Στάση αναμονής εκτιμάται πως θα διατηρήσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην αυριανή συνεδρίασή της, με στο σενάριο για αμετάβλητα επιτόκια να κερδίζει έδαφος, μεταθέτοντας τις αυξήσεις για τον Ιούνιο.
Με την ενεργειακή κρίση και τις γεωπολιτικές εξελίξεις να βρίσκονται σε εξέλιξη από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, η ΕΚΤ βρίσκεται σε επιφυλακή ως προς τη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής της, εν αναμονή των εξελίξεων.
Αύριο Πέμπτη, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ θα αξιοποιήσει και την έκθεση της Eurostat για το ΑΕΠ της Ευρωζώνης το πρώτο τρίμηνο του 2026, η οποία θα δημοσιευθεί την ίδια ημέρα και θα υπολογίζει τον αντίκτυπο του πολέμου στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Τα δύο βασικά σενάρια
Μέχρι πρόσφατα, το βασικό σενάριο της αγοράς μιλούσε για δύο αυξήσεις των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, μια τον Απρίλιο και μια τον Ιούνιο, με την ΕΚΤ να δηλώνει πως βρίσκεται σε επιφυλακή και θα κάνει «ό,τι είναι αναγκαίο».
Όμως, τα σενάρια αυτά «πάγωσε» η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, δηλώνοντας πως μια αύξηση των επιτοκίων θα έρθει αν αυξηθούν αναλόγως οι πληθωριστικές πιέσεις σε όλο το εύρος των προϊόντων και υπηρεσιών.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΚΤ, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Μάρτιο, τον πρώτο μήνα του πολέμου, «εκτοξεύθηκε» στο 2,6%, από 1,9% τον Φεβρουάριο, εξέλιξη που όμως αποδίδεται αποκλειστικά στις τιμές της ενέργειας και όχι στις τιμές άλλων κλάδων, όπως τρόφιμα και υπηρεσίες.
Σε εγχώριο επίπεδο, ο πληθωρισμός αυξήθηκε με πιο ήπιους ρυθμούς, καθώς βρισκόταν ήδη σε πιο υψηλά επίπεδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Συγκεκριμένα, τον Φεβρουάριο 2026 ο πληθωρισμός της Ελλάδας βρισκόταν στο 3,1%, ενώ τον Μάρτιο διαμορφώθηκε στο 3,4%.
Τα στοιχεία που θα δημοσιευθούν την Πέμπτη για τον πληθωρισμό του Απριλίου, αλλά και του ΑΕΠ της Ευρωζώνης, θα διαμορφώσουν την απόφαση της ΕΚΤ, καθώς θα αποτυπώνουν με μεγαλύτερη σαφήνεια τον αντίκτυπο από τις τιμές των καυσίμων.
Πάντως, η απόφαση για αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσεις προϋποθέτει μεγάλη αύξηση του δομικού πληθωρισμού, για αυτό και το σενάριο αύξησης μετατίθεται για τον Ιούνιο.
Όπως έχει δηλώσει ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, σημείο-κλειδί στις εξελίξεις θα είναι η διάρκεια του πολέμου, υποστηρίζοντας πως η ΕΚΤ θα πρέπει να διατηρήσει στάση αναμονής για τα επιτόκια, λαμβάνοντας υπόψη την αβεβαιότητα που επικρατεί διεθνώς.
«Θα σας δώσουμε τα δεδομένα την επόμενη εβδομάδα όταν συναντηθούμε στη Φρανκφούρτη, πάντως η άποψή μου είναι ότι θα πρέπει να περιμένουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά από το βήμα του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, προσθέτοντας πως «εάν χρειαστεί, θα δράσουμε αμέσως».
Σύμφωνα με τον Διοικητή της ΤτΕ, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η οικονομία κινείται πιο κοντά στο βασικό μακροοικονομικό σενάριο της ΕΚΤ και όχι στο δυσμενές, προσθέτοντας πως, εφόσον οι γεωπολιτικές συνθήκες σταθεροποιηθούν, ο πληθωρισμός ενδέχεται να διαμορφωθεί χαμηλότερα από τις αρχικές προβλέψεις.
