδιο των επενδύσεων σε κατοικίες αυξήθηκε, ενώ οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό και τεχνολογία μειώθηκαν, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες αναβάθμισης δεξιοτήτων και δημιουργίας ποιοτικών θέσεων εργασίας.
Αγορά εργασίας – Αποδοχές και συνθήκες διαβίωσης
Παρά τη βελτίωση των δεικτών απασχόλησης, η Ελλάδα εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και να υστερεί έναντι κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων. Το ποσοστό απασχόλησης το γ’ τρίμηνο του 2025 διαμορφώθηκε στο 65,6%, χαμηλότερο κατά 5,7 ποσοστιαίες μονάδες από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Το ποσοστό υποαπόδοσης της αγοράς εργασίας, αν και μειώθηκε, παραμένει υψηλό σε σύγκριση με άλλες χώρες. Η απασχόληση στη βιομηχανία παραμένει χαμηλή, ενώ σημαντικές μισθολογικές αποκλίσεις καταγράφονται τόσο σε επίπεδο ετήσιων αποδοχών όσο και ωρομισθίων, με το μέσο ωρομίσθιο στην Ελλάδα να υπολείπεται σημαντικά του αντίστοιχου στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και της ευρωπαϊκής Περιφέρειας.
Οι χαμηλές αποδοχές είναι οριζόντιες σε όλους σχεδόν τους τομείς της οικονομίας. Το 2024, το ποσοστό των μισθωτών που διαβιούσαν σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης ανήλθε στο 21%, το υψηλότερο μεταξύ των 15 εξεταζόμενων κρατών-μελών της ΕΕ.
Παρά τη σχετική βελτίωση σε ορισμένους δείκτες διαβίωσης, το χάσμα με την ΕΕ παραμένει μεγάλο, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις έχει διευρυνθεί μετά το τέλος της οικονομικής κρίσης.
Στεγαστικό πρόβλημα και κοινωνική συνοχή
Το στεγαστικό κόστος συνεχίζει να αποτελεί σημαντική πηγή μακροοικονομικής και χρηματοπιστωτικής αστάθειας. Το 2024, οι δαπάνες στέγασης απορροφούσαν το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ. Τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά δαπανούσαν πάνω από το 50% του εισοδήματός τους για στέγαση.
Το ποσοστό του πληθυσμού που επιβαρυνόταν υπερβολικά από το κόστος στέγασης (άνω του 40% του εισοδήματος) ανήλθε στο 28,9%. Ιδιαίτερα υψηλές επιβαρύνσεις καταγράφονται στους ενοικιαστές και στα φτωχότερα εισοδηματικά στρώματα.
Σε περιφερειακό επίπεδο, οι Περιφέρειες Κεντρικής Μακεδονίας, Πελοποννήσου και Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης εμφάνισαν τα υψηλότερα ποσοστά υπερβολικής επιβάρυνσης, ενώ η Κρήτη και το Νότιο Αιγαίο τα χαμηλότερα.
Η έκθεση καταλήγει ότι στην Ελλάδα παγιώνεται μια τροχιά διαρθρωτικής απόκλισης, όπου η αύξηση του ΑΕΠ δεν συνοδεύεται από ανάλογη βελτίωση των αποδοχών και των συνθηκών διαβίωσης των εργαζομένων. Η αντιμετώπιση αυτών των αποκλίσεων αποτελεί κρίσιμη πρόκληση για την οικονομική και κοινωνική πολιτική.
Το πλήρες κείμενο της ενδιάμεσης έκθεσης 2025 είναι διαθέσιμο στον ακόλουθο σύνδεσμο: ΙΝΕ ΓΣΕΕ – Ενδιάμεση Έκθεση 2025.