Πώς αντιδρούν οι τράπεζες
Περιορισμένες και ελεγχόμενες συνεχίζουν θεωρούν οι διοικήσεις των εγχώριων τραπεζών την επίδραση που θα έχουν οι δύο ενδεχόμενες αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ στους ισολογισμούς και στα business plan που έχουν χαράξει για την επόμενη τριετία.
Σύμφωνα με τους επιτελείς των τραπεζών, δύο αυξήσεις της τάξης του 0,25% δεν θα έχουν σοβαρή επίπτωση στην πιστωτική επέκταση των ιδρυμάτων, πόσο μάλλον στα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα.
Σίγουρα, η άνοδος των επιτοκίων από την ΕΚΤ θα έχει άμεσες επιδράσεις στις χορηγήσεις νέων δανείων και στην αποπληρωμή των υφιστάμενων, όμως δεν αναμένεται να επηρεάσει σε βαθμό που θα απειλήσει με ουσιαστικό τρόπο την πιστωτική επέκταση ή που θα δημιουργήσει μια νέα γενιά «κόκκινων» δανείων.
Επιπλέον, οι ισολογισμοί των τραπεζών έχουν εξυγιανθεί και οι χαμηλοί δείκτες μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων δεν τις αφήνουν εκτεθειμένους στον ενδεχόμενο πιστωτικό κίνδυνο που μπορεί να προκύψει από την άνοδο των επιτοκίων και της ακρίβειας.
Μάλιστα, οι αυξήσεις που αναμένονται από την ΕΚΤ μπορούν να λειτουργήσουν υπέρ των τραπεζών, πυροδοτώντας τα έσοδα από τόκους.
Κατά τη χθεσινή ετήσια Γενική Συνέλευση της Eurobank, ο Διευθύνων Σύμβουλος Φωκίων Καραβίας ανέφερε πως για κάθε 25 μονάδες βάσης που αυξάνονται τα επιτόκια της ΕΚΤ, τα έσοδα από τόκους αυξάνονται κατά περίπου 30 εκατ. ευρώ.
Όπως σημείωσε η τρέχουσα περίοδος «αποτελεί μια δύσκολη συγκυρία για τη νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών καθώς ο κίνδυνος στασιμοπληθωρισμού είναι υπαρκτός. Η αγορά αναμένει αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ, η οποία ενδεχομένως δεν θα είναι μεγάλη, λόγω των πιέσεων στους ρυθμούς ανάπτυξης».
Σε αντίστοιχη ερώτηση, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Τράπεζας Πειραιώς, Χρήστος Μεγάλου, έχει τονίσει πως για κάθε αύξηση 0,25% των επιτοκίων, η ενίσχυση στο NII της Πειραιώς προσδιορίζεται στα 50 εκατ. ευρώ.
Επομένως, αν έως το τέλος του 2026 τα επιτόκια ανέβουν κατά 0,50%, η τράπεζα θα κερδίσει περίπου 100 εκατ. ευρώ σε έσοδα, ποσό που πιθανότατα αντισταθμίζει την πιθανή μείωση των δανείων.
Αντιστοίχως, η Διευθύνουσα Σύμβουλος της CrediaBank, Ελένη Βρεττού, υπολογίζει πως για κάθε 25 μονάδες βάσης αύξησης, ο Όμιλος κερδίζει περίπου 10 εκατ. ευρώ σε έσοδα. Συγκεκριμένα, έχει δηλώσει πως «κάθε άνοδος 0,25% στα επιτόκια σημαίνει επιπλέον 5 εκατ. έσοδα στην Ελλάδα και ακόμη 5 εκατ. ευρώ από τη Μάλτα, ποσά που δεν έχουν υπολογιστεί στο business plan